Η Αθήνα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων ως προς τη μετάβαση της θέρμανσης των κτιρίων μακριά από τα ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με νέα αξιολόγηση της Greenpeace.
Η ελληνική πρωτεύουσα κατατάσσεται 13η μεταξύ 15 ευρωπαϊκών πόλεων, μπροστά μόνο από τη Ρώμη και το Βουκουρέστι.
Στον αντίποδα, Στοκχόλμη, Παρίσι και Βιέννη καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις, έχοντας προχωρήσει περισσότερο στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και στις επενδύσεις για καθαρότερα συστήματα θέρμανσης.
Για την Αθήνα, το μήνυμα της έκθεσης δεν είναι ότι δεν γίνεται τίποτα. Καταγράφεται πρόοδος στις ενεργειακές ανακαινίσεις και στον εξηλεκτρισμό.
Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται αλλού:
δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για την πλήρη σταδιακή κατάργηση της θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα, ούτε μετάβαση τέτοιας κλίμακας ώστε να αλλάζει γρήγορα το ενεργειακό αποτύπωμα των κτιρίων.
13η στις 15 – Τι κρατά πίσω την Αθήνα
Η έκθεση εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές πόλεις επιχειρούν να απομακρύνουν τα κτίριά τους από το πετρέλαιο και το ορυκτό αέριο.
Στην περίπτωση της Αθήνας αναγνωρίζεται κατεύθυνση προς ενεργειακά αποδοτικότερα κτίρια, όμως εντοπίζονται σημαντικά κενά στον συνολικό σχεδιασμό.
Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων που θεωρούνται αναγκαίες είναι ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα σταδιακής εξόδου από τα ορυκτά καύσιμα, ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός για τη θέρμανση και η μεγαλύτερη διείσδυση των αντλιών θερμότητας και άλλων ηλεκτρικών λύσεων.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για τα συστήματα θέρμανσης μπορούν να καθορίσουν την κατανάλωση ενέργειας ενός κτιρίου για δεκαετίες.
Η παγίδα του φυσικού αερίου
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες προειδοποιήσεις της Greenpeace.
Η αντικατάσταση παλαιών εγκαταστάσεων πετρελαίου από νέες εγκαταστάσεις φυσικού αερίου μπορεί βραχυπρόθεσμα να φαίνεται ως βήμα μετάβασης, αλλά υπάρχει κίνδυνος να δημιουργήσει νέο μακροχρόνιο εγκλωβισμό σε ορυκτά καύσιμα.
Νέοι λέβητες, δίκτυα και άλλες υποδομές έχουν μεγάλο χρόνο ζωής. Εάν συνεχιστούν οι σχετικές επενδύσεις, πόλεις και νοικοκυριά μπορεί να βρεθούν να χρησιμοποιούν αυτές τις υποδομές για πολλά ακόμη χρόνια.
Η συζήτηση επομένως δεν αφορά μόνο το ποιο καύσιμο αντικαθιστά το πετρέλαιο.
Αφορά το εάν η επόμενη επένδυση θα εξακολουθήσει να βασίζεται σε ορυκτό καύσιμο ή θα οδηγήσει απευθείας σε μεγαλύτερο εξηλεκτρισμό.
Στοκχόλμη, Παρίσι και Βιέννη δείχνουν τον δρόμο
Οι μεγάλες αποκλίσεις στην ευρωπαϊκή κατάταξη αποκαλύπτουν ότι δεν ακολουθούν όλες οι πόλεις την ίδια ταχύτητα.
Στοκχόλμη, Παρίσι και Βιέννη προηγούνται, σύμφωνα με την αξιολόγηση, χάρη στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, στις επενδύσεις στα δίκτυα θέρμανσης και στα μέτρα κοινωνικής προστασίας που συνοδεύουν τη μετάβαση.
Κοπεγχάγη και Άμστερνταμ εμφανίζουν επίσης σημαντική πρόοδο, αν και εξακολουθούν να έχουν εξαρτήσεις από υποδομές ορυκτού αερίου.
Βουδαπέστη, Πράγα, Βερολίνο, Βαρσοβία και Βρυξέλλες βρίσκονται στη μέση της κατάταξης, με διαφορετικά πλεονεκτήματα και αδυναμίες.
Το συμπέρασμα είναι ότι ακόμη και μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών πρωτευουσών υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ των κλιματικών δεσμεύσεων και όσων έχουν ήδη εφαρμοστεί στην πράξη.
Δεν είναι μόνο θέμα κλίματος – Είναι και ο λογαριασμός
Η ενεργειακή μετάβαση των κτιρίων αποκτά διαφορετική διάσταση σε περιόδους υψηλών ή ευμετάβλητων τιμών ενέργειας.
Η μεγάλη εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο δεν δημιουργεί μόνο ζήτημα επίτευξης των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων.
Συνδέει το κόστος θέρμανσης των νοικοκυριών με τις διεθνείς τιμές, τη γεωπολιτική και την ασφάλεια εφοδιασμού.
Αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην Ευρώπη μετά την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων στα κτίρια αντιμετωπίζεται επομένως πλέον όχι μόνο ως πράσινη πολιτική, αλλά και ως ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας και οικονομικής ανθεκτικότητας.
Αντλίες θερμότητας, μονώσεις και ηλεκτρισμός
Οι εναλλακτικές υπάρχουν ήδη.
Η έκθεση αναδεικνύει εφαρμογές ενεργειακής αναβάθμισης, αντλιών θερμότητας και ανανεώσιμων πηγών σε ευρωπαϊκές πόλεις, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, το ενεργειακό κόστος.
Ωστόσο, η μετάβαση απαιτεί σημαντικές αρχικές επενδύσεις.
Και αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική διάσταση είναι κρίσιμη.
Ένα νοικοκυριό με περιορισμένο εισόδημα δύσκολα μπορεί μόνο του να χρηματοδοτήσει βαθιά ενεργειακή ανακαίνιση, νέα μόνωση και αλλαγή συστήματος θέρμανσης.
Για αυτό η μετάβαση συνδέεται άμεσα με επιδοτήσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία και στοχευμένη προστασία των ευάλωτων καταναλωτών.
Η Αθήνα δεν μπορεί να το κάνει μόνη της
Υπάρχει όμως μία κρίσιμη ιδιαιτερότητα στην ελληνική περίπτωση.
Πολλά από τα εργαλεία που θα καθορίσουν την ταχύτητα της μετάβασης δεν βρίσκονται αποκλειστικά στα χέρια του Δήμου Αθηναίων.
Οι αποφάσεις για τα μεγάλα προγράμματα ενεργειακής εξοικονόμησης, τα κίνητρα εγκατάστασης αντλιών θερμότητας, την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο, τη φορολογία και μεγάλο μέρος του ρυθμιστικού πλαισίου λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο.
Γι’ αυτό και η χαμηλή θέση της Αθήνας δεν μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά ως αξιολόγηση της δημοτικής αρχής.
Αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα εθνικής ενεργειακής πολιτικής για τα κτίρια.
Το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Η 13η θέση λειτουργεί τελικά περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως απλή κατάταξη.
Η Αθήνα διαθέτει ένα μεγάλο και σε σημαντικό βαθμό παλαιό κτιριακό απόθεμα, ενώ οι ανάγκες ψύξης και θέρμανσης εντείνονται από τις ακραίες θερμοκρασίες.
Η μετάβαση επομένως δεν μπορεί να περιοριστεί στην αντικατάσταση ενός καυσίμου από ένα άλλο.
Χρειάζεται συνδυασμός ενεργειακών ανακαινίσεων, καλύτερης μόνωσης, αποδοτικότερων ηλεκτρικών συστημάτων, αντλιών θερμότητας και καθαρότερης ηλεκτροπαραγωγής.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος οι επενδύσεις που γίνονται σήμερα να κρατήσουν την πόλη δεμένη με τα ορυκτά καύσιμα για πολλά ακόμη χρόνια.
Και αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη 13η θέση:
η ενεργειακή μετάβαση της Αθήνας δεν θα κριθεί από τους στόχους που ανακοινώνονται, αλλά από το πόσο γρήγορα θα αλλάξουν τα ίδια τα κτίρια στα οποία ζουν και εργάζονται εκατομμύρια άνθρωποι.
Πηγή: pagenews.gr
