Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος δεν περιορίστηκε σε ακόμη μία προειδοποίηση για το ενεργειακό κόστος της Ευρώπης. Με την παρέμβασή του στο Bloomberg TV έβαλε στο ίδιο κάδρο ενέργεια, βιομηχανική πολιτική, κρίσιμες πρώτες ύλες και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας, θέτοντας ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα προς τις Βρυξέλλες: μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να μετατρέψει τη στρατηγική αυτονομία από σύνθημα σε πραγματική βιομηχανική πολιτική;
Ο Executive Chairman της METLEN προειδοποίησε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα, εάν δεν αποκλιμακωθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή ή στην Ουκρανία.
«Η κατάσταση στην αγορά LNG γίνεται ολοένα και πιο κρίσιμη», ήταν το βασικό μήνυμά του, παραπέμποντας στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στα τέλη του 2022 και στις αρχές του 2023.
Πίσω όμως από την ενεργειακή προειδοποίηση βρίσκεται ένα δεύτερο και ίσως ακόμη σημαντικότερο μήνυμα: η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τον αγώνα για τις πρώτες ύλες πάνω στις οποίες θα χτιστεί η οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης, των ημιαγωγών, της άμυνας και της ενεργειακής μετάβασης.
Το γάλλιο γίνεται τεστ για τη βιομηχανική κυριαρχία της Ευρώπης
Στο επίκεντρο βρίσκεται το γάλλιο.
Πρόκειται για μία από τις στρατηγικές πρώτες ύλες της νέας τεχνολογικής εποχής, με εφαρμογές από τους ημιαγωγούς και τις τηλεπικοινωνίες μέχρι την αμυντική βιομηχανία, τις ΑΠΕ και τις τεχνολογίες AI.
Η παγκόσμια αγορά παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένη, με την Κίνα να κυριαρχεί στην παραγωγή. Αυτό δημιουργεί για τη Δύση ένα διπλό πρόβλημα: δεν αρκεί να δημιουργηθούν νέες παραγωγικές μονάδες. Πρέπει αυτές να μπορούν να επιβιώσουν οικονομικά ακόμη και εάν το Πεκίνο αυξήσει ξανά απότομα την προσφορά και συμπιέσει τις διεθνείς τιμές.
Εδώ ακριβώς ο Μυτιληναίος εντόπισε τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Οι ΗΠΑ εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένες να εξετάσουν εργαλεία που προστατεύουν την οικονομική βιωσιμότητα στρατηγικών επενδύσεων, όπως μηχανισμούς κατώτατης τιμής. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η μετάβαση από τη ρυθμιστική αναγνώριση του προβλήματος στην πραγματική οικονομική στήριξη παραμένει δυσκολότερη.
Και εκεί ήρθε η αιχμή του επικεφαλής της METLEN προς τις Βρυξέλλες.
«Έχουμε τη λίστα. Ξέρουμε τι θεωρεί κρίσιμο η Ε.Ε. Ευχαριστούμε πολύ».
Πίσω από τον σαρκασμό υπάρχει ένα σοβαρό βιομηχανικό επιχείρημα: η καταγραφή των στρατηγικών εξαρτήσεων δεν αρκεί όταν ΗΠΑ και Κίνα χρησιμοποιούν πολύ πιο επιθετικά εργαλεία βιομηχανικής πολιτικής.
Η METLEN περνά από τη θεωρία στην παραγωγή
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η METLEN δεν μιλά ως παρατηρητής της αγοράς.
Η ελληνική πολυεθνική αναπτύσσει παραγωγή γαλλίου στην Ελλάδα, με στόχο δυναμικότητα περίπου 50 τόνων ετησίως από το 2028, ενώ η πρώτη παραγωγή προγραμματίζεται για το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Το μέγεθος είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, καθώς δημιουργεί μία από τις ελάχιστες ουσιαστικές δυτικές εναλλακτικές απέναντι στην κυριαρχία της κινεζικής παραγωγής.
Και η αγορά έχει ήδη κινηθεί.
Στις 29 Ιουλίου η METLEN ανακοίνωσε μακροχρόνια εμπορική συμφωνία για περίπου το 25% της αναμενόμενης ετήσιας παραγωγής γαλλίου με μεγάλη αμερικανική εταιρεία τεχνολογίας.
Πρόκειται για το πρώτο μεγάλο εμπορικό συμβόλαιο αυτού του είδους μεταξύ Ευρωπαίου παραγωγού και κορυφαίας αμερικανικής τεχνολογικής εταιρείας.
Το όνομα του πελάτη και οι οικονομικοί όροι παραμένουν εμπιστευτικοί.
Το μήνυμα που πρέπει να ακούσουν οι Βρυξέλλες
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πολιτική σημασία της παρέμβασης Μυτιληναίου.
Η Ευρώπη θέλει ευρωπαϊκή παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία επενδύει για να τη δημιουργήσει. Αλλά οι Αμερικανοί πελάτες κινούνται ήδη για να εξασφαλίσουν μέρος αυτής της παραγωγής.
Δεν πρόκειται για αντίφαση της METLEN. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η παγκόσμια αγορά.
Το κεφάλαιο και τα μακροχρόνια συμβόλαια κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχουν αγοραστές, προβλεψιμότητα και οικονομικές εγγυήσεις.
Και αυτό είναι ακριβώς το καμπανάκι προς την Κομισιόν: εάν η Ε.Ε. θέλει στρατηγική αυτονομία, πρέπει να είναι διατεθειμένη και να πληρώσει για αυτήν.
Η σημασία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς οι τιμές του γαλλίου έχουν ξεπεράσει τα 3.000 δολάρια ανά κιλό, έναντι υπόθεσης 1.000 δολαρίων ανά κιλό πάνω στην οποία είχε βασιστεί το profitability case της METLEN.
Παρά τις υψηλές τιμές, σύμφωνα με την εταιρεία εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρό διεθνές ενδιαφέρον για πρόσθετες συμφωνίες προμήθειας.
Από το γάλλιο στο LNG: Ο δεύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη
Ο Μυτιληναίος ένωσε όμως το ζήτημα των κρίσιμων μετάλλων με το άλλο μεγάλο πρόβλημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας: την ενέργεια.
Η προειδοποίησή του για το LNG έχει ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η METLEN έχει εξελιχθεί σε σημαντικό παίκτη της αγοράς φυσικού αερίου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η εταιρεία έχει ήδη υπογράψει με τη Shell πλαίσιο συνεργασίας για την προμήθεια και εμπορία περίπου 0,5 έως 1 δισ. κυβικών μέτρων LNG ετησίως για την περίοδο 2027–2031.
Οι ποσότητες προβλέπεται να παραδίδονται στις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης, με δυνατότητα περαιτέρω διοχέτευσης προς ευρωπαϊκές αγορές μέσω του Vertical Gas Corridor.
Η συμφωνία αναδεικνύει ταυτόχρονα τον αυξανόμενο ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακής πύλης προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Ο Μυτιληναίος βάζει στο τραπέζι το πραγματικό ευρωπαϊκό δίλημμα
Γάλλιο και LNG μοιάζουν δύο διαφορετικές αγορές. Στην πραγματικότητα αποτυπώνουν το ίδιο ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Η Ε.Ε. εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τρίτες χώρες για την ενέργεια και για κρίσιμες πρώτες ύλες, την ώρα που η παγκόσμια οικονομία περνά σε μια εποχή όπου η πρόσβαση σε commodities μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος.
Η Κίνα διαθέτει κυρίαρχη θέση σε κρίσιμες αλυσίδες πρώτων υλών.
Οι ΗΠΑ απαντούν με ισχυρότερη βιομηχανική πολιτική, μακροχρόνια συμβόλαια και μηχανισμούς στήριξης στρατηγικών επενδύσεων.
Και η Ευρώπη βρίσκεται στη μέση, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητά της, να μειώσει τις εξαρτήσεις της και να χρηματοδοτήσει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Σε αυτή την εξίσωση η παρέμβαση Μυτιληναίου υπερβαίνει τα όρια μιας εταιρικής τοποθέτησης.
Είναι προειδοποίηση από την ίδια την ευρωπαϊκή βιομηχανία ότι ο χρόνος της διάγνωσης τελειώνει.
Η Ευρώπη γνωρίζει πλέον ποιες είναι οι στρατηγικές εξαρτήσεις της. Το ερώτημα είναι εάν είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει τα οικονομικά και βιομηχανικά εργαλεία που απαιτούνται για να τις περιορίσει — πριν οι ΗΠΑ και η Κίνα εξασφαλίσουν το επόμενο κομμάτι της παγκόσμιας παραγωγής.
Πηγή: pagenews.gr
