Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα οικονομικό σοκ που θυμίζει την πρώτη μεγάλη επέλαση των κινεζικών προϊόντων στις δυτικές αγορές μετά την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά.
Η Κίνα δεν εξάγει πλέον κυρίως φθηνά καταναλωτικά προϊόντα.
Εξάγει ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά, μηχανήματα, ηλεκτρονικά και ολοένα πιο προηγμένο βιομηχανικό εξοπλισμό.
Δηλαδή ανταγωνίζεται την Ευρώπη ακριβώς στους κλάδους πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή βιομηχανική ισχύς.
Και γι’ αυτό στις Βρυξέλλες ακούγεται πλέον όλο και συχνότερα ένας όρος:
China Shock 2.0.
Το μήνυμα των Βρυξελλών: «Δεν είναι βιώσιμο»
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου Maroš Šefčovič έχει περιγράψει με ασυνήθιστα καθαρό τρόπο το πρόβλημα:
«Οι εξαγωγές της Κίνας προς την ΕΕ συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ το μερίδιό μας στην κινεζική αγορά συνεχίζει να συρρικνώνεται».
Και κατέληξε:
«Αυτή η τάση δεν είναι βιώσιμη και το status quo δεν αποτελεί επιλογή». Η Ευρώπη έχει ουσιαστικά θέσει τον Οκτώβριο ως πολιτικό ορόσημο για να υπάρξουν απτά αποτελέσματα στην προσπάθεια εξισορρόπησης των εμπορικών σχέσεων ΕΕ–Κίνας.
Το κινεζικό πλεόνασμα εκτοξεύεται
Η εικόνα γίνεται πολύ πιο εντυπωσιακή όταν κοιτάξει κανείς το συνολικό εμπορικό αποτύπωμα της Κίνας.
Το κινεζικό πλεόνασμα αγαθών και υπηρεσιών, εξαιρουμένων ορισμένων ειδικών ροών όπως ο χρυσός, εκτιμάται πλέον κοντά στο 6% του κινεζικού ΑΕΠ.
Το 2025, οι κινεζικές εξαγωγές ξεπέρασαν τις εισαγωγές κατά περίπου 1,2 τρισ. δολάρια — ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1% ολόκληρου του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Και οι ενδείξεις μέχρι στιγμής δείχνουν ότι το 2026 μπορεί να κινηθεί στα ίδια ή ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Αυτό σημαίνει ότι ένα τεράστιο μέρος της κινεζικής παραγωγικής δυναμικότητας αναζητεί αγοραστές εκτός Κίνας.
Και η Ευρώπη είναι ένας από τους σημαντικότερους προορισμούς.
Γιατί η Κίνα εξάγει τόσο πολύ
Πίσω από το νέο κύμα υπάρχει ένα βαθύτερο πρόβλημα της κινεζικής οικονομίας.
Η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη μετά την κρίση της αγοράς ακινήτων, η οποία εξαφάνισε σημαντικό μέρος του πλούτου των κινεζικών νοικοκυριών.
Παράλληλα, ο Xi Jinping έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στην αυτάρκεια και στη δημιουργία ισχυρών κινεζικών βιομηχανικών πρωταθλητών.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία με:
τεράστια παραγωγική δυνατότητα,
ασθενέστερη εσωτερική κατανάλωση,
και αυξανόμενη ανάγκη να διοχετεύει την παραγωγή της στο εξωτερικό.
Και τώρα το σοκ χτυπά τη Γερμανία
Το μεγαλύτερο καμπανάκι βρίσκεται στη Γερμανία.
Για δεκαετίες, η γερμανική οικονομία ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κερδισμένους της ανάπτυξης της Κίνας.
Mercedes, BMW, Volkswagen, BASF και οι γερμανικές μηχανολογικές επιχειρήσεις πουλούσαν στην κινεζική αγορά αυτοκίνητα, χημικά και βιομηχανικό εξοπλισμό.
Τώρα η σχέση αντιστρέφεται.
Κινεζικές επιχειρήσεις έχουν εξελιχθεί από πελάτες σε άμεσους ανταγωνιστές.
Το νέο κύμα ανταγωνισμού είναι ιδιαίτερα έντονο σε αυτοκίνητα, χημικά και machine tools, με τη Γερμανία να βρίσκεται στο επίκεντρο των απωλειών θέσεων εργασίας και της συζήτησης για την ευρωπαϊκή αποβιομηχάνιση.
Δεν είναι πλέον μόνο η BYD απέναντι στη Volkswagen
Αυτό είναι το σημείο που συχνά χάνεται στη συζήτηση.
Το China Shock 2.0 δεν είναι απλώς μια ιστορία για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία αντιμετωπίζει κινεζικό ανταγωνισμό σε ολοένα μεγαλύτερο φάσμα:
- ηλεκτρικά οχήματα και μπαταρίες,
- φωτοβολταϊκά και clean tech,
- χημικά,
- μηχανήματα και βιομηχανικό εξοπλισμό,
- ηλεκτρονικά,
- κρίσιμα υλικά και εξαρτήματα.
Η ΕΚΤ και η Banca d’Italia χαρακτηρίζουν πλέον επίσημα τη νέα αυτή φάση ως πιθανό «China Shock 2.0», συνδέοντάς την με την κινεζική τεχνολογική αναβάθμιση, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των τιμών και τις βιομηχανικές πολιτικές του Πεκίνου.
Η παγίδα της Ευρώπης
Οι Βρυξέλλες θα μπορούσαν θεωρητικά να απαντήσουν με περισσότερους δασμούς.
Ήδη έχουν χρησιμοποιήσει αντισταθμιστικούς δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα και έχουν δημιουργήσει νέα εργαλεία κατά των ξένων επιδοτήσεων και του οικονομικού εξαναγκασμού.
Όμως εδώ εμφανίζεται η μεγάλη ευρωπαϊκή παγίδα.
Η ΕΕ εξαρτάται ταυτόχρονα από την Κίνα για κρίσιμες πρώτες ύλες, components, μπαταρίες και ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού.
Άρα η Ευρώπη θέλει να μειώσει την κινεζική εξάρτηση χωρίς να προκαλέσει μια εμπορική σύγκρουση που θα μπορούσε να πλήξει τη δική της βιομηχανία.
Trump από τη μία – Xi από την άλλη
Και η συγκυρία γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
Η Ευρώπη δέχεται εμπορική πίεση ταυτόχρονα από τις δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του κόσμου.
Από τη μία βρίσκεται η πολιτική δασμών των ΗΠΑ.
Από την άλλη, το κύμα φθηνότερων και τεχνολογικά ολοένα πιο προηγμένων κινεζικών προϊόντων.
Παράλληλα, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη αυξήσει το ενεργειακό και δημοσιονομικό κόστος για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ η κρίση στο Hormuz και στην Ερυθρά Θάλασσα προσθέτει νέα πίεση στις εμπορικές και ενεργειακές ροές.
Η Ευρώπη επομένως καλείται να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο:
να αντιμετωπίσει την Κίνα χωρίς να χάσει τις ΗΠΑ και να προστατεύσει τη βιομηχανία της χωρίς να κλείσει την οικονομία της.
Οι δασμοί μόνοι τους δεν λύνουν το πρόβλημα
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη προειδοποίηση.
Η προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς μπορεί να βοηθήσει συγκεκριμένους κλάδους.
Δεν λύνει όμως το βαθύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονται τις κινεζικές μόνο στο Παρίσι, στο Βερολίνο ή στη Ρώμη.
Τις ανταγωνίζονται στη Λατινική Αμερική, στην Ασία, στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή.
Και εκεί οι ευρωπαϊκοί δασμοί δεν προσφέρουν καμία προστασία.
Το China Shock γίνεται ευρωπαϊκό πολιτικό πρόβλημα
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη διάσταση.
Οι βιομηχανικές απώλειες δεν μεταφράζονται μόνο σε χαμηλότερο ΑΕΠ.
Μεταφράζονται σε εργοστάσια που κλείνουν, θέσεις εργασίας που χάνονται και περιοχές που αισθάνονται ότι το οικονομικό μοντέλο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή ευημερία καταρρέει.
Η Γερμανία βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή αυτής της πίεσης, γεγονός που συνδέει πλέον το εμπορικό ζήτημα με την εσωτερική πολιτική αστάθεια και την ενίσχυση αντισυστημικών δυνάμεων.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «δασμοί ή όχι»
Η μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση θα είναι εύκολο να περιοριστεί στους δασμούς κατά των κινεζικών προϊόντων.
Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο:
μπορεί η Ευρώπη να ξαναγίνει ανταγωνιστική;
Φθηνότερη ενέργεια.
Περισσότερες επενδύσεις.
Μεγαλύτερη ενιαία αγορά κεφαλαίων.
Λιγότερη γραφειοκρατία.
Ταχύτερη ανάπτυξη νέων τεχνολογιών.
Και μια πραγματική ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.
Χωρίς αυτά, οι δασμοί μπορούν να αγοράσουν χρόνο.
Δεν μπορούν να δημιουργήσουν από μόνοι τους ανταγωνιστικότητα.
Η Ευρώπη έχει μέχρι τον Οκτώβριο — αλλά το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο
Το τελεσίγραφο των Βρυξελλών προς το Πεκίνο μπορεί να οδηγήσει σε παραχωρήσεις.
Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε νέα εμπορική σύγκρουση.
Αλλά το China Shock 2.0 αποκαλύπτει ήδη μια πολύ βαθύτερη αλλαγή στην παγκόσμια οικονομία:
η Κίνα δεν θέλει πλέον απλώς να είναι το εργοστάσιο του κόσμου. Θέλει να είναι ο τεχνολογικός και βιομηχανικός πρωταθλητής του.
Και αυτή τη φορά η Ευρώπη δεν βρίσκεται απέναντι σε έναν φθηνό προμηθευτή.
Βρίσκεται απέναντι σε έναν ανταγωνιστή που διεκδικεί τις ίδιες βιομηχανίες στις οποίες στηρίχθηκε επί δεκαετίες η ευρωπαϊκή ισχύς.
Πηγή: pagenews.gr
