Ευρωπαϊκό «φρένο» στις εξαιρέσεις: Δυσκολεύει η μάχη της Αθήνας για φθηνότερα καύσιμα
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Ευρωπαϊκό «φρένο» στις εξαιρέσεις: Δυσκολεύει η μάχη της Αθήνας για φθηνότερα καύσιμα
Ένα δύσκολο ευρωπαϊκό παζλ βρίσκεται πλέον μπροστά στην κυβέρνηση όσον αφορά την τιμή των καυσίμων.
Η Αθήνα μπορεί φορολογικά να κινηθεί στους εθνικούς συντελεστές του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης μέσα στα όρια που θέτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το κρίσιμο ζήτημα όμως είναι άλλο: ποιος θα πληρώσει τον δημοσιονομικό λογαριασμό μιας μείωσης του ΕΦΚ και εάν αυτός μπορεί να εξαιρεθεί από την ευρωπαϊκά συμφωνημένη πορεία των καθαρών δαπανών.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο το μήνυμα από τις Βρυξέλλες γίνεται αυστηρότερο.
Το ανεξάρτητο Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (EFB) προειδοποιεί ότι η συνεχής δημιουργία νέων εξαιρέσεων κινδυνεύει να υπονομεύσει το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο πρώτος πλήρης κύκλος εφαρμογής του. Στην τελευταία έκθεσή του, που δημοσιεύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου, εκφράζει ειδικά ανησυχία για την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής από την άμυνα σε μέτρα ενεργειακής ανθεκτικότητας.
Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η κυβέρνηση έχει ήδη πετύχει ένα σημαντικό πρώτο βήμα για πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο στην ενεργειακή ασφάλεια. Δεν σημαίνει όμως ότι απέκτησε λευκή επιταγή για μείωση του ΕΦΚ στη βενζίνη και το diesel.
Το μήνυμα του EFB: Η ενεργειακή κρίση δεν σημαίνει λευκή επιταγή
Το EFB είχε διατυπώσει τη θέση του με ασυνήθιστα καθαρό τρόπο ήδη από τον Ιούνιο.
Η νέα ενεργειακή διαταραχή είναι πραγματική, αναγνωρίζει, αλλά δεν δικαιολογεί γενικευμένη δημοσιονομική χαλάρωση. Τα κράτη της ευρωζώνης πρέπει κατά την άποψή του να παραμείνουν στις συμφωνημένες πορείες καθαρών δαπανών και, όπου απαιτείται στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αυτή να είναι προσωρινή, στοχευμένη και δημοσιονομικά αντισταθμισμένη
Ο πρόεδρος του EFB Pieter Hasekamp συμπύκνωσε τη φιλοσοφία του Συμβουλίου σε μία φράση:
«The energy shock is real, but it calls for transformation, not stimulus».
Δηλαδή: η ενεργειακή κρίση απαιτεί μετασχηματισμό και όχι γενικευμένη τόνωση της οικονομίας.
Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Άλλο πράγμα η χρηματοδότηση φωτοβολταϊκών, αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας ή ενεργειακών αναβαθμίσεων που περιορίζουν μόνιμα την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα — και άλλο η μείωση ενός φόρου στην αντλία για να περιοριστεί προσωρινά η λιανική τιμή.
Η Ελλάδα πήρε το πρώτο «ναι» – Αλλά όχι για τον ΕΦΚ
Στις 17 Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγήθηκε επισήμως στο Συμβούλιο να επιτραπεί στην Ελλάδα η επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής ώστε να καλύψει πρόσθετα μέτρα ενεργειακής ασφάλειας.
Η ελληνική αίτηση είχε κατατεθεί στις 6 Αυγούστου και επικαλείται τις επιπτώσεις της στρατιωτικής σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο και την ανάγκη περιορισμού της ευρωπαϊκής εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική λεπτομέρεια.
Η ίδια η Κομισιόν απαριθμεί τι περιλαμβάνει ο ελληνικός φάκελος:
φωτοβολταϊκά, αποθήκευση καθαρής ενέργειας, αντλίες θερμότητας, θερμοσίφωνες, ενεργειακή αναβάθμιση δημόσιων κτιρίων και υποδομών, καθώς και βελτιώσεις του σιδηροδρομικού συστήματος.
Δεν πρόκειται για φορολογική ελάφρυνση στην αντλία.
Αυτό είναι το σημείο που μπορεί εύκολα να χαθεί στη δημόσια συζήτηση.
Το «ταβάνι» του 0,3%
Η ενεργειακή ευελιξία που άνοιξε η Κομισιόν δεν είναι απεριόριστη.
Οι επιλέξιμες δαπάνες ενεργειακής ασφάλειας δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 0,3% του ΑΕΠ ανά έτος, ενώ σωρευτικά έως το τέλος του 2028 το όριο είναι 0,6% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το συνολικό ανώτατο όριο της εθνικής ρήτρας —μαζί με την αμυντική ευελιξία— παραμένει στο 1,5% του ΑΕΠ.
Η Κομισιόν διευκρινίζει επίσης ότι η διευρυμένη ρήτρα αφορά μέτρα που ενισχύουν τη διαρθρωτική ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος και επιταχύνουν την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα.
Επομένως, μια προσωρινή οριζόντια μείωση του ΕΦΚ δεν εντάσσεται αυτομάτως σε αυτή τη λογική.
Γιατί ο ΕΦΚ είναι δυσκολότερη υπόθεση
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του ελληνικού προβλήματος.
Εάν η κυβέρνηση αποφασίσει να μειώσει μονομερώς τον ΕΦΚ, η απώλεια φορολογικών εσόδων δεν εξαφανίζεται. Πρέπει να απορροφηθεί από τον ελληνικό δημοσιονομικό σχεδιασμό.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να καλυφθεί από πρόσθετα έσοδα, εξοικονόμηση άλλων δαπανών ή από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Για να αντιμετωπιστεί διαφορετικά στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων θα απαιτούνταν πρόσθετη ευρωπαϊκή ευελιξία ή διαφορετική κοινή ρύθμιση. Και ακριβώς μια περαιτέρω διεύρυνση των εξαιρέσεων είναι εκείνη που αμφισβητεί πλέον ανοιχτά το EFB.
Πρέπει πάντως να γίνει μια κρίσιμη διάκριση: το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο δεν αποφασίζει αν η Ελλάδα θα μειώσει τον ΕΦΚ και η έκθεσή του δεν αποτελεί veto. Είναι ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο που αξιολογεί την εφαρμογή του Συμφώνου και συμβουλεύει την Επιτροπή και το Συμβούλιο.
Πολιτικά, όμως, η παρέμβασή του ενισχύει όσους στις Βρυξέλλες ζητούν αυστηρή εφαρμογή των νέων κανόνων.
Οι Βρυξέλλες φοβούνται την επιστροφή στο 2022
Πίσω από τη σκληρή θέση υπάρχει και το προηγούμενο της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης.
Το EFB θεωρεί ότι την περίοδο 2022–2023 αρκετές κυβερνήσεις διατήρησαν ευρείες και μη στοχευμένες παρεμβάσεις ακόμη και όταν οι ενεργειακές τιμές είχαν αρχίσει να εξομαλύνονται. Φοβάται ότι εάν κάθε νέα γεωπολιτική αναταραχή δημιουργεί μια καινούργια εξαίρεση, οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες θα χάσουν την αξιοπιστία τους.
Και οι δημοσιονομικές συνθήκες είναι ήδη πιο δύσκολες.
Το Συμβούλιο προβλέπει ότι το συνολικό έλλειμμα της ευρωζώνης θα φθάσει περίπου στο 3,5% του ΑΕΠ το 2027, ενώ το χρέος θα υπερβεί το 90% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, το υψηλότερο κόστος δανεισμού αυξάνει τις δαπάνες για τόκους, ιδιαίτερα στις χώρες με υψηλό χρέος
Η Ευρώπη πάντως ήδη κατεβάζει φόρους στα καύσιμα
Εδώ εμφανίζεται και το ευρωπαϊκό παράδοξο.
Παρά τη δημοσιονομική προειδοποίηση, κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν ήδη υιοθετήσει μέτρα απέναντι στην ενεργειακή κρίση, από επιδοτήσεις μέχρι μειώσεις φόρων. Η Γερμανία, για παράδειγμα, έχει κινηθεί προς φορολογική ελάφρυνση στα καύσιμα, ενώ Γαλλία και Ισπανία έχουν ενεργοποιήσει διαφορετικά σχήματα στήριξης.
Και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τα κράτη μπορούν να χρησιμοποιούν εργαλεία όπως εισοδηματικές ενισχύσεις, ενεργειακά vouchers και χαμηλότερους φόρους ηλεκτρικής ενέργειας για ευάλωτα νοικοκυριά.
Άρα οι Βρυξέλλες δεν λένε «καμία στήριξη».
Η διαφωνία αφορά πόσο οριζόντια θα είναι, πόσο θα διαρκέσει και ποιος θα αναλάβει το δημοσιονομικό της κόστος.
Η Αθήνα χρειάζεται τώρα δύο διαφορετικά «κλειδιά»
Για την κυβέρνηση η εικόνα διαμορφώνεται πλέον σε δύο επίπεδα.
Το πρώτο είναι ήδη σε προχωρημένο στάδιο: η διευρυμένη ρήτρα για διαρθρωτικές επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας, για την οποία υπάρχει θετική σύσταση της Κομισιόν προς το Συμβούλιο.
Το δεύτερο είναι σαφώς δυσκολότερο: μια παρέμβαση στην τιμή των καυσίμων μέσω ΕΦΚ χωρίς το πλήρες δημοσιονομικό κόστος να επιβαρύνει την εθνική πορεία καθαρών δαπανών.
Και εδώ η Αθήνα θα χρειαστεί είτε να εξασφαλίσει ευρύτερη ευρωπαϊκή λύση είτε να βρει τον χώρο μέσα στον ελληνικό προϋπολογισμό.
Το πραγματικό δίλημμα: Αντλία τώρα ή ενεργειακή ανεξαρτησία αύριο;
Η αντιπαράθεση κρύβει τελικά δύο διαφορετικές φιλοσοφίες αντιμετώπισης της κρίσης.
Η πρώτη λέει: ρίξε τώρα το κόστος για τον καταναλωτή, ακόμη και με προσωρινές φορολογικές παρεμβάσεις.
Η δεύτερη, την οποία προωθεί το EFB, λέει: χρησιμοποίησε τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για να μειώσεις μόνιμα την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και στόχευσε οποιαδήποτε άμεση βοήθεια σε όσους πραγματικά τη χρειάζονται.
Για την Αθήνα αυτό μετατρέπει τον ΕΦΚ από απλό φορολογικό ζήτημα σε ευρωπαϊκή πολιτική διαπραγμάτευση.
Η πόρτα δεν έχει κλείσει. Όμως μετά την προειδοποίηση του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το αίτημα να μην προσμετρηθεί το δημοσιονομικό κόστος μιας οριζόντιας μείωσης των καυσίμων γίνεται σαφώς δυσκολότερο να δικαιολογηθεί μέσα στους νέους κανόνες.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο