18.09.2026 | 10:56
«ο Σαμαράς δεν ψάχνει απλώς ποσοστό — ψάχνει χώρο ανάμεσα στη ΝΔ και τη δεξιά της»
Το ερώτημα «θα κάνει κόμμα ο Αντώνης Σαμαράς;» αρχίζει να χάνει το ενδιαφέρον του.
Γιατί οι ενδείξεις έχουν πυκνώσει τόσο, ώστε το πραγματικό ερώτημα να βρίσκεται ένα βήμα παρακάτω:
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ στις 17 Σεπτεμβρίου, η οργανωτική προετοιμασία έχει προχωρήσει: τα γραφεία φέρονται έτοιμα, οι επαφές με πρώην υπουργούς και παλαιούς συνεργάτες έχουν ενταθεί, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη διεργασίες για ψηφοδέλτια και κατανομή ρόλων. Ο χρόνος των ανακοινώσεων, πάντως, παραμένει άγνωστος.
Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός είχε φροντίσει ήδη από τον Ιούνιο να αφήσει ελάχιστο χώρο για παρερμηνείες:
«Έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Θα τις ανακοινώσω όταν και όπως πρέπει».
Άρα το παρασκήνιο έχει προχωρήσει.
Τώρα αρχίζει η πολιτική αριθμητική.
Ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει κάτι που οι περισσότεροι νεοεισερχόμενοι στην πολιτική θα ζήλευαν: αναγνωρισιμότητα 100%, κυβερνητική εμπειρία, πρώην στελέχη που μπορούν να κινητοποιηθούν και ένα απολύτως αναγνωρίσιμο πολιτικό στίγμα.
Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται και η δυσκολία του.
Δεν εμφανίζεται ως άγραφο χαρτί.
Έχει υπάρξει υπουργός, αρχηγός της ΝΔ, πρωθυπουργός και ιδρυτής της Πολιτικής Άνοιξης.
Επομένως δεν αρκεί να πει στους ψηφοφόρους ποιος είναι.
Πρέπει να απαντήσει στο πολύ δυσκολότερο:
Γιατί χρειάζεται ένα κόμμα Σαμαρά το 2026;
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Ο χώρος στον οποίο θα μπορούσε να κινηθεί ένας νέος σχηματισμός δεν είναι κενός.
Υπάρχει η Νέα Δημοκρατία.
Υπάρχει η Ελληνική Λύση.
Υπάρχει η Φωνή Λογικής.
Υπάρχουν ψηφοφόροι που κινούνται μεταξύ κομματικής επιλογής και αποχής.
Και υπάρχει ασφαλώς ένα τμήμα παραδοσιακών ψηφοφόρων της Κεντροδεξιάς που μπορεί να συμμερίζεται την κριτική του Σαμαρά ότι η σημερινή ΝΔ έχει απομακρυνθεί από παραδοσιακές θέσεις της παράταξης.
Ο ίδιος το έχει διατυπώσει ευθέως. Τον Ιούνιο υποστήριξε ότι υπάρχει «κενό εκπροσώπησης» και ότι η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη έχει μείνει χωρίς εκπροσώπηση.
Αυτό ουσιαστικά περιγράφει και την πολιτική αγορά στην οποία θέλει να απευθυνθεί.
Το ερώτημα είναι πόσο μεγάλη είναι πραγματικά.
Η τελευταία Opinion Poll δίνει ένα ενδιαφέρον πρώτο στοιχείο.
Στο ερώτημα πόσο πιθανό είναι να ψηφίσουν ένα κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά, το 11,5% απαντά «πολύ» ή «αρκετά πιθανό».
Το 86,2% απαντά «λίγο» ή «καθόλου».
Προσοχή όμως: το 11,5% δεν είναι πρόθεση ψήφου.
Δεν σημαίνει ότι ένα κόμμα Σαμαρά ξεκινά από 11,5%.
Είναι δυνητική ψήφος — η δεξαμενή ανθρώπων που δηλώνουν σήμερα ότι θα μπορούσαν να εξετάσουν μια τέτοια επιλογή.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το στοίχημα του πρώην πρωθυπουργού:
πόσο από το δυνητικό μπορεί να γίνει πραγματικό;
Υπάρχει όμως και μια πολιτική πραγματικότητα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Ένα κόμμα Σαμαρά δεν θα εμφανιστεί σε πολιτικό κενό.
Θα εμφανιστεί απέναντι σε μια Νέα Δημοκρατία με αρχηγό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και η σύγκρουση των δύο ανδρών δεν είναι πλέον υπόγεια.
Μετά τη ΔΕΘ, ο Σαμαράς απάντησε δημοσίως στον πρωθυπουργό, υποστηρίζοντας ότι το ποιος βλάπτει την παράταξη δεν το αποφασίζει η οικογένεια Μητσοτάκη αλλά οι ψηφοφόροι της.
Η πολιτική γραμμή έχει επομένως χαραχθεί.
Από τη μία βρίσκεται η ηγεσία της σημερινής ΝΔ.
Από την άλλη, ο πρώην πρωθυπουργός που υποστηρίζει ότι η παράταξη έχει αλλάξει φυσιογνωμία.
Αυτό δεν μοιάζει πλέον με οικογενειακή διαφωνία της Κεντροδεξιάς.
Μοιάζει με προετοιμασία εκλογικής σύγκρουσης.
Αν το νέο κόμμα κατέβει πράγματι στις εκλογές, η προέλευση των ψηφοφόρων του θα έχει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποσοστό του.
Θα προέρχονται κυρίως από τη ΝΔ;
Από την Ελληνική Λύση;
Από τη Φωνή Λογικής;
Από αποχή και αναποφάσιστους;
Ή θα σχηματιστεί ένα μείγμα όλων αυτών;
Η απάντηση δεν υπάρχει ακόμη.
Και αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί σήμερα να υπολογιστεί μηχανικά η επίδραση ενός νέου κόμματος στις εκλογικές ισορροπίες.
Μπορεί όμως να ειπωθεί κάτι ασφαλέστερο:
κάθε νέα δύναμη που περνά το 3% αλλάζει την κατανομή των εδρών και προσθέτει έναν ακόμη παίκτη στη μετεκλογική αριθμητική.
Το πολιτικό στίγμα του Σαμαρά δεν αποτελεί μυστήριο.
Εθνικά θέματα, σκληρότερη στάση απέναντι στην Τουρκία, μεταναστευτικό, οικογένεια, κοινωνικά ζητήματα, κριτική στη διεύρυνση της ΝΔ προς το Κέντρο και έμφαση στην παραδοσιακή φυσιογνωμία της Κεντροδεξιάς βρίσκονται εδώ και χρόνια στον πυρήνα των παρεμβάσεών του.
Αυτό του δίνει σαφή ταυτότητα.
Δημιουργεί όμως και το μεγαλύτερο στρατηγικό ερώτημα:
φτάνει αυτή η ατζέντα για να δημιουργηθεί νέο κόμμα με διάρκεια;
Διότι η τελευταία Opinion Poll καταγράφει ως κυρίαρχο πρόβλημα των πολιτών την ακρίβεια και τον πληθωρισμό με 62,4%. Ακολουθούν οικονομία και ανάπτυξη με 29,5% και τιμές/ενεργειακό κόστος με 19,4%, ενώ τα εθνικά και ελληνοτουρκικά βρίσκονται στο 12,8%.
Άρα ένα νέο κόμμα θα πρέπει να απαντήσει όχι μόνο στο «ποια Δεξιά θέλουμε;».
Θα πρέπει να απαντήσει και στο «πώς πληρώνεται το ενοίκιο;».
Υπάρχει φυσικά και η βαριά ιστορική σκιά.
Το 1993 ο Αντώνης Σαμαράς ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη μετά τη ρήξη του με τη Νέα Δημοκρατία.
Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, βρίσκεται ξανά μπροστά στο ενδεχόμενο δημιουργίας ενός πολιτικού φορέα έξω από το κόμμα του οποίου υπήρξε αργότερα πρόεδρος και με το οποίο έγινε πρωθυπουργός.
Η ομοιότητα είναι εντυπωσιακή.
Η Ελλάδα όμως δεν είναι ίδια.
Ούτε η ΝΔ.
Ούτε η δεξιά ψήφος.
Ούτε το κομματικό σύστημα.
Και αυτό κάνει τη δεύτερη απόπειρα —εφόσον τελικά ανακοινωθεί— πολύ διαφορετικό πολιτικό πείραμα από το πρώτο.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον της υπόθεσης.
Ένα νέο κόμμα δεν χρειάζεται απαραίτητα να διεκδικήσει την εξουσία για να επηρεάσει το πολιτικό παιχνίδι.
Αρκεί να μπει στη Βουλή.
Αρκεί να μετακινήσει ένα μέρος των σημερινών συσχετισμών.
Αρκεί να αλλάξει το ποσοστό των ψήφων που κατευθύνονται σε κόμματα εντός και εκτός Βουλής.
Και γι’ αυτό στο κυβερνητικό στρατόπεδο το θέμα Σαμαρά δεν μπορεί απλώς να αγνοηθεί, ακόμη κι αν η δυνητική ψήφος απέχει πολύ από πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Ο Σαμαράς κρατά ακόμη ένα πλεονέκτημα.
Δεν έχει ανακοινώσει επισήμως το επόμενο βήμα.
Μπορεί επομένως να επιλέξει χρόνο, σκηνικό και πολιτική συγκυρία.
Το χθεσινό ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ περιγράφει ακριβώς αυτή την κατάσταση: η οργανωτική προετοιμασία φέρεται προχωρημένη, αλλά η ημερομηνία ανακοίνωσης παραμένει το χαρτί του αιφνιδιασμού.
Και κάπως έτσι η συζήτηση αλλάζει.
Δεν είναι πια:
«Θα κάνει κόμμα ο Σαμαράς;»
Είναι:
«Όταν το ανακοινώσει, ποιος θα φύγει από εκεί που βρίσκεται για να πάει μαζί του;»
Γιατί τελικά αυτό θα κρίνει αν πρόκειται για μια ακόμη προσθήκη στον ήδη κατακερματισμένο πολιτικό χάρτη ή για έναν νέο παράγοντα που θα αλλάξει την αριθμητική της κάλπης.
Πηγή: pagenews.gr