Ένα από τα δυσκολότερα στρατηγικά ερωτήματα από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία βρίσκεται πλέον μπροστά στην Ευρώπη: πώς αποτρέπεις έναν αντίπαλο που σε χτυπά χωρίς να σου κηρύσσει πόλεμο;
Ανώτεροι αξιωματούχοι άμυνας και υπηρεσιών πληροφοριών προειδοποιούν ότι η σημερινή ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική αποτροπής δεν είναι επαρκής απέναντι στον υβριδικό πόλεμο που αποδίδεται στη Ρωσία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΝΑΤΟ αδυνατεί να αποτρέψει μια συμβατική ρωσική επίθεση. Είναι ότι η Μόσχα, σύμφωνα με την εκτίμησή τους, έχει μάθει να δρα ακριβώς κάτω από το επίπεδο που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας.
Η προειδοποίηση που αλλάζει τη συζήτηση στο ΝΑΤΟ
Ένας ανώτερος δυτικός αξιωματούχος άμυνας το περιγράφει στους Financial Times με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο: η Δύση διαθέτει επαρκή αποτροπή απέναντι στη συμβατική και πυρηνική κλιμάκωση, όχι όμως απέναντι στις προκλήσεις κάτω από το κατώφλι του Άρθρου 5.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Το ΝΑΤΟ δημιουργήθηκε πάνω σε μια σχετικά καθαρή στρατηγική λογική: εάν ένα κράτος επιτεθεί στρατιωτικά σε ένα μέλος της Συμμαχίας, η επίθεση μπορεί να θεωρηθεί επίθεση εναντίον όλων.
Τι γίνεται όμως όταν δεν εισβάλλει στρατός;
Όταν ένα καλώδιο κόβεται, ένα δίκτυο δέχεται κυβερνοεπίθεση, μια αποθήκη καίγεται, ένα drone με εκρηκτικά εμφανίζεται σε αεροδρόμιο ή μια επιχείρηση εκτελείται μέσω ανθρώπων των οποίων η σύνδεση με το κράτος που τους καθοδηγεί μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες για να αποδειχθεί;
Αυτή είναι η γκρίζα ζώνη που σήμερα ανησυχεί τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Λειψία: Η στιγμή που άλλαξε το επίπεδο συναγερμού
Καταλύτης είναι η απόπειρα επίθεσης στο αεροδρόμιο Leipzig/Halle τον Αύγουστο.
Drone φορτωμένο με στρατιωτικού τύπου εκρηκτικά εντοπίστηκε στην περιοχή ασφαλείας του αεροδρομίου. Το Βερολίνο απέδωσε επισήμως την επιχείρηση στη Ρωσία, η οποία αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή.
Σύμφωνα με τους FT, δυτικοί αξιωματούχοι αντιμετωπίζουν πλέον τη Λειψία ως σημείο καμπής. Ένας εξ αυτών αναφέρει ότι το περιστατικό είχε «πολύ, πολύ σοβαρό αντίκτυπο» στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη συζητήσεις στο υψηλότερο επίπεδο για μια μακροπρόθεσμη και βιώσιμη απάντηση.
Η σημασία της υπόθεσης βρίσκεται ακριβώς στην κλιμάκωση του μέσου: δεν μιλάμε απλώς για παραπληροφόρηση ή κυβερνοκατασκοπεία, αλλά για εκρηκτικό μηχανισμό σε κρίσιμη ευρωπαϊκή υποδομή.
Το ρωσικό μοντέλο: Φθηνό, δύσκολα αποδείξιμο και κάτω από το όριο του πολέμου
Η υβριδική σύγκρουση έχει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα για εκείνον που την ασκεί.
Μπορεί να προκαλέσει οικονομικό κόστος, φόβο και πολιτική αναστάτωση στον αντίπαλο χωρίς να αναλαμβάνει το ρίσκο μιας συμβατικής στρατιωτικής επίθεσης.
Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπες με περιστατικά που περιλαμβάνουν κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, εμπρησμούς, δολιοφθορές, επιχειρήσεις κατασκοπείας και ζημιές σε υποθαλάσσιες υποδομές. Οι ευρωπαϊκές αρχές έχουν αποδώσει μέρος αυτής της δραστηριότητας σε ρωσικά δίκτυα ή proxies· δεν έχει αποδειχθεί, όμως, ρωσική εμπλοκή σε κάθε περιστατικό που έχει σημειωθεί στην Ευρώπη.
Και εδώ βρίσκεται η δυσκολία της αποτροπής.
Η επίθεση μπορεί να χρειάζεται ώρες. Η απόδειξη του ποιος βρίσκεται πίσω της μπορεί να χρειάζεται εβδομάδες.
Το επικίνδυνο κενό του Άρθρου 5
Ο Keir Giles του Chatham House επισημαίνει στους FT ένα θεμελιώδες πρόβλημα: το ακριβές όριο του τι μπορεί να θεωρηθεί επίθεση ικανή να προκαλέσει ενεργοποίηση του Άρθρου 5 παραμένει ασαφές.
Και όσο αυτή η γραμμή παραμένει θολή, υποστηρίζει, η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει να δοκιμάζει τα όριά της.
Η στρατηγική εξίσωση γίνεται επομένως επικίνδυνα απλή:
αν μια ενέργεια δεν προκαλεί σημαντικό κόστος, υπάρχει κίνητρο να επαναληφθεί — και ενδεχομένως να κλιμακωθεί.
Ανώτερος αξιωματούχος χώρας της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ μιλά στους FT για πρωτοφανή επίπεδα ρωσικής δραστηριότητας και προειδοποιεί ότι η λογική των «επιθέσεων κάτω από το κατώφλι» δεν μπορεί να μετατραπεί στη νέα κανονικότητα.
Το πρόβλημα της Ευρώπης: Απαντά όταν πλέον είναι αργά;
Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα: η ταχύτητα της αντίδρασης.
Οι FT στέκονται στην περίπου τεσσάρων εβδομάδων καθυστέρηση μέχρι το Βερολίνο να αποδώσει επισήμως στη Ρωσία την επιχείρηση της Λειψίας.
Ο Charlie Edwards του International Institute for Strategic Studies αντιπαραβάλλει αυτή την αντίδραση με την Πολωνία, όπου ο Ντόναλντ Τουσκ είχε κινηθεί πολύ ταχύτερα μετά από σαμποτάζ σε σιδηροδρομικές γραμμές, αποδίδοντας ευθύνη στις ρωσικές υπηρεσίες και ζητώντας διαβουλεύσεις στο ΝΑΤΟ.
Η κριτική προς το Βερολίνο είναι ότι εξακολουθεί να βαθμονομεί την απάντησή του με βασικό κριτήριο το πόσο μπορεί να πιέσει χωρίς να προκαλέσει μεγαλύτερη ρωσική κλιμάκωση.
Και εδώ δημιουργείται ένα πραγματικό στρατηγικό δίλημμα: η υπερβολικά επιθετική αντίδραση μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση· η υπερβολικά προσεκτική αντίδραση μπορεί να ενθαρρύνει τον αντίπαλο.
Ο Ρούτε: «Η Ρωσία γίνεται ολοένα πιο απερίσκεπτη»
Η ανησυχία δεν περιορίζεται σε ανώνυμες πηγές.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ρωσία γίνεται ολοένα περισσότερο απερίσκεπτη στις ενέργειές της, ενώ ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν εκφράσει αλληλεγγύη στη Γερμανία μετά τη Λειψία.
Το θέμα συνεπώς μετακινείται πλέον από την αστυνομική και αντικατασκοπευτική διάσταση στην ευρωπαϊκή στρατηγική αποτροπής.
Και αυτό είναι πολύ μεγαλύτερη αλλαγή.
Η μεταβλητή Τραμπ περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη παράγοντας: οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με τους FT, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι βλέπουν διαφοροποίηση της αμερικανικής προσέγγισης επί Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση Μπάιντεν.
Όταν ρωτήθηκε για τη Λειψία, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν επιδιώκει να επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Εάν η Ευρώπη θεωρεί ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με εντεινόμενο υβριδικό πόλεμο αλλά η Ουάσιγκτον αξιολογεί διαφορετικά τον κίνδυνο, τότε η ΕΕ και τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ μπορεί να χρειαστεί να αναλάβουν πολύ μεγαλύτερο μέρος της αποτροπής.
Ο φόβος για τις εκλογές του 2027
Ίσως το πολιτικά σημαντικότερο σημείο του ρεπορτάζ αφορά αυτό που μπορεί να ακολουθήσει.
Ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών προετοιμάζονται, σύμφωνα με τους FT, για πιθανή αύξηση μικρότερης κλίμακας επιχειρήσεων — βανδαλισμούς, παρεμβολές, εμπρησμούς και άλλες ενέργειες εναντίον πολιτικών ή πολιτικών στόχων — καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε κρίσιμο εκλογικό κύκλο το 2027, με αναμετρήσεις μεταξύ άλλων σε Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία.
Και εδώ το θέμα συναντά την πολιτική κρίση που ήδη αποκαλύπτει η άνοδος της AfD στη Γερμανία.
Μια Ευρώπη με ισχυρότερη πολιτική πόλωση είναι ταυτόχρονα μια Ευρώπη περισσότερο ευάλωτη σε επιχειρήσεις που δεν χρειάζεται να δημιουργήσουν από μόνες τους μια κρίση — αρκεί να μεγεθύνουν τις ήδη υπάρχουσες ρωγμές.
Το επόμενο δόγμα του ΝΑΤΟ
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν το ΝΑΤΟ διαθέτει περισσότερα άρματα, αεροσκάφη ή πυραύλους από τη Ρωσία.
Είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει αξιόπιστη αποτροπή στη γκρίζα ζώνη.
Αυτό μπορεί να σημαίνει ταχύτερη συλλογική απόδοση ευθύνης, μεγαλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών, ενισχυμένη προστασία κρίσιμων υποδομών, ισχυρότερη κυβερνοάμυνα και οικονομικό ή διπλωματικό κόστος όταν αποδεικνύεται κρατική εμπλοκή.
Το δύσκολο μέρος είναι η βαθμονόμηση: αρκετά ισχυρή απάντηση ώστε να λειτουργεί αποτρεπτικά, αλλά όχι τέτοια που να μετατρέπει μια υβριδική αντιπαράθεση σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Η Ευρώπη μπαίνει στη «γκρίζα εποχή»
Αυτό είναι τελικά το βαθύτερο μήνυμα του ρεπορτάζ των Financial Times.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε συμβατικό πόλεμο με τη Ρωσία. Αλλά ούτε βρίσκεται πλέον στην κλασική ειρήνη των προηγούμενων δεκαετιών.
Βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη μόνιμης αντιπαράθεσης, όπου οι κρίσιμες υποδομές, τα δίκτυα, οι εκλογικές διαδικασίες, η πληροφορία και η κοινωνική συνοχή αποκτούν στρατηγική σημασία αντίστοιχη με εκείνη που κάποτε είχαν σχεδόν αποκλειστικά οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό ευρωπαϊκό πρόβλημα:
Το ΝΑΤΟ έχει σχεδιάσει με μεγάλη ακρίβεια τι θα κάνει εάν η Ρωσία περάσει την κόκκινη γραμμή. Η Μόσχα, όμως, σύμφωνα με τη δυτική εκτίμηση, έχει μάθει να πολεμά ακριβώς πριν από αυτήν.
Πηγή: pagenews.gr
