Γεωπολιτικά

ΗΠΑ–Ιράν: Το μυστικό κλειδί της συμφωνίας βρίσκεται στο Πακιστάν – Το δίλημμα Τραμπ και η παγίδα του Ορμούζ

ΗΠΑ–Ιράν: Το μυστικό κλειδί της συμφωνίας βρίσκεται στο Πακιστάν – Το δίλημμα Τραμπ και η παγίδα του Ορμούζ
Το μνημόνιο των 14 σημείων του Ισλαμαμπάν επιστρέφει στο διπλωματικό τραπέζι, παρά την κατάρρευση της εκεχειρίας του Ιουνίου. Η Τεχεράνη ζητά άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, η Ουάσιγκτον απαιτεί πρώτα ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ενώ η Κίνα πιέζει για επανέναρξη των συνομιλιών. Το Πακιστάν παραμένει κρίσιμος μεσολαβητής, αλλά η νέα αμυντική του συμμαχία με Σαουδική Αραβία και Τουρκία περιπλέκει την αποστολή του.

Η διπλωματική διέξοδος από τη σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εξακολουθεί να περνά από το Ισλαμαμπάν, ακόμη και αν η συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Ιούνιο έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.

Το Μνημόνιο Κατανόησης του Ισλαμαμπάν, ένα πλαίσιο 14 σημείων που υπεγράφη από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μασούντ Πεζεσκιάν, παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς για μια ενδεχόμενη επιστροφή στις διαπραγματεύσεις.

Η συμφωνία της 18ης Ιουνίου 2026, με τη διαμεσολάβηση του Πακιστανού πρωθυπουργού Σεχμπάζ Σαρίφ, είχε σχεδιαστεί για να σταματήσει τον πόλεμο που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, να αποκαταστήσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να δημιουργήσει περιθώριο 60 ημερών για μια οριστική διευθέτηση.

Ωστόσο, η επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων τον Ιούλιο, η επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού και η απόφαση της Τεχεράνης να αναστείλει τις δεσμεύσεις της οδήγησαν σε νέα αντιπαράθεση.

Το παράδοξο είναι ότι, παρά την αποτυχία εφαρμογής της, καμία πλευρά δεν έχει εγκαταλείψει οριστικά τη συμφωνία ως πιθανή βάση διαπραγμάτευσης.

Το πρόβλημα δεν είναι πλέον η απουσία ενός κειμένου.

Είναι η απουσία αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ενός αποδεκτού μηχανισμού που θα καθορίζει ποιος κάνει το πρώτο βήμα.

Το μνημόνιο των 14 σημείων που υπέγραψαν Τραμπ και Πεζεσκιάν

Η συμφωνία του Ιουνίου αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές πρωτοβουλίες μετά την έναρξη του πολέμου.

Το κείμενο προέβλεπε κατάπαυση των εχθροπραξιών, σεβασμό της κυριαρχίας των δύο κρατών και διαπραγματεύσεις για μια συνολική διευθέτηση.

Περιλάμβανε επίσης προβλέψεις για την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την αποκατάσταση της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ και την αντιμετώπιση οικονομικών και πυρηνικών ζητημάτων.

Η αμερικανική πλευρά δεσμευόταν να αρχίσει την άρση του αποκλεισμού αμέσως και να την ολοκληρώσει μέσα σε 30 ημέρες, ενώ η ναυσιπλοΐα θα αποκαθίστατο σταδιακά.

Το μνημόνιο δεν αποτελούσε τελική ειρηνευτική συμφωνία.

Ήταν ένα προσωρινό πλαίσιο, σχεδιασμένο να επιτρέψει στις δύο κυβερνήσεις να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να διαπραγματευθούν τα δυσκολότερα ζητήματα.

Η διάκριση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική.

Οι προβλέψεις του κειμένου δεν συνοδεύτηκαν από επαρκώς αποδεκτό μηχανισμό επίλυσης των διαφωνιών που προέκυψαν κατά την εφαρμογή τους.

Γιατί η συμφωνία επιβιώνει πολιτικά ενώ έχει καταρρεύσει στην πράξη

Παρά την επανέναρξη των συγκρούσεων, το μνημόνιο εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερη διπλωματική αξία.

Είναι το βασικό κοινό κείμενο που υπέγραψαν οι δύο κυβερνήσεις μετά την έναρξη του πολέμου.

Για την Τεχεράνη, η επίκλησή του αποτελεί τρόπο να υπενθυμίζει τις αμερικανικές δεσμεύσεις σχετικά με τον αποκλεισμό, τις κυρώσεις και την πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους.

Η ιρανική ηγεσία υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της.

Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει το μνημόνιο ως ένα υπό όρους πλαίσιο, του οποίου η εφαρμογή εξαρτάται από την εκπλήρωση των δεσμεύσεων της Τεχεράνης.

Έτσι, το ίδιο κείμενο χρησιμοποιείται από τις δύο πλευρές για διαφορετικούς διπλωματικούς σκοπούς.

Το Ιράν ζητά επιστροφή στις προβλέψεις του Ιουνίου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν ανοιχτές σε συνομιλίες, αλλά δεν αποδέχονται ότι η επαναφορά του μνημονίου μπορεί να γίνει χωρίς νέα συμφωνία για τους όρους εφαρμογής.

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ επανέφερε το Ισλαμαμπάν στο προσκήνιο

Κατά την 81η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, το μνημόνιο επανήλθε στο επίκεντρο των διπλωματικών επαφών.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Πακιστάν, Ισάκ Νταρ, συμμετείχε σε διαβουλεύσεις με ομολόγους του από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο, με αντικείμενο τη διατήρηση του πλαισίου του Ιουνίου.

Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, κατά τις επαφές του με τον Σεχμπάζ Σαρίφ στη Νέα Υόρκη, επανέλαβε ότι η συμφωνία παραμένει αποδεκτή από την Τεχεράνη.

Η θέση αυτή αποσκοπεί στο να διατηρήσει ζωντανή τη δυνατότητα διαπραγματεύσεων, παρά τη στρατιωτική κλιμάκωση.

Από την αμερικανική πλευρά, οι δημόσιες τοποθετήσεις ήταν πιο επιφυλακτικές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε σε επαφές με ιρανική αντιπροσωπεία στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης, ενώ ο Μάρκο Ρούμπιο διατήρησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνομιλιών που θα μπορούσαν να αποδώσουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν ανακοίνωσε επανενεργοποίηση της συμφωνίας.

Η διπλωματική σύγκλιση περιορίστηκε, επομένως, στην αναγνώριση του μνημονίου ως πιθανής βάσης και όχι στην έναρξη μιας νέας, δεσμευτικής διαδικασίας.

Η παγίδα των Στενών του Ορμούζ: Ποιος θα υποχωρήσει πρώτος;

Στο επίκεντρο του αδιεξόδου βρίσκεται η σειρά εφαρμογής των δεσμεύσεων.

Η Τεχεράνη απαιτεί να αρθεί πρώτα ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός, ώστε να αποκαταστήσει την ελεύθερη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.

Η Ουάσιγκτον, αντίθετα, ζητά συγκεκριμένες ενέργειες από το Ιράν για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας πριν εγκαταλείψει ένα από τα σημαντικότερα μέσα πίεσης που διαθέτει.

Αυτή η διαφωνία δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο.

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες άρουν πρώτες τον αποκλεισμό, κινδυνεύουν, σύμφωνα με τη δική τους στρατηγική λογική, να χάσουν διαπραγματευτική ισχύ χωρίς εγγυημένο αντάλλαγμα.

Εάν το Ιράν ανοίξει πρώτο τα Στενά, η Τεχεράνη θεωρεί ότι παραχωρεί το βασικό της διαπραγματευτικό μέσο χωρίς διασφαλισμένη αμερικανική ανταπόκριση.

Το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση της στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης, παρά την ύπαρξη ενός κοινού διπλωματικού κειμένου.

Η πρόταση της Τεχεράνης για άνοιγμα του Ορμούζ σε επτά ημέρες

Στη Νέα Υόρκη, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί παρουσίασε πρόταση που προέβλεπε αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας μέσα σε επτά ημέρες.

Η πρόταση συνδεόταν με την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, την παροχή εξαιρέσεων από τις πετρελαϊκές κυρώσεις, την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και τον τερματισμό των εχθροπραξιών σε άλλα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.

Η πρωτοβουλία έδειξε ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να επιδιώκει μια συνολική συμφωνία.

Ταυτόχρονα, όμως, επανέφερε το ίδιο βασικό πρόβλημα.

Το Ιράν ζητά συγκεκριμένες αμερικανικές κινήσεις πριν προχωρήσει σε πλήρη αποκατάσταση της διέλευσης.

Η αμερικανική πλευρά δεν έχει αποδεχθεί δημόσια αυτή τη σειρά εφαρμογής.

Επομένως, η πρόταση δεν έχει μέχρι στιγμής μετατραπεί σε κοινό σχέδιο δράσης.

Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει δεύτερη μεγάλη διαφωνία

Πέρα από το Ορμούζ, ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο αφορά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Ο Μασούντ Πεζεσκιάν έχει εμφανιστεί διατεθειμένος να συζητήσει τη διαχείριση του αποθέματος ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60%, στο πλαίσιο των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.

Ωστόσο, άλλες ιρανικές τοποθετήσεις έχουν αποκλείσει νέες πυρηνικές παραχωρήσεις ως αντάλλαγμα για την άρση των περιορισμών στη ναυσιπλοΐα.

Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τις δυσκολίες που υπάρχουν ακόμη και στο εσωτερικό της ιρανικής διαπραγματευτικής γραμμής.

Για την Ουάσιγκτον, η πυρηνική διάσταση αποτελεί βασικό στοιχείο οποιασδήποτε συνολικής συμφωνίας.

Για την Τεχεράνη, η άρση των κυρώσεων και η αποκατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας συνδέονται με την κυριαρχία και την ασφάλεια της χώρας.

Χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο επαλήθευσης, ακόμη και μια νέα πολιτική συμφωνία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει προβλήματα εφαρμογής.

Η Κίνα μπαίνει στη διπλωματική εξίσωση

Σημαντική εξέλιξη αποτελεί η υποστήριξη του Πεκίνου στην επιστροφή στο μνημόνιο του Ισλαμαμπάν.

Η Κίνα έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον από την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Η ασφαλής διακίνηση πετρελαίου και άλλων ενεργειακών προϊόντων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την κινεζική οικονομία.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι έχει υποστηρίξει την ανάγκη επανενεργοποίησης του πλαισίου του Ιουνίου.

Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο Σι Τζινπίνγκ έθεσε επίσης το θέμα κατά τη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον.

Η παρέμβαση της Κίνας προσδίδει πρόσθετη διεθνή βαρύτητα στο μνημόνιο.

Ωστόσο, η κινεζική υποστήριξη δεν επιλύει αυτομάτως το πρόβλημα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν.

Το Πεκίνο διατηρεί στενές στρατηγικές σχέσεις με την Τεχεράνη, γεγονός που μπορεί να περιορίζει την αποδοχή του από την αμερικανική πλευρά ως ουδέτερου εγγυητή.

Το κρίσιμο ζήτημα παραμένει εάν μπορεί να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός εφαρμογής που θα είναι αποδεκτός και από τις δύο κυβερνήσεις.

Γιατί το Πακιστάν παραμένει αναντικατάστατος διπλωματικός δίαυλος

Η σημασία του Ισλαμαμπάν δεν περιορίζεται στη φιλοξενία των διαπραγματεύσεων.

Το Πακιστάν διαθέτει ένα ιδιαίτερο πλέγμα σχέσεων με την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη και τις χώρες του Κόλπου.

Η κυβέρνηση Σαρίφ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην προηγούμενη διαδικασία αποκλιμάκωσης, σε συνεργασία με άλλους περιφερειακούς μεσολαβητές, μεταξύ των οποίων το Κατάρ.

Παράλληλα, η συμμετοχή τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας του Πακιστάν στις διπλωματικές επαφές προσφέρει συνέχεια στην επικοινωνία με τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Ο αρχηγός των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων, Ασίμ Μουνίρ, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις επαφές με την αμερικανική πλευρά.

Η δυνατότητα του Πακιστάν να συνομιλεί με διαφορετικά κέντρα ισχύος αποτελεί βασικό πλεονέκτημα.

Όμως αυτή ακριβώς η δυνατότητα δοκιμάζεται πλέον από τις νέες αμυντικές δεσμεύσεις της χώρας.

Η συμφωνία της Μέκκας δημιουργεί νέο δίλημμα για το Ισλαμαμπάν

Στις 5 Οκτωβρίου, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Τουρκία ενεργοποίησαν τις προβλέψεις της συμφωνίας κοινής άμυνας της Μέκκας.

Η απόφαση ελήφθη μετά την κλιμάκωση των επιθέσεων κατά σαουδαραβικών στόχων και τη διεύρυνση των συγκρούσεων με τους Χούθι.

Οι τρεις χώρες συμφώνησαν να προχωρήσουν στην πρακτική εφαρμογή των αμυντικών τους δεσμεύσεων και στη διάθεση στρατιωτικών δυνατοτήτων για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας.

Η συμφωνία προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση κατά ενός από τα συμμετέχοντα κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.

Για το Πακιστάν, η εξέλιξη δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα.

Στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν, το Ισλαμαμπάν επιχειρεί να λειτουργεί ως μεσολαβητής.

Στη σύγκρουση Σαουδικής Αραβίας–Χούθι, έχει αναλάβει συγκεκριμένες αμυντικές υποχρεώσεις.

Οι δύο ρόλοι δεν είναι κατ’ ανάγκη ασύμβατοι, αλλά γίνονται δυσκολότεροι όσο η περιφερειακή ένταση αυξάνεται.

Το Ιράν παρακολουθεί με ανησυχία τη στρατιωτική εμπλοκή του Πακιστάν

Η Τεχεράνη έχει εκφράσει προβληματισμό για το ενδεχόμενο πακιστανικής στρατιωτικής εμπλοκής στη σύγκρουση της Υεμένης.

Οι Χούθι διατηρούν στενές σχέσεις με το Ιράν και αποτελούν σημαντικό παράγοντα του περιφερειακού συστήματος ασφαλείας.

Εάν το Πακιστάν περιοριστεί σε αμυντικές δραστηριότητες εντός σαουδαραβικού εδάφους, όπως η επιτήρηση, η αναγνώριση και η προστασία υποδομών, μπορεί να διατηρήσει περιθώρια διπλωματικής επικοινωνίας με την Τεχεράνη.

Εάν, αντίθετα, συμμετάσχει σε επιθετικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη, θα δημιουργηθεί μια πολύ διαφορετική κατάσταση.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το Ιράν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το Ισλαμαμπάν όχι μόνο ως μεσολαβητή, αλλά και ως μέρος ενός αντίπαλου στρατιωτικού μηχανισμού.

Η διάκριση ανάμεσα στην αμυντική υποστήριξη και στην άμεση πολεμική συμμετοχή αποκτά, επομένως, ιδιαίτερη διπλωματική σημασία.

Το προηγούμενο του 2015 και η νέα στρατηγική ισορροπία

Το Πακιστάν έχει βρεθεί ξανά μπροστά σε παρόμοιο δίλημμα.

Το 2015, το πακιστανικό κοινοβούλιο απέρριψε αίτημα για στρατιωτική συμμετοχή στις επιχειρήσεις της Σαουδικής Αραβίας κατά των Χούθι.

Η απόφαση συνδεόταν με την επιθυμία του Ισλαμαμπάν να αποφύγει την άμεση εμπλοκή στον πόλεμο της Υεμένης και να διατηρήσει δυνατότητες διαμεσολάβησης.

Σήμερα, όμως, το πλαίσιο είναι διαφορετικό.

Η συμφωνία της Μέκκας δημιουργεί θεσμοθετημένες δεσμεύσεις συλλογικής άμυνας.

Το ερώτημα είναι εάν το Πακιστάν θα μπορέσει να συνδυάσει αυτές τις υποχρεώσεις με την επιδίωξη μιας νέας αμερικανοϊρανικής συμφωνίας.

Η απάντηση θα επηρεάσει όχι μόνο τις σχέσεις του με την Τεχεράνη, αλλά και τη δυνατότητά του να παραμείνει βασικός συνομιλητής της Ουάσιγκτον.

Ο παράγοντας Τραμπ και οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ

Στην αμερικανική πλευρά, η διπλωματική διαδικασία επηρεάζεται και από το εσωτερικό πολιτικό ημερολόγιο.

Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου δημιουργούν ένα πρόσθετο πλαίσιο μέσα στο οποίο η κυβέρνηση Τραμπ αξιολογεί τις επιλογές της.

Η επαναφορά μιας συμφωνίας που είχε προηγουμένως καταρρεύσει θα απαιτούσε συγκεκριμένες εξηγήσεις για τις αμερικανικές παραχωρήσεις και τις εγγυήσεις συμμόρφωσης του Ιράν.

Ταυτόχρονα, η συνέχιση της σύγκρουσης διατηρεί υψηλό το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων διαπραγματεύσεων, αλλά έχει επίσης προειδοποιήσει για περαιτέρω στρατιωτικές ενέργειες.

Αυτή η διπλή προσέγγιση συνδυάζει την πίεση με τη διατήρηση διπλωματικής διεξόδου.

Για την Τεχεράνη, το ερώτημα είναι εάν η αναμονή μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές αμερικανικές επιλογές μετά τις εκλογές.

Καμία από τις δύο πλευρές, πάντως, δεν έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής έναν κοινά αποδεκτό μηχανισμό επιστροφής στη συμφωνία.

Από το Ορμούζ στην Ερυθρά Θάλασσα: Ένα ενιαίο πρόβλημα ενεργειακής ασφάλειας

Η αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση έχει άμεσες συνέπειες για τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν βασικό πέρασμα για τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο.

Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τις εναλλακτικές θαλάσσιες διαδρομές.

Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να αξιοποιεί τις υποδομές που μεταφέρουν πετρέλαιο προς το λιμάνι Γιανμπού.

Ωστόσο, οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και οι απειλές κατά της ναυσιπλοΐας στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ περιορίζουν την ασφάλεια αυτού του σχεδιασμού.

Επομένως, η αποκλιμάκωση ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν θα μπορούσε να επηρεάσει ένα πολύ ευρύτερο γεωγραφικό πεδίο.

Δεν θα αφορούσε μόνο τις σχέσεις Ουάσιγκτον–Τεχεράνης, αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, τις εμπορικές μεταφορές και τη σταθερότητα των χωρών του Κόλπου.

Τι λείπει από τη συμφωνία του Ιουνίου

Το σημαντικότερο δίδαγμα από την αποτυχία του μνημονίου είναι ότι μια κοινή πολιτική δήλωση δεν αρκεί για να σταματήσει μια σύνθετη στρατιωτική σύγκρουση.

Χρειάζεται ένα λεπτομερές σχέδιο εφαρμογής.

Ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να καθορίζει πότε και με ποιον τρόπο θα αίρεται ο αμερικανικός αποκλεισμός, πώς θα αποκαθίσταται η ναυσιπλοΐα, ποιος θα επιβεβαιώνει την τήρηση των δεσμεύσεων και πώς θα αντιμετωπίζονται πιθανές παραβιάσεις.

Θα πρέπει επίσης να αποσαφηνίζει τη σχέση ανάμεσα στη συμφωνία για το Ορμούζ και στις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα.

Το βασικό ζητούμενο είναι μια διαδικασία παράλληλων και επαληθεύσιμων ενεργειών, ώστε καμία πλευρά να μη θεωρεί ότι παραχωρεί μονομερώς το διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα.

Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο το Πακιστάν μπορεί να επιχειρήσει να αναλάβει εκ νέου πρωτοβουλία.

Η επόμενη δοκιμασία της διπλωματίας του Ισλαμαμπάν

Η επιβίωση του μνημονίου ως σημείου αναφοράς διατηρεί ανοιχτό ένα παράθυρο διπλωματίας.

Δεν εγγυάται, όμως, ότι οι συνομιλίες θα επαναληφθούν σύντομα.

Το Ισλαμαμπάν καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τρεις προκλήσεις.

Να διατηρήσει την εμπιστοσύνη της Ουάσιγκτον, να μη χάσει την πρόσβασή του στην Τεχεράνη και να εκπληρώσει τις αμυντικές υποχρεώσεις του απέναντι στη Σαουδική Αραβία.

Η συμμετοχή της Τουρκίας στη συμφωνία της Μέκκας προσθέτει μια ακόμη περιφερειακή διάσταση, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει επίσης ενεργό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.

Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το εάν οι στρατιωτικές δεσμεύσεις μπορούν να παραμείνουν διακριτές από τη διπλωματική προσπάθεια.

Το μνημόνιο του Ιουνίου εξακολουθεί να προσφέρει ένα κοινό πλαίσιο για ΗΠΑ και Ιράν. Εκείνο που λείπει είναι μια συμφωνία για τη σειρά των κινήσεων, την επαλήθευση και τις εγγυήσεις εφαρμογής.

Η διπλωματική αξία του Πακιστάν βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητά του να βοηθήσει τις δύο πλευρές να περάσουν από την αμοιβαία επίκληση ενός κειμένου σε μια πραγματική διαδικασία διαπραγμάτευσης.

Το εάν θα διατηρήσει αυτή τη δυνατότητα, ενώ συμμετέχει παράλληλα σε μια νέα περιφερειακή αμυντική συμμαχία, αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της κρίσης.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο