Μια ιδιαίτερα σοβαρή προειδοποίηση για την επόμενη περίοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις απευθύνει ο πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων-ΙΔΟΣ Θεόδωρος Τσίκας, μιλώντας στο podcast του pagenews.gr και τη δημοσιογράφο Σοφία Χύτου.
Μήνες μετά την προηγούμενη παρέμβασή του στο pagenews.gr για το Great Sea Interconnector (GSI), όταν είχε αναλύσει γιατί το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου θα συναντούσε την τουρκική αντίδραση, επιστρέφει σήμερα με μια ευρύτερη προειδοποίηση: το καλώδιο δεν είναι το μοναδικό ζήτημα.
Η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ, τα νέα αμυντικά συστήματα, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών που επαναφέρει η Άγκυρα και οι άλυτες διαφορές σε υφαλοκρηπίδα, χωρικά ύδατα και εναέριο χώρο δημιουργούν, κατά την εκτίμησή του, ένα περιβάλλον που απαιτεί επιτάχυνση και όχι πάγωμα του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Ο Θεόδωρος Τσίκας ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι η περίοδος αποκλιμάκωσης ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα είχε χρησιμότητα, αλλά δεν αποτελούσε από μόνη της επίλυση των διαφορών.
«Τα ήρεμα νερά δεν λύνουν τα προβλήματα. Τα ήρεμα νερά διαμορφώνουν ένα καλό κλίμα για να μπορέσουν να λυθούν τα προβλήματα».
Και θέτει ως προϋπόθεση την πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές, είτε για διμερή διαπραγμάτευση είτε για κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Χρησιμοποιεί μάλιστα μια χαρακτηριστική εικόνα για τον κίνδυνο που δημιουργεί η μακροχρόνια εκκρεμότητα:
«Αυτά που συνεχίζουν να υπάρχουν είναι σαν κάποιες πληγές. Εάν τις πληγές αυτές δεν τις κλείσεις, έχεις κίνδυνο να δημιουργηθεί φλεγμονή. Και από τη φλεγμονή μπορεί να δημιουργηθούν και περισσότερα προβλήματα».
Σύμφωνα με τον διεθνολόγο, αφετηριακό ζήτημα παραμένει η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Ωστόσο, εκτιμά ότι για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας πρέπει να προσδιοριστεί και το εύρος των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Ο Τσίκας αναφέρθηκε ακόμη και στην ιδέα μιας κλιμακωτής επέκτασης των χωρικών υδάτων, θυμίζοντας ότι είχε συζητηθεί στις παλαιότερες διερευνητικές επαφές Ελλάδας–Τουρκίας.
«Θα είναι τα σημερινά χωρικά ύδατα, θα είναι κάποια άλλα; Και θα είναι παντού ενιαία ή μπορεί κάπου να είναι 6 μίλια, αλλού 8, αλλού 10, αλλού 12;»
Συνδέει μάλιστα το ζήτημα αυτό με τον εναέριο χώρο:
«Ξεκλειδώνοντας κατά κάποιο τρόπο την πόρτα για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, θα λύσουμε σταδιακά και το θέμα των χωρικών υδάτων και το θέμα του εναέριου χώρου».
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε αναπόφευκτα το Great Sea Interconnector.
Ο Τσίκας εξήγησε ότι το κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο βρίσκεται στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κύπρου και Κρήτης και ειδικότερα ανοιχτά της Κάσου και της Καρπάθου.
Εκεί, όπως σημειώνει, υπάρχουν αντικρουόμενες διεκδικήσεις που αποτυπώνονται στο τουρκολιβικό μνημόνιο και στη μερική οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας–Αιγύπτου.
«Επισημαίνω, δεν μιλάμε για εθνική κυριαρχία. Μιλάμε για επιδιωκόμενα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης στα διεθνή ύδατα», διευκρίνισε.
Και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα των ερευνών για την πόντιση του καλωδίου.
«Για να μπει το καλώδιο, πρέπει να γίνουν έρευνες. Οι έρευνες αυτές θα πρέπει να γίνουν και στην επιφάνεια της θάλασσας, θα πρέπει να φτάσουν και στον βυθό, διότι το καλώδιο θα εγκατασταθεί στον βυθό».
Εδώ ο Τσίκας κάνει μια διάκριση που έχει ιδιαίτερη σημασία.
Κατά την ανάλυσή του, μπορεί να απαιτηθεί ενημέρωση ή ακόμη και μια άτυπη συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για να προχωρήσει το έργο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Ελλάδα ζητά τουρκική άδεια.
«Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν επιβάλλει άδεια, γι’ αυτό λέμε ότι δεν θα ζητήσουμε άδεια».
Αλλά συμπληρώνει:
«Μια ενημέρωση της χώρας που υποτίθεται ότι έχει δικαιώματα […] σε συγκεκριμένη περιοχή, δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης, την προκρίνει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας».
Και συμπυκνώνει τη θέση του:
«Μια κάποιου τύπου συνεννόηση και για τη διαδρομή του καλωδίου, όχι άδεια».
Αυτό ακριβώς δείχνει γιατί το GSI έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα τεχνικό ενεργειακό έργο: ακουμπά πάνω στις διαφορετικές ερμηνείες Αθήνας και Άγκυρας για δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες.
Εκεί όμως που η συνέντευξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος είναι στην ανάλυση για το Ισραήλ.
Για τον Θεόδωρο Τσίκα, το Ισραήλ αποτελεί σήμερα τον σημαντικότερο παράγοντα στην τουρκική αντίληψη ασφαλείας στην περιοχή.
«Το θέμα του Ισραήλ είναι το πρώτο και με πολύ μεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα ζητήματα που απασχολούν την Τουρκία και την τουρκική εξωτερική πολιτική και την τουρκική πολιτική εθνικής ασφάλειας».
Και συνεχίζει:
«Το Ισραήλ είναι αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της Τουρκίας και επειδή έχει πολύ σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, η Τουρκία το λαμβάνει πάρα πολύ σοβαρά υπόψη».
Αυτή η πραγματικότητα, σύμφωνα με την ανάλυσή του, αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα βλέπει τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας–Ιερουσαλήμ.
Ο Τσίκας προχωρά σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εκτίμηση.
Η τουρκική ανησυχία, κατά την άποψή του, ενδέχεται να μην περιορίζεται μόνο στις στρατιωτικές δυνατότητες ισραηλινής προέλευσης που θα αποκτήσει η Ελλάδα.
Μπορεί να αφορά και τις δυνατότητες συλλογής πληροφοριών.
«Έχω την εντύπωση ότι δεν έχουν μόνο το θέμα αν μπορούν να εμπλακούν σε πόλεμο τα οπλικά συστήματα του Ισραήλ που θα έχουν εγκατασταθεί στα ελληνικά νησιά, αλλά είναι πολύ πιθανό να φοβούνται ότι με ορισμένα ηλεκτρονικά συστήματα οι Ισραηλινοί –όχι οι Έλληνες– θα μπορούν να υποκλέπτουν πληροφορίες μέσα από την Τουρκία, να παρακολουθούν τις κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων και λοιπά».
Πρόκειται για εκτίμηση του ίδιου του αναλυτή, όχι για επιβεβαιωμένη τουρκική θέση, αλλά προσφέρει μια διαφορετική ανάγνωση της έντασης γύρω από την ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία.
Σύμφωνα με τον Τσίκα, η εγκατάσταση νέων συστημάτων ισραηλινής προέλευσης ενισχύει την ένταση με την οποία η Τουρκία επαναφέρει τις γνωστές θέσεις της περί αποστρατιωτικοποίησης.
«Το ότι κάναμε συμφωνία με το Ισραήλ να εγκαταστήσουμε τα οπλικά αυτά συστήματα […] τους κάνει να επαναφέρουν αυτή τη θέση της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών με μεγάλη ένταση και μεγάλη έμφαση».
Και αμέσως μετά έρχεται η σημαντικότερη προειδοποίηση της συνέντευξης.
Τα συστήματα, όπως σημειώνει, δεν έχουν ακόμη εγκατασταθεί πλήρως.
