Ελλάδα

Ελλάδα: Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων – Η ακρίβεια «τρώει» τους μισθούς και η AI ανοίγει νέο χάσμα

Ελλάδα: Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων – Η ακρίβεια «τρώει» τους μισθούς και η AI ανοίγει νέο χάσμα

Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Ελλάδα: Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων – Η ακρίβεια «τρώει» τους μισθούς και η AI ανοίγει νέο χάσμα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Αποκαλυπτική έρευνα της PwC για την ελληνική αγορά εργασίας: Το 72% των εργαζομένων πιέζεται από το κόστος ζωής, μόλις το 47% θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια και μόνο ένας στους δέκα καταφέρνει να αποταμιεύσει. Την ίδια ώρα, η Τεχνητή Νοημοσύνη εξαπλώνεται με ταχύτητα, αλλά το 69% των εργαζομένων παραμένει χωρίς ουσιαστικό επαγγελματικό πλεονέκτημα από τη νέα τεχνολογία.

Μια βαθιά αντίφαση στην ελληνική αγορά εργασίας αποκαλύπτει η νέα έρευνα «Hopes and Fears 2026» της PwC: οι εργαζόμενοι εμφανίζονται περισσότερο ικανοποιημένοι από τη δουλειά τους, αλλά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, αισθάνονται λιγότερη εμπιστοσύνη προς τη διοίκηση και δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να αξιοποιήσουν την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση μιας αγοράς εργασίας δύο ταχυτήτων.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται εργαζόμενοι με εξειδικευμένες δεξιότητες, πρόσβαση στην τεχνολογία και μεγαλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.

Από την άλλη, η μεγάλη πλειονότητα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οικονομικές πιέσεις, περιορισμένες ευκαιρίες κατάρτισης και μικρό όφελος από την τεχνολογική αλλαγή.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 801 εργαζομένων στην Ελλάδα και εντάσσεται στην παγκόσμια μελέτη της PwC, με τη συμμετοχή 49.364 εργαζομένων από 48 χώρες και γεωγραφικές περιοχές.

Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία: η αύξηση της τεχνολογικής παραγωγικότητας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε υψηλότερα εισοδήματα και καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές για όλους.

Η μεγάλη αντίφαση: Ικανοποιημένοι από τη δουλειά, πιεσμένοι από την ακρίβεια

Το 64% των Ελλήνων εργαζομένων δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του.

Παράλληλα, το 73% αισθάνεται υπερήφανο για τη δουλειά που κάνει και το 66% δηλώνει πρόθυμο να προσφέρει περισσότερα από όσα απαιτούνται.

Πρόκειται για ευρήματα που αποτυπώνουν ισχυρή επαγγελματική δέσμευση.

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν η συζήτηση μεταφέρεται στο εισόδημα.

Το 72% των εργαζομένων αναφέρει ότι το κόστος ζωής επηρεάζει σημαντικά την εργασιακή του καθημερινότητα.

Μόλις το 47% θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια σε σχέση με τη συνεισφορά του.

Η διαφορά ανάμεσα στην επαγγελματική ικανοποίηση και στην οικονομική πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.

Οι εργαζόμενοι μπορεί να εκτιμούν τη δουλειά τους και να αισθάνονται υπερήφανοι για την απόδοσή τους, χωρίς όμως να θεωρούν ότι οι αποδοχές τους επαρκούν για τις καθημερινές ανάγκες.

Μόλις ένας στους δέκα έχει χρήματα μετά τους λογαριασμούς

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά το διαθέσιμο εισόδημα.

Το 2025, το 17% των εργαζομένων δήλωνε ότι του περισσεύουν χρήματα μετά την εξόφληση των λογαριασμών.

Το 2026, το ποσοστό έχει μειωθεί στο 10%.

Πρόκειται για υποχώρηση επτά ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε έναν χρόνο.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική εάν συνυπολογιστεί ότι το 22% των εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει μέρος ή το σύνολο των οικονομικών του υποχρεώσεων.

Επιπλέον, το 7% αναφέρει ότι τις περισσότερες φορές αδυνατεί να πληρώσει τους λογαριασμούς του.

Η εξέλιξη αποτυπώνει την πίεση που ασκούν τα έξοδα στέγασης, ενέργειας, μετακίνησης και βασικής κατανάλωσης στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Ακόμη και όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, το διαθέσιμο εισόδημα μπορεί να περιορίζεται εάν το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα.

Το 70% βάζει πρώτο τον μισθό – Αλλά λίγοι ζητούν αύξηση

Η οικονομική πίεση εξηγεί γιατί οι αποδοχές και οι παροχές αποτελούν την πρώτη εργασιακή προτεραιότητα για το 70% των συμμετεχόντων.

Ωστόσο, η πρόθεση διεκδίκησης καλύτερων αποδοχών εμφανίζεται περιορισμένη.

Μόλις το 33% των Ελλήνων εργαζομένων θεωρεί πολύ πιθανό να ζητήσει αύξηση μισθού μέσα στους επόμενους 12 μήνες.

Ο αντίστοιχος παγκόσμιος μέσος όρος διαμορφώνεται στο 41%.

Ακόμη μικρότερη είναι η πρόθεση διεκδίκησης προαγωγής.

Στην Ελλάδα, το ποσοστό φτάνει μόλις το 23%, έναντι 34% διεθνώς.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια σημαντική απόσταση ανάμεσα στις οικονομικές ανάγκες και στην πρόθεση επαγγελματικής διεκδίκησης.

Η έρευνα δεν αποδεικνύει από μόνη της γιατί οι εργαζόμενοι εμφανίζονται περισσότερο διστακτικοί.

Ωστόσο, η περιορισμένη εμπιστοσύνη στη διοίκηση και η αβεβαιότητα για τις προοπτικές εξέλιξης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.

Η εμπιστοσύνη στη διοίκηση υποχωρεί

Η νέα έρευνα καταγράφει επιδείνωση και στη σχέση των εργαζομένων με τη διοίκηση.

Το ποσοστό εμπιστοσύνης προς τους άμεσους προϊσταμένους περιορίστηκε στο 46%, από 51% το προηγούμενο έτος.

Αντίστοιχα, η εμπιστοσύνη στην ανώτατη διοίκηση υποχώρησε στο 39%, από 41%.

Η εξέλιξη αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις ζητούν από τους εργαζομένους να προσαρμοστούν σε νέα εργαλεία, διαδικασίες και απαιτήσεις.

Η επιτυχία αυτών των αλλαγών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της διοίκησης.

Οι εργαζόμενοι χρειάζονται σαφή ενημέρωση, υποστήριξη και δυνατότητα συμμετοχής στις αλλαγές που επηρεάζουν τη δουλειά τους.

Όταν η εμπιστοσύνη υποχωρεί, η εφαρμογή νέων τεχνολογιών μπορεί να συναντήσει περισσότερες δυσκολίες.

Περισσότερη δουλειά, περισσότερες απαιτήσεις

Η εργασιακή καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο απαιτητική.

Το 39% των εργαζομένων αναφέρει ότι ο φόρτος εργασίας του αυξήθηκε σημαντικά τον τελευταίο χρόνο.

Το 35% δηλώνει ότι άλλαξαν οι αρμοδιότητές του.

Παράλληλα, το 39% χρειάστηκε να μάθει νέα εργαλεία και τεχνολογίες.

Οι αλλαγές αυτές δεν είναι απαραίτητα αρνητικές.

Η απόκτηση νέων δεξιοτήτων μπορεί να ενισχύσει τις επαγγελματικές δυνατότητες.

Ωστόσο, όταν η προσαρμογή πραγματοποιείται χωρίς επαρκή εκπαίδευση και χωρίς αποτελεσματική οργάνωση, μπορεί να αυξήσει την πίεση.

Η έρευνα καταγράφει ακριβώς αυτή τη δυσκολία.

Οι εργαζόμενοι καλούνται να ανταποκριθούν σε περισσότερες απαιτήσεις, ενώ συχνά δεν διαθέτουν τον χρόνο και τους πόρους που χρειάζονται.

Επαγγελματική εξουθένωση: Η αθέατη κρίση παραγωγικότητας

Η κόπωση και η επαγγελματική εξουθένωση αποτελούν το συχνότερο εμπόδιο στην παραγωγικότητα.

Το 35% των εργαζομένων αναφέρει ότι επηρεάζεται από αυτόν τον παράγοντα.

Ακολουθούν η έλλειψη χρόνου λόγω φόρτου εργασίας, με 28%, και η χαμηλή παρακίνηση, με 25%.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η παραγωγικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνολογία.

Επηρεάζεται επίσης από τη διαχείριση του χρόνου, τις εργασιακές συνθήκες και την ποιότητα της οργάνωσης.

Μια επιχείρηση μπορεί να επενδύει σε νέα ψηφιακά εργαλεία, αλλά να μην επιτυγχάνει την αναμενόμενη βελτίωση εάν οι εργαζόμενοι είναι ήδη υπερφορτωμένοι.

Η αύξηση των απαιτήσεων χωρίς αντίστοιχη υποστήριξη μπορεί να περιορίσει τα οφέλη των τεχνολογικών επενδύσεων.

Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη κόπωση

Η έρευνα καταγράφει σημαντική διαφορά ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες.

Το 41% των γυναικών αναφέρει κόπωση ή επαγγελματική εξουθένωση ως εμπόδιο στην παραγωγικότητα.

Το αντίστοιχο ποσοστό στους άνδρες είναι 30%.

Η διαφορά φτάνει τις 11 ποσοστιαίες μονάδες.

Το εύρημα δεν εξηγεί από μόνο του τις αιτίες.

Ωστόσο, αναδεικνύει την ανάγκη να εξετάζονται οι εργασιακές πιέσεις και υπό το πρίσμα του φύλου.

Η οργάνωση της εργασίας, οι δυνατότητες ευελιξίας και η κατανομή των υποχρεώσεων μπορούν να επηρεάζουν διαφορετικά τις εμπειρίες των εργαζομένων.

Για τις επιχειρήσεις, η αντιμετώπιση της επαγγελματικής εξουθένωσης αποτελεί ζήτημα διατήρησης προσωπικού και αποτελεσματικής λειτουργίας.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει δυναμικά στα ελληνικά γραφεία

Την ίδια στιγμή, η χρήση εργαλείων παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης εξαπλώνεται με ταχύτητα.

Το 64% των Ελλήνων εργαζομένων χρησιμοποιεί πλέον σχετικά εργαλεία τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.

Το 37% δηλώνει καθημερινή χρήση.

Το 2025, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 23%.

Η αύξηση κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο δείχνει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μετατρέπεται σε μέρος της εργασιακής καθημερινότητας.

Η τεχνολογία χρησιμοποιείται για επεξεργασία πληροφοριών, παραγωγή περιεχομένου, ανάλυση δεδομένων και υποστήριξη διαφορετικών εργασιών.

Ωστόσο, η συχνότερη χρήση δεν σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι αποκτούν τα ίδια οφέλη.

Αυτό είναι και ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της έρευνας.

Το παράδοξο της AI: Αυξάνεται η χρήση, μειώνεται η πρόσβαση στην εκπαίδευση

Ενώ η Τεχνητή Νοημοσύνη ενσωματώνεται ολοένα περισσότερο στην εργασία, η πρόσβαση στην κατάρτιση εμφανίζεται περιορισμένη.

Μόλις το 41% των εργαζομένων δηλώνει ότι διαθέτει τους πόρους εκπαίδευσης και επαγγελματικής ανάπτυξης που χρειάζεται.

Το ποσοστό έχει μειωθεί κατά επτά μονάδες μέσα σε έναν χρόνο.

Παράλληλα, βρίσκεται δέκα μονάδες κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Η αντίφαση είναι σημαντική.

Οι επιχειρήσεις ζητούν από το προσωπικό τους να χρησιμοποιεί νέες τεχνολογίες, αλλά μεγάλο μέρος των εργαζομένων δεν αισθάνεται ότι έχει επαρκή πρόσβαση στην απαραίτητη εκπαίδευση.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άνιση αξιοποίηση των εργαλείων.

Όσοι διαθέτουν ήδη ψηφιακές δεξιότητες έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τις νέες εφαρμογές.

Αντίθετα, εργαζόμενοι με περιορισμένη υποστήριξη μπορεί να δυσκολευτούν να ακολουθήσουν.

Μόλις το 6% βλέπει την αποτελεσματική χρήση της AI να επιβραβεύεται

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα για την επιχειρησιακή κουλτούρα.

Το 37% των εργαζομένων αναφέρει ότι στον οργανισμό του επιβραβεύεται κυρίως η αποφυγή λαθών και η ελαχιστοποίηση κινδύνων.

Το 32% επισημαίνει την τήρηση κανόνων και διαδικασιών.

Αντίθετα, μόλις το 6% δηλώνει ότι επιβραβεύεται η αποτελεσματική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Το εύρημα αποτυπώνει μια σημαντική οργανωτική πρόκληση.

Η τεχνολογική αλλαγή δεν αφορά μόνο την αγορά λογισμικού ή την εγκατάσταση νέων εφαρμογών.

Απαιτεί και αλλαγές στον τρόπο αξιολόγησης της εργασίας.

Εάν οι εργαζόμενοι δεν έχουν σαφή κίνητρα να αναπτύξουν νέες δεξιότητες, η χρήση της AI μπορεί να παραμένει αποσπασματική.

Η μεγάλη ανισότητα: Το 69% στον «βασικό κορμό»

Η PwC διακρίνει τέσσερις κατηγορίες εργαζομένων με βάση τη σπανιότητα των δεξιοτήτων τους και το επαγγελματικό πλεονέκτημα που αποκτούν από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η μεγαλύτερη κατηγορία στην Ελλάδα είναι ο λεγόμενος «βασικός κορμός».

Σε αυτήν ανήκει το 69% των εργαζομένων.

Ο αντίστοιχος παγκόσμιος μέσος όρος είναι 56%.

Πρόκειται για διαφορά 13 ποσοστιαίων μονάδων.

Οι εργαζόμενοι αυτής της κατηγορίας διαθέτουν περισσότερο διαδεδομένες δεξιότητες και περιορισμένο επαγγελματικό πλεονέκτημα από την AI.

Το στοιχείο δεν σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιούν την τεχνολογία.

Σημαίνει ότι, με βάση την ταξινόμηση της έρευνας, δεν έχουν ακόμη μετατρέψει τη χρήση της σε ισχυρό επαγγελματικό πλεονέκτημα.

Η υψηλή συγκέντρωση εργαζομένων σε αυτήν την κατηγορία αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ελληνική αγορά εργασίας.

Μόλις 7% οι εργαζόμενοι που προηγούνται

Στην αντίθετη πλευρά βρίσκονται οι «προπορευόμενοι».

Πρόκειται για εργαζομένους που συνδυάζουν δυσεύρετες δεξιότητες με ισχυρό επαγγελματικό πλεονέκτημα από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν μόλις το 7% του εργατικού δυναμικού.

Παγκοσμίως, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 14%.

Η Ελλάδα εμφανίζει επομένως το μισό ποσοστό εργαζομένων σε αυτήν την κατηγορία σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Η διαφορά υποδηλώνει περιορισμένη διάδοση του συνδυασμού εξειδικευμένης τεχνογνωσίας και αποτελεσματικής αξιοποίησης της AI.

Για τις επιχειρήσεις, η ανάπτυξη τέτοιων δεξιοτήτων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα παραγωγικότητας.

Για τους εργαζομένους, μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες εξέλιξης.

Οι δύο ενδιάμεσες ομάδες

Η τρίτη κατηγορία είναι οι «αναντικατάστατοι».

Πρόκειται για εργαζομένους που διαθέτουν δυσεύρετη τεχνογνωσία, αλλά δεν αποκομίζουν ακόμη σημαντικά επαγγελματικά οφέλη από την AI.

Στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν το 11% του εργατικού δυναμικού.

Το ποσοστό είναι ίδιο με τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Η τέταρτη κατηγορία είναι οι «ανερχόμενοι πρωτοπόροι της AI».

Πρόκειται για εργαζομένους με περισσότερο διαδεδομένες δεξιότητες, οι οποίοι όμως αποκτούν επαγγελματικό πλεονέκτημα μέσω της τεχνολογίας.

Στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν το 13%, έναντι 18% παγκοσμίως.

Η κατηγορία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Δείχνει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει τις επαγγελματικές δυνατότητες ακόμη και εργαζομένων που δεν διαθέτουν εξαιρετικά σπάνια τεχνογνωσία.

Η πρόσβαση σε κατάλληλα εργαλεία και εκπαίδευση μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο.

Γιατί η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει μέρος του οφέλους της τεχνολογικής αλλαγής

Η μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων στον «βασικό κορμό» αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό ζήτημα.

Η υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, αλλά το όφελος δεν κατανέμεται αυτομάτως με τον ίδιο τρόπο.

Οι εργαζόμενοι με μεγαλύτερη πρόσβαση στην εκπαίδευση και περισσότερο εξειδικευμένες δεξιότητες μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικότερα τις νέες εφαρμογές.

Αντίθετα, όσοι δεν έχουν επαρκή υποστήριξη ενδέχεται να παραμείνουν σε θέσεις με περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης.

Η ανισότητα αυτή μπορεί να επηρεάσει και τη διαπραγματευτική ισχύ στην αγορά εργασίας.

Η τεχνολογία δεν δημιουργεί αναγκαστικά μεγαλύτερες ανισότητες.

Ωστόσο, όταν η πρόσβαση στις ευκαιρίες ανάπτυξης είναι άνιση, υπάρχει κίνδυνος να ενισχυθούν οι ήδη υπάρχουσες διαφορές.

Οι καθημερινοί χρήστες αισθάνονται πιο έτοιμοι για το μέλλον

Η έρευνα καταγράφει μια ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στη συχνότητα χρήσης της AI και στην αυτοπεποίθηση για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων.

Μεταξύ των καθημερινών χρηστών, το 70% δηλώνει ότι αισθάνεται σίγουρο πως μπορεί να αποκτήσει τις δεξιότητες που θα χρειαστεί στο μέλλον.

Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ όσων χρησιμοποιούν την AI περιστασιακά είναι 46%.

Η διαφορά φτάνει τις 24 ποσοστιαίες μονάδες.

Το εύρημα δείχνει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στη συχνή χρήση και στην αυτοπεποίθηση.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι η χρήση της τεχνολογίας αποτελεί τη μοναδική αιτία της διαφοράς.

Είναι πιθανό εργαζόμενοι που αισθάνονται ήδη περισσότερο εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες να τις χρησιμοποιούν συχνότερα.

Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα υπογραμμίζει τη σημασία της πρακτικής εμπειρίας και της συνεχούς εκπαίδευσης.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις μπροστά σε τρεις προκλήσεις

Τα ευρήματα της PwC αναδεικνύουν τρεις αλληλένδετες προκλήσεις για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Η πρώτη αφορά τις αποδοχές.

Η οικονομική πίεση επηρεάζει σημαντικό μέρος των εργαζομένων, ενώ λιγότεροι από τους μισούς θεωρούν ότι αμείβονται δίκαια.

Η δεύτερη αφορά την οργάνωση της εργασίας.

Η αύξηση του φόρτου, η επαγγελματική εξουθένωση και η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στη διοίκηση αποτελούν εμπόδια στην παραγωγικότητα.

Η τρίτη αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η τεχνολογία εξαπλώνεται, αλλά η πρόσβαση στην εκπαίδευση και η επιβράβευση της αποτελεσματικής χρήσης της παραμένουν περιορισμένες.

Οι τρεις προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ανεξάρτητα.

Μια επιχείρηση που επενδύει στην τεχνολογία, αλλά αγνοεί τις εργασιακές συνθήκες και την κατάρτιση, μπορεί να μην αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες των επενδύσεών της.

Τι σημαίνει το χάσμα για την ελληνική οικονομία

Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί σημαντική τεχνολογική αλλαγή για τις υπηρεσίες, τη βιομηχανία, το εμπόριο και τη δημόσια διοίκηση.

Η δυνατότητα αξιοποίησής της εξαρτάται από τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού.

Για την ελληνική οικονομία, η ενίσχυση της παραγωγικότητας αποτελεί βασικό ζητούμενο.

Ωστόσο, η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται μόνο με την εγκατάσταση νέων εφαρμογών.

Χρειάζεται επένδυση στην εκπαίδευση, στον ανασχεδιασμό διαδικασιών και στην αποτελεσματική διοίκηση.

Παράλληλα, η βελτίωση της παραγωγικότητας δημιουργεί το οικονομικό περιθώριο για καλύτερες αποδοχές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις προκύπτουν αυτομάτως.

Η κατανομή των ωφελειών εξαρτάται και από τις επιχειρηματικές αποφάσεις, τις συνθήκες ανταγωνισμού και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

Η νέα γενιά εργαζομένων και το στοίχημα των δεξιοτήτων

Η ταχεία διάδοση της AI αλλάζει τις απαιτήσεις σε πολλές επαγγελματικές δραστηριότητες.

Οι εργαζόμενοι χρειάζονται ολοένα περισσότερο ψηφιακές δεξιότητες, δυνατότητα αξιολόγησης πληροφοριών και εξοικείωση με νέα εργαλεία.

Η πρόκληση αφορά τόσο τους νέους όσο και τους ήδη απασχολούμενους.

Η συνεχής κατάρτιση μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο αποκλεισμού εργαζομένων από τις νέες ευκαιρίες.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις χρειάζεται να εξετάσουν πώς θα ενσωματώσουν την τεχνολογία χωρίς να αυξάνουν δυσανάλογα τον φόρτο εργασίας.

Η AI μπορεί να υποστηρίξει την παραγωγικότητα, αλλά η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τον τρόπο εφαρμογής της.

Το μεγάλο συμπέρασμα: Η τεχνολογία τρέχει, οι εργαζόμενοι δεν ακολουθούν με την ίδια ταχύτητα

Η έρευνα «Hopes and Fears 2026» της PwC αποτυπώνει μια ελληνική αγορά εργασίας με σημαντικές αντιφάσεις.

Οι εργαζόμενοι δηλώνουν ικανοποιημένοι και υπερήφανοι για τη δουλειά τους, αλλά αντιμετωπίζουν έντονες οικονομικές πιέσεις.

Η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνεται, αλλά η πρόσβαση στην εκπαίδευση υποχωρεί.

Οι επιχειρήσεις υιοθετούν νέα εργαλεία, αλλά λίγοι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι η αποτελεσματική αξιοποίησή τους επιβραβεύεται.

Και ενώ το 69% ανήκει στον «βασικό κορμό» με περιορισμένο επαγγελματικό πλεονέκτημα από την AI, μόλις το 7% κατατάσσεται στους εργαζομένους που συνδυάζουν δυσεύρετες δεξιότητες με ισχυρά τεχνολογικά οφέλη.

Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι απλώς να χρησιμοποιούν περισσότεροι εργαζόμενοι την Τεχνητή Νοημοσύνη. Είναι να αποκτήσουν περισσότεροι τις δεξιότητες, την εκπαίδευση και τις επαγγελματικές ευκαιρίες που θα τους επιτρέψουν να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτήν.

Για την ελληνική οικονομία, το στοίχημα είναι διπλό: καλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας και ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Διαφορετικά, η ψηφιακή μετάβαση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια διαδικασία στην οποία η τεχνολογία προχωρά ταχύτερα από τις ευκαιρίες του μεγαλύτερου μέρους των εργαζομένων.

Πηγή: pagenews.gr

Ιωάννα Πυλούδη
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Ιωάννα Πυλούδη Δημοσιογράφος – Συντάκτρια Επικαιρότητας
Καλύπτει θέματα ελληνικής επικαιρότητας, lifestyle, αγοράς, επιστήμης, καινοτομίας και fine living. Διαθέτει διετή εμπειρία στη δημοσιογραφία και την παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου, με έμφαση στη σύνταξη ειδησεογραφικών και θεματικών άρθρων. Είναι απόφοιτη του University of East London, όπου ολοκλήρωσε σπουδές BSc (Hons) in Psychology (2022-2025), συνδυάζοντας την κατανόηση των κοινωνικών τάσεων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς με τη σύγχρονη δημοσιογραφική γραφή.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο