Οι 120 δόσεις είναι αναμφίβολα μια σημαντική αλλαγή για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Αλλά πίσω από τη νέα ρύθμιση κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα.
Η κυβέρνηση αυξάνει από 72 σε 120 τον μέγιστο αριθμό δόσεων και ανοίγει τη ρύθμιση σε ληξιπρόθεσμες οφειλές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για έναν οφειλέτη αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο:
μικρότερη μηνιαία δόση και περισσότερο χρόνο για να κρατήσει τη ρύθμισή του ζωντανή.
Όμως οι αριθμοί δείχνουν ότι η πραγματική μάχη δεν είναι πλέον απλώς για την επιμήκυνση.
Είναι για το αν εκατομμύρια οφειλέτες διαθέτουν αρκετό εισόδημα ώστε να εξυπηρετούν ταυτόχρονα:
παλιά χρέη + νέα χρέη + φόρους + ασφαλιστικές εισφορές + αυξημένο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος.
Από τις 72 στις 120: Γιατί χρειάστηκε η αλλαγή
Το πρώτο στοιχείο που εξηγεί τη νέα παρέμβαση είναι η συμμετοχή στην προηγούμενη ρύθμιση.
Περίπου 35.000 οφειλέτες είχαν ενταχθεί στο σχήμα των 72 δόσεων.
Δεν πρόκειται από μόνο του για απόδειξη αποτυχίας, καθώς οι προϋποθέσεις και η περίμετρος κάθε ρύθμισης επηρεάζουν τον αριθμό των δικαιούχων.
Δείχνει όμως ότι η προηγούμενη λύση δεν μπορούσε να απορροφήσει ένα μεγάλο τμήμα του συσσωρευμένου προβλήματος.
Η κυβέρνηση πλέον επιμηκύνει σημαντικά τον χρόνο αποπληρωμής.
Και αυτό μεταβάλλει ουσιαστικά τη μηνιαία εξίσωση για έναν οφειλέτη.
Η μεγάλη εικόνα: Μόλις 6,70% του χρέους είναι ρυθμισμένο
Το πραγματικό καμπανάκι βρίσκεται στα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Σε όλες τις διαθέσιμες ρυθμίσεις βρίσκεται μόλις το:
6,70%
του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους προς τη Φορολογική Διοίκηση.
Το συγκεκριμένο ποσοστό δεν αφορά αποκλειστικά τη ρύθμιση των 72 δόσεων.
Δείχνει όμως κάτι πολύ σημαντικό:
το μεγαλύτερο μέρος του ληξιπρόθεσμου χρέους παραμένει εκτός ενεργών ρυθμίσεων.
Και αυτό είναι πρόβλημα όχι μόνο για τον πολίτη.
Είναι πρόβλημα και για το Δημόσιο.
Γιατί χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί μπορεί να εμφανίζεται λογιστικά ως απαίτηση, αλλά δεν μετατρέπεται απαραίτητα σε πραγματικό δημόσιο έσοδο.
Σχεδόν 4 εκατομμύρια οφειλέτες στην Εφορία
Η δεύτερη διάσταση είναι κοινωνική.
Σχεδόν 4 εκατομμύρια φορολογούμενοι εμφανίζονται με οφειλές προς την Εφορία.
Και εδώ υπάρχει ένα στοιχείο που αλλάζει την εικόνα:
το 89,77% των οφειλετών χρωστά έως 10.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη μάζα των οφειλετών δεν βρίσκεται στην κατηγορία των τεράστιων χρεών εκατομμυρίων.
Πρόκειται κυρίως για μικρότερες οφειλές φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.
Και ακριβώς εκεί η μηνιαία δόση αποκτά τεράστια σημασία.
Για κάποιον που διαθέτει περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα, η διαφορά ανάμεσα στην αποπληρωμή ενός ποσού σε έξι και σε δέκα χρόνια μπορεί να καθορίσει αν η ρύθμιση θα τηρηθεί ή θα χαθεί.
Η πραγματική «βόμβα» βρίσκεται στα ασφαλιστικά ταμεία
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία των ασφαλιστικών οφειλών.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν φτάσει:
52,42 δισ. ευρώ.
Από αυτά όμως τα:
22,12 δισ. ευρώ
είναι προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις.
Δηλαδή περισσότερο από 4 στα 10 ευρώ του συνολικού ληξιπρόθεσμου ασφαλιστικού χρέους δεν αντιστοιχούν στην αρχική βασική οφειλή.
Αντιστοιχούν σε πρόσθετες επιβαρύνσεις που συσσωρεύθηκαν στην πορεία.
Και εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο κομμάτι της εξίσωσης.
Οι 120 δόσεις μειώνουν τη δόση – Δεν μειώνουν το κεφάλαιο
Η νέα ρύθμιση αντιμετωπίζει κυρίως το πρόβλημα του χρόνου αποπληρωμής.
Δεν αντιμετωπίζει αντίστοιχα το ύψος του ποσού που πρέπει να εξοφληθεί.
Οι περισσότερες δόσεις μπορούν να κάνουν τη μηνιαία επιβάρυνση σημαντικά πιο διαχειρίσιμη.
Δεν εξαφανίζουν όμως τις προσαυξήσεις.
Και όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή των πρόσθετων επιβαρύνσεων στο συνολικό χρέος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η εξόφληση ακόμη και σε βάθος δεκαετίας.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της νέας ρύθμισης:
αν η μείωση της μηνιαίας δόσης αρκεί για να κρατήσει περισσότερους οφειλέτες μέσα στο σύστημα.
Και υπάρχει επιτόκιο 5,84%
Υπάρχει και μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να χαθεί πίσω από τον αριθμό «120».
Η ρύθμιση δεν είναι άτοκη.
Το επιτόκιο διαμορφώνεται στο:
5,84% ετησίως.
Άρα οι περισσότερες δόσεις προσφέρουν μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση, αλλά αυξάνουν τη διάρκεια κατά την οποία το υπόλοιπο επιβαρύνεται με τόκο.
Για σύγκριση, το επιτόκιο στον εξωδικαστικό μηχανισμό διαμορφώνεται στο 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Επομένως οι 120 δόσεις πρέπει να αξιολογούνται κυρίως ως εργαλείο ρευστότητας και όχι ως φθηνότερη αποπληρωμή.
Ποιοι μπαίνουν
Το νέο πλαίσιο καλύπτει οφειλές προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία που:
- έγιναν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024,
- δεν βρίσκονταν σε ενεργή ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026,
- πληρούν τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του νέου σχήματος.
Η ελάχιστη μηνιαία δόση ορίζεται στα 30 ευρώ.
Η αίτηση θα μπορεί να υποβάλλεται έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Η ρύθμιση ενεργοποιείται με την καταβολή της πρώτης δόσης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την αίτηση.
Τι γίνεται με τους 35.000 που μπήκαν ήδη στις 72
Εδώ υπάρχει μια σημαντική πρόβλεψη.
Οι περίπου 35.000 οφειλέτες που έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις δεν εγκλωβίζονται στο παλιό καθεστώς.
Θα μπορούν να ζητήσουν τη μετάβασή τους στις 120 δόσεις.
Το υπόλοιπο της οφειλής τους θα επιμεριστεί στη μεγαλύτερη διάρκεια και έτσι θα μειωθεί η μηνιαία καταβολή.
Ο μεγάλος «κόφτης»: Τα χρέη από το 2025 και μετά
Εδώ όμως αρχίζει το δυσκολότερο σημείο.
Οι οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2025 δεν μπαίνουν στις 120 δόσεις.
Πρέπει είτε να έχουν εξοφληθεί είτε να έχουν τακτοποιηθεί με άλλον νόμιμο τρόπο — κατά κανόνα μέσω της πάγιας ρύθμισης έως 24 δόσεις.
Και αυτό δημιουργεί μια διπλή μηνιαία υποχρέωση.
Ένας επαγγελματίας μπορεί να βρεθεί να πληρώνει:
120 δόσεις για το παλιό χρέος + έως 24 δόσεις για το νεότερο χρέος + τις τρέχουσες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις του.
Εδώ θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η πραγματική βιωσιμότητα του σχήματος.
Το ίδιο πορτοφόλι πληρώνει τα πάντα
Αυτό είναι ίσως το πιο απλό αλλά και πιο ουσιαστικό οικονομικό συμπέρασμα.
Ο οφειλέτης δεν διαθέτει διαφορετικό εισόδημα για κάθε κατηγορία χρέους.
Όλα πληρώνονται από το ίδιο διαθέσιμο εισόδημα.
Ένας μικρομεσαίος επιχειρηματίας πρέπει μέσα στον ίδιο μήνα να καλύψει:
- τη δόση της παλιάς οφειλής,
- τη ρύθμιση των νεότερων χρεών,
- τον τρέχοντα ΦΠΑ,
- φόρο εισοδήματος,
- ασφαλιστικές εισφορές,
- μισθοδοσία,
- ρεύμα και καύσιμα,
- προμηθευτές και λειτουργικά έξοδα.
Εάν το άθροισμα ξεπερνά τη διαθέσιμη ρευστότητα, ακόμη και μία μεγαλύτερη ρύθμιση μπορεί τελικά να χαθεί.
Γιατί λοιπόν τώρα;
Η κυβερνητική εξήγηση είναι ότι η νέα ρύθμιση προστίθεται σε μια σειρά παρεμβάσεων για το ιδιωτικό χρέος και ανταποκρίνεται στις σημερινές δυσκολίες νοικοκυριών και αγοράς.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έχει δηλώσει ότι το υπουργείο συζήτησε με εμπόρους, βιοτέχνες και εκπροσώπους της αγοράς και ότι η νέα ρύθμιση προσθέτει ένα ακόμη εργαλείο στις αλλαγές που έχουν ήδη γίνει στον εξωδικαστικό μηχανισμό και στο ακατάσχετο.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση.
Η μετάβαση από τις 72 στις 120 δόσεις δείχνει ότι το προηγούμενο μοντέλο χρειαζόταν διεύρυνση ώστε η μηνιαία επιβάρυνση να γίνει πιο συμβατή με τις πραγματικές δυνατότητες περισσότερων οφειλετών.
Και αυτό είναι το πραγματικό τεστ της νέας ρύθμισης.
Όχι πόσοι θα κάνουν αίτηση την πρώτη εβδομάδα.
Αλλά:
πόσοι θα εξακολουθούν να πληρώνουν έναν και δύο χρόνους μετά.
Υπάρχει και δεύτερο μέτωπο: Οι servicers
Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει μόνο στα χρέη προς το Δημόσιο.
Το δεύτερο σκέλος αφορά τις οφειλές που διαχειρίζονται οι servicers.
Εκεί το νέο πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες προθεσμίες και περιορισμούς στη διαπραγμάτευση.
Μεταξύ άλλων:
- πλαφόν 15% στην προκαταβολή που μπορεί να ζητηθεί για ρύθμιση,
- συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα απάντησης,
- ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός έξι μηνών,
- τεκμηριωμένη απάντηση όταν απορρίπτεται πρόταση,
- και ισχυρότερη προστασία του οφειλέτη που τηρεί κανονικά τη συμφωνία του.
Η παρέμβαση επιχειρεί να αντιμετωπίσει περιπτώσεις στις οποίες οφειλέτες βρίσκονταν σε διαπραγμάτευση χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ή αντιμετώπιζαν απαιτήσεις για πολύ υψηλές προκαταβολές.
Η μεγάλη οικονομική εικόνα: €420,9 δισ. ιδιωτικό χρέος
Οι 120 δόσεις πρέπει τελικά να τοποθετηθούν μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη εικόνα.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ που δημοσιοποιήθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου, το συνολικό ιδιωτικό χρέος είχε φτάσει το πρώτο τρίμηνο του 2026 στα:
420,9 δισ. ευρώ
ή περίπου 169% του ΑΕΠ.
Σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα είχε αυξηθεί κατά 22,1 δισ. ευρώ.
Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις υπολογίζονταν στα 238,6 δισ. ευρώ.
Αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση για τις 120 δόσεις είναι πολύ μεγαλύτερη από μια ακόμη φορολογική ρύθμιση.
Αφορά το κατά πόσο ένα τεράστιο απόθεμα παλαιού χρέους μπορεί να επιστρέψει σε τροχιά εξυπηρέτησης χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργείται νέο.
Η πραγματική εξίσωση των 120 δόσεων
Η κυβέρνηση δίνει περισσότερο χρόνο.
Αυτό είναι σημαντικό.
Για πολλούς οφειλέτες μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα σε μία δόση που δεν βγαίνει και σε μία δόση που μπορεί να πληρωθεί.
Αλλά ο χρόνος από μόνος του δεν λύνει ολόκληρη την εξίσωση.
Γιατί όταν στα ασφαλιστικά ταμεία 22,12 δισ. ευρώ αποτελούν ήδη προσαυξήσεις και επιβαρύνσεις, όταν τα νέα χρέη πρέπει να πληρώνονται χωριστά και όταν η ρύθμιση έχει επιτόκιο 5,84%, το πραγματικό ερώτημα γίνεται διαφορετικό:
Είναι το συνολικό ποσό που καλείται να πληρώσει κάθε μήνα ο οφειλέτης συμβατό με το πραγματικό του εισόδημα;
Αν η απάντηση είναι «ναι», οι 120 δόσεις μπορούν να μετατρέψουν ανενεργά χρέη σε πραγματικές εισπράξεις για το Δημόσιο και να δώσουν ανάσα στην αγορά.
Αν η απάντηση είναι «όχι», υπάρχει ο κίνδυνος το κράτος να έχει απλώς μεταφέρει το ίδιο πρόβλημα μερικά χρόνια αργότερα.
Και γι’ αυτό το πραγματικό μέτρο επιτυχίας δεν θα είναι ο αριθμός 120.
Θα είναι πόσοι οφειλέτες θα καταφέρουν αυτή τη φορά να μπουν, να παραμείνουν και τελικά να βγουν από τη ρύθμιση χωρίς να δημιουργήσουν νέο χρέος.
Πηγή: pagenews.gr