«Θα εγκατασταθούν, θα ολοκληρωθεί μέσα σε τρία χρόνια. Τι θα γίνει μέσα στα τρία αυτά χρόνια;»
Αυτό είναι ίσως το σημείο που πρέπει να κρατήσει περισσότερο η Αθήνα από τη συζήτηση.
Ο Τσίκας θεωρεί ότι η Τουρκία δύσκολα θα παρακολουθήσει παθητικά τις αλλαγές στην περιφερειακή στρατιωτική ισορροπία.
«Η Τουρκία, για παράδειγμα, θα καθίσει εντελώς αμέτοχη και αμέριμνη να παρακολουθεί την εγκατάσταση; Γιατί άμα εγκατασταθούν πλέον, είναι άλλο το τοπίο».
Και ακολουθεί η προειδοποίηση:
«Αυτό πράγματι μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, ας το πω τώρα εγώ ήπια, και γι’ αυτό […] πιστεύω ότι πρέπει να ενεργοποιήσουμε στη χύτρα τη βαλβίδα ασφαλείας».
Η μεταφορά γίνεται ακόμη πιο δραματική:
«Δεν πρέπει να αφήσουμε να ανέβει η πίεση του ατμού στο έσχατο σημείο, γιατί τότε δεν ξέρουμε τι θα προλάβουμε να κάνουμε. Μπορεί να οδηγήσει και σε έκρηξη».
Η απάντηση του διεθνολόγου δεν είναι περισσότερη ένταση αλλά περισσότερη διπλωματία.
Η «βαλβίδα ασφαλείας», όπως την περιγράφει, είναι η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου με στόχο πραγματικές διαπραγματεύσεις και, εφόσον χρειαστεί, δικαστική διευθέτηση των διαφορών.
«Αυτά τα χρόνια πρέπει να τα αξιοποιήσουμε επιταχύνοντας τον ελληνοτουρκικό διάλογο και φτάνοντας κάποια στιγμή σε διαπραγμάτευση […] διότι εγώ πράγματι αυτή την περίοδο των τριών χρόνων τη θεωρώ πάρα πολύ κρίσιμη».
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της παρέμβασής του: η Αθήνα, κατά την εκτίμησή του, δεν πρέπει να θεωρήσει ότι η απουσία μιας άμεσης κρίσης σημαίνει ότι ο χρόνος λειτουργεί από μόνος του υπέρ της.
Ο Τσίκας εμφανίστηκε θετικός στην ευρύτερη πολιτική συνεννόηση για εξωτερική πολιτική, άμυνα και εθνική ασφάλεια, αλλά έθεσε μία σημαντική προϋπόθεση.
«Αν η συνεννόηση αυτή είναι σε μια κατεύθυνση ακινησίας στα ελληνοτουρκικά, δηλαδή δεν κάνουμε τίποτα και περιμένουμε τι θα γίνει, αυτό δεν θα ήταν προς όφελος».
Αντίθετα, υποστήριξε ότι θα είχε αξία μια εθνική συνεννόηση με στόχο να αναληφθεί συλλογικά το πολιτικό βάρος μιας προσπάθειας επίλυσης διαφορών που παραμένουν ανοιχτές για περισσότερο από μισό αιώνα.
Η παρέμβαση Τσίκα στο pagenews.gr δεν προεξοφλεί ένα θερμό επεισόδιο. Και αυτό είναι κρίσιμο να διαχωριστεί από την εκτίμηση ότι η επόμενη τριετία εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους.
Το GSI, οι επικαλυπτόμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις, η αναβαθμισμένη σχέση Ελλάδας–Ισραήλ και η τουρκική αντίληψη περί εθνικής ασφάλειας μπορούν να προσθέσουν νέα σημεία τριβής πάνω στις ήδη άλυτες ελληνοτουρκικές διαφορές.
Γι’ αυτό και η προειδοποίησή του είναι τελικά περισσότερο στρατηγική παρά δραματική:
να χρησιμοποιηθεί η σημερινή περίοδος για επίλυση και όχι απλώς για αναβολή των προβλημάτων.
Διότι, όπως είπε ο ίδιος, τα «ήρεμα νερά» μπορούν να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα.
Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τη λύση.
Πηγή: pagenews.gr