Policy Briefs

Ενεργειακό κόστος: Στο επίκεντρο της ΕΕ – Η γερμανική μάχη για φθηνότερα καύσιμα

Ενεργειακό κόστος: Στο επίκεντρο της ΕΕ – Η γερμανική μάχη για φθηνότερα καύσιμα
Η εκτόξευση των τιμών σε πετρέλαιο, καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια επαναφέρει το ενεργειακό κόστος στην κορυφή της ευρωπαϊκής οικονομικής ατζέντας. Η Γερμανία έβαλε στο τραπέζι ακόμη και προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα από 19% σε 7%, ενώ τελικά προχώρησε σε νέο πακέτο φορολογικής ελάφρυνσης 2,5 δισ. ευρώ. Στο Eurogroup της 18ης Σεπτεμβρίου, οι υπουργοί Οικονομικών συζήτησαν τις νέες πληθωριστικές πιέσεις και την ανάγκη προστασίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων χωρίς νέα δημοσιονομικά βάρη.

Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει δυναμικά στο ευρωπαϊκό οικονομικό προσκήνιο, σε μια στιγμή κατά την οποία οι κυβερνήσεις προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη άμεσης στήριξης των πολιτών και στην αποφυγή μιας νέας περιόδου ανεξέλεγκτων κρατικών επιδοτήσεων.

Η άνοδος του πετρελαίου και των καυσίμων, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και το αυξημένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, έχει επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση εργαλεία που θυμίζουν την περίοδο 2022-2023: μειώσεις φόρων, επιδοτήσεις, έκτακτες παρεμβάσεις και φόρους στα υπερκέρδη.

Η γερμανική πρόταση για ΦΠΑ 7% στα καύσιμα

Η υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας της Γερμανίας, Κατερίνα Ράιχε, πρότεινε αρχικά την προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα από 19% σε 7%, ως μέτρο άμεσης ανακούφισης των καταναλωτών.

Η ίδια υποστήριξε ότι μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να μειώσει το κόστος ακριβώς εκεί όπου γίνεται περισσότερο αισθητό, δηλαδή στο πρατήριο καυσίμων, και να έχει άμεσο αποτέλεσμα μετά την εφαρμογή της.

Παράλληλα, είχε ταχθεί κατά της επιβολής πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και κατά ενός έκτακτου φόρου στις ενεργειακές εταιρείες, δείχνοντας ότι στο εσωτερικό της γερμανικής κυβέρνησης υπήρχαν διαφορετικές προσεγγίσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης.

Από τη συζήτηση στον νέο «Tankrabatt»

Οι εξελίξεις, ωστόσο, προχώρησαν γρήγορα.

Στις 18 Σεπτεμβρίου η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τελικά συμφωνία για μείωση του ειδικού ενεργειακού φόρου σε βενζίνη και diesel κατά 14 λεπτά του ευρώ ανά λίτρο έως το τέλος του 2026.

Μαζί με τη μικρότερη επιβάρυνση από τον ΦΠΑ, η συνολική φορολογική ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 17 λεπτά ανά λίτρο. Το μέτρο σχεδιάζεται να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Οκτωβρίου και το συνολικό δημοσιονομικό του κόστος υπολογίζεται περίπου στα 2,5 δισ. ευρώ.

Πρόκειται ουσιαστικά για νέο γύρο του γερμανικού «Tankrabatt», μετά την προηγούμενη προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα που εφαρμόστηκε τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026.

Το ενεργειακό κόστος μπήκε στην καρδιά του Eurogroup

Η εκρηκτική άνοδος των τιμών δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά γερμανικό ζήτημα.

Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, είχε επισημάνει πριν από τη συνεδρίαση στο Δουβλίνο ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη ταυτόχρονα με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, επίμονα υψηλό ενεργειακό κόστος και πληθωριστικές πιέσεις που επηρεάζουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Στη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου, οι υπουργοί εξέτασαν τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της ευρωζώνης και τις πολιτικές προτεραιότητες για την αντιμετώπιση των νέων πιέσεων.

Το μήνυμα που δόθηκε ήταν ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να προστατεύσουν τους πολίτες όταν οι συνθήκες επιδεινώνονται, χωρίς όμως να δημιουργούν μόνιμα δημοσιονομικά βάρη που θα υπονομεύσουν τα δημόσια οικονομικά τα επόμενα χρόνια.

Επιστρέφει στο τραπέζι ο φόρος στα υπερκέρδη

Ένα από τα θέματα που έχουν επανέλθει στην ευρωπαϊκή συζήτηση είναι και η πιθανότητα φορολόγησης των έκτακτων κερδών των ενεργειακών επιχειρήσεων.

Η ιδέα εξετάζεται ως ένας πιθανός τρόπος χρηματοδότησης στοχευμένων μέτρων στήριξης χωρίς ολόκληρο το βάρος να μεταφερθεί στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Η πρόταση, πάντως, δεν συγκεντρώνει ενιαία υποστήριξη. Η γερμανική υπουργός Οικονομίας είχε εκφράσει την αντίθεσή της σε έναν τέτοιο φόρο, ενώ άλλες πλευρές θεωρούν ότι τα έκτακτα κέρδη που δημιουργούνται σε περιόδους ενεργειακής κρίσης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής στήριξης.

Οι Βρυξέλλες δεν θέλουν επιστροφή στις οριζόντιες επιδοτήσεις

Το βασικό δίλημμα για την Ευρώπη είναι η μορφή που θα έχουν οι νέες παρεμβάσεις.

Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, οι κυβερνήσεις δαπάνησαν τεράστια ποσά για να περιορίσουν την επιβάρυνση στους λογαριασμούς και στα καύσιμα. Η επανάληψη αντίστοιχων οριζόντιων προγραμμάτων θα επιβάρυνε σημαντικά τα δημόσια οικονομικά, σε μια περίοδο κατά την οποία τα κράτη πρέπει παράλληλα να χρηματοδοτήσουν υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, επενδύσεις και το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού.

Γι’ αυτό η ευρωπαϊκή κατεύθυνση παραμένει περισσότερο προσανατολισμένη σε προσωρινές και στοχευμένες παρεμβάσεις, παρά σε μόνιμες οριζόντιες επιδοτήσεις.

Το πετρέλαιο αλλάζει ξανά τους οικονομικούς υπολογισμούς

Η νέα αναστάτωση έχει ενισχυθεί από την ένταση στη Μέση Ανατολή.

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, αυξάνοντας άμεσα το κόστος μεταφορών και καυσίμων, αλλά ταυτόχρονα δημιουργώντας δεύτερο κύμα επιβαρύνσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία μέσω του πληθωρισμού.

Η ενέργεια επηρεάζει σχεδόν ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα: βιομηχανία, logistics, αγροτική παραγωγή, αερομεταφορές και τελικά τις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.

Η Γερμανία είχε ήδη δαπανήσει δισεκατομμύρια για την ενέργεια

Η νέα παρέμβαση έρχεται πάνω σε ένα ήδη μεγάλο πρόγραμμα στήριξης της γερμανικής οικονομίας.

Από τις αρχές του 2026 καταργήθηκε η επιβάρυνση για την αποθήκευση φυσικού αερίου, ενώ το ομοσπονδιακό κράτος χρηματοδότησε με 6,5 δισ. ευρώ τη μείωση των χρεώσεων στα ηλεκτρικά δίκτυα.

Συνολικά, η γερμανική κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις μειώνουν το ενεργειακό κόστος νοικοκυριών και επιχειρήσεων κατά περίπου 10 δισ. ευρώ ετησίως.

Η νέα μείωση στα καύσιμα δείχνει ότι το ενεργειακό ζήτημα παραμένει ανοιχτό, παρά τις προηγούμενες παρεμβάσεις.

Το πρόβλημα δεν σταματά στα καύσιμα

Η ευρωπαϊκή ανησυχία είναι ευρύτερη από την τιμή της βενζίνης ή του diesel.

Υψηλό ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο πλήττουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, ενώ ο πρόεδρος του Eurogroup έχει τονίσει ότι η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει και τον κατακερματισμό της ενεργειακής αγοράς, με στόχο ένα περισσότερο ενοποιημένο, ασφαλές και οικονομικά προσιτό ενεργειακό σύστημα.

Το ενεργειακό κόστος συνδέεται έτσι άμεσα με τη μεγαλύτερη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Ο νέος κίνδυνος για τον πληθωρισμό

Η αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης απειλεί παράλληλα να καθυστερήσει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.

Οι υψηλές τιμές ενέργειας αυξάνουν τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και επηρεάζουν αντίστοιχα τις προσδοκίες για τα επιτόκια, καθώς οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να αξιολογήσουν εάν το νέο ενεργειακό σοκ θα μετατραπεί σε πιο μόνιμες αυξήσεις τιμών.

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι ξανά αντιμέτωπη με ένα δύσκολο τρίγωνο: στήριξη της οικονομίας, συγκράτηση του πληθωρισμού και δημοσιονομική πειθαρχία.

Νέα ενεργειακή δοκιμασία για την Ευρώπη

Οι επόμενες αποφάσεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά και από τη διάρκεια της γεωπολιτικής έντασης.

Η Γερμανία έχει ήδη επιλέξει νέα φορολογική ελάφρυνση στα καύσιμα, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξετάζονται διαφορετικοί τρόποι περιορισμού των επιπτώσεων χωρίς επανάληψη των τεράστιων δημοσιονομικών πακέτων της προηγούμενης κρίσης.

Το ενεργειακό κόστος επιστρέφει έτσι ως ένα από τα κεντρικά προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον αν απαιτείται αντίδραση, αλλά ποια μέτρα μπορούν να προσφέρουν πραγματική ανακούφιση σε πολίτες και επιχειρήσεις χωρίς να μετατρέψουν μια ενεργειακή κρίση σε νέα δημοσιονομική κρίση.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο