Η διαπραγμάτευση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτά νέα ένταση, καθώς η Γερμανία του Φρίντριχ Μερτς θεωρεί ότι οι περικοπές που προτείνει η ιρλανδική προεδρία δεν επαρκούν.
Σύμφωνα με το Politico, το Βερολίνο προειδοποιεί ότι ακόμη και η μείωση των 159 δισεκατομμυρίων ευρώ από την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν ανταποκρίνεται στις γερμανικές απαιτήσεις για περιορισμό των κοινοτικών δαπανών.
Η γερμανική στάση προσθέτει ένα σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια της ιρλανδικής προεδρίας να διαμορφώσει κοινή θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο λογιστικό.
Αφορά τη χρηματοδότηση της γεωργίας, την περιφερειακή ανάπτυξη, την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική για την περίοδο 2028–2034.
Για την Ελλάδα, η διαπραγμάτευση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι κοινοτικοί πόροι αποτελούν βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο για επενδύσεις, αγροτικές ενισχύσεις και αναπτυξιακά έργα.
Ο Μερτς ανεβάζει τον πήχη των περικοπών
Η νέα γερμανική παρέμβαση αποτυπώνει τη διαφωνία του Βερολίνου με το συνολικό ύψος του προτεινόμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Η ιρλανδική προεδρία επιχείρησε να προσεγγίσει τις χώρες που ζητούν δημοσιονομική συγκράτηση, μειώνοντας σημαντικά την αρχική πρόταση της Κομισιόν.
Ωστόσο, η Γερμανία θεωρεί ότι χρειάζεται μεγαλύτερη προσαρμογή.
Η θέση αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι το Βερολίνο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους καθαρούς χρηματοδότες του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Οι γερμανικές κυβερνήσεις επιδιώκουν παραδοσιακά να περιορίζουν την αύξηση των εθνικών συνεισφορών, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες στο εσωτερικό.
Σήμερα, η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Η Γερμανία καλείται να χρηματοδοτήσει την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της, τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και την προσαρμογή της βιομηχανίας σε ένα περιβάλλον υψηλού διεθνούς ανταγωνισμού.
Η ευρωπαϊκή δημοσιονομική διαπραγμάτευση πραγματοποιείται επομένως σε μια περίοδο κατά την οποία οι εθνικές και οι κοινοτικές χρηματοδοτικές ανάγκες αυξάνονται ταυτόχρονα.
Η ιρλανδική πρόταση δεν έπεισε το Βερολίνο
Η Ιρλανδία παρουσίασε μια αναθεωρημένη πρόταση για τον προϋπολογισμό της περιόδου 2028–2034, επιχειρώντας να γεφυρώσει τις διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών.
Το Politico αναφέρεται σε περικοπές ύψους 159 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η επίσημη παρουσίαση της ιρλανδικής προεδρίας προσδιορίζει τη μείωση σε 141 δισεκατομμύρια ευρώ, σε σταθερές τιμές 2025, δηλαδή περίπου 8% σε σύγκριση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Με αυτή τη βάση υπολογισμού, ο αναθεωρημένος προϋπολογισμός διαμορφώνεται περίπου στα 1,62 τρισεκατομμύρια ευρώ.
Η πρόταση επιδιώκει να προστατεύσει σχετικά τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές πολιτικές, μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος των περικοπών σε άλλες κατηγορίες δαπανών.
Ωστόσο, η αντίδραση της Γερμανίας δείχνει ότι ο συμβιβασμός δεν έχει ακόμη εξασφαλιστεί.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές αφορά το αποδεκτό μέγεθος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και την κατανομή των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ των κρατών-μελών.
Η Γερμανία και οι δημοσιονομικά αυστηρές χώρες
Η γερμανική θέση εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή διαφωνία.
Χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία, η Δανία, η Φινλανδία και η Σουηδία έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει την ανάγκη αυστηρότερου ελέγχου των κοινών δαπανών.
Οι προσεγγίσεις τους δεν είναι απαραίτητα ταυτόσημες.
Ωστόσο, συγκλίνουν στην επιδίωξη να περιοριστεί η αύξηση των εθνικών συνεισφορών.
Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση βρίσκονται κράτη που δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη χρηματοδότηση της γεωργίας και της περιφερειακής ανάπτυξης.
Για τις χώρες αυτές, η Κοινή Αγροτική Πολιτική και τα Ταμεία Συνοχής δεν αποτελούν απλώς κατηγορίες δαπανών.
Συνδέονται με την παραγωγική δραστηριότητα, τη σύγκλιση των περιφερειών και τη δυνατότητα υλοποίησης δημόσιων επενδύσεων.
Η διαφωνία αφορά συνεπώς δύο διαφορετικές προτεραιότητες: τη συγκράτηση των κοινών δημοσιονομικών υποχρεώσεων και τη διατήρηση επαρκούς ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Στο επίκεντρο η Κοινή Αγροτική Πολιτική
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της διαπραγμάτευσης.
Η χρηματοδότησή της έχει άμεση σημασία για εκατομμύρια Ευρωπαίους αγρότες.
Για την Ελλάδα, οι αγροτικές ενισχύσεις στηρίζουν εισοδήματα και επενδύσεις σε έναν παραγωγικό τομέα που αντιμετωπίζει αυξημένες πιέσεις.
Το κόστος ενέργειας, οι μεταβολές στις τιμές των αγροτικών εφοδίων και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες.
Η ιρλανδική πρόταση επιχειρεί να περιορίσει τις μειώσεις στις παραδοσιακές ευρωπαϊκές πολιτικές.
Ωστόσο, εάν οι απαιτήσεις για περαιτέρω περικοπές ενισχυθούν, θα χρειαστεί να αποφασιστεί ποιες κατηγορίες δαπανών θα επηρεαστούν.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι η γερμανική κυβέρνηση ζητά συγκεκριμένη πρόσθετη περικοπή αποκλειστικά από την ΚΑΠ.
Η συνολική δημοσιονομική πίεση, όμως, καθιστά τη χρηματοδότησή της μέρος της ευρύτερης διαπραγμάτευσης.
Τα Ταμεία Συνοχής και το ελληνικό αναπτυξιακό στοίχημα
Ανάλογη σημασία έχει η πολιτική Συνοχής.
Οι συγκεκριμένοι πόροι χρηματοδοτούν έργα υποδομών, επιχειρηματικές επενδύσεις, προγράμματα απασχόλησης και δράσεις περιφερειακής ανάπτυξης.
Για την Ελλάδα, η πολιτική Συνοχής έχει συμβάλει επί δεκαετίες στη χρηματοδότηση σημαντικών δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
Η επόμενη επταετία θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει την παραγωγική αναβάθμιση και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.
Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό αφορά τόσο το ύψος των κονδυλίων όσο και τους κανόνες κατανομής τους.
Οι αλλαγές στη διαχείριση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων μπορούν να επηρεάσουν τον ρόλο των περιφερειών και τη δυνατότητα προγραμματισμού έργων.
Για την Αθήνα, η διατήρηση επαρκών πόρων και προβλέψιμων χρηματοδοτικών κανόνων αποτελεί σημαντικό διαπραγματευτικό ζητούμενο.
Η Ελλάδα ανάμεσα στις νέες ανάγκες και τις παραδοσιακές χρηματοδοτήσεις
Η ελληνική πλευρά καλείται να αντιμετωπίσει μια σύνθετη πραγματικότητα.
Από τη μία πλευρά, η χώρα έχει ισχυρό ενδιαφέρον για την προστασία της γεωργίας και της περιφερειακής ανάπτυξης.
Από την άλλη, οι νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες δημιουργούν δυνητικές ευκαιρίες χρηματοδότησης.
Η ευρωπαϊκή άμυνα, οι ενεργειακές υποδομές, η τεχνολογία και η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα αποτελούν τομείς στους οποίους μπορούν να συμμετάσχουν ελληνικές επιχειρήσεις.
Οι χρηματοδοτικές επιλογές του επόμενου προϋπολογισμού θα επηρεάσουν το εύρος αυτών των δυνατοτήτων.
Η Ελλάδα έχει επομένως συμφέρον να επιδιώξει μια ισορροπημένη συμφωνία.
Η προστασία των παραδοσιακών κονδυλίων δεν αποκλείει τη διεκδίκηση νέων ευρωπαϊκών πόρων.
Αντίθετα, οι δύο στόχοι αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας αναπτυξιακής στρατηγικής.
Η ευρωπαϊκή άμυνα και η ανταγωνιστικότητα στη δημοσιονομική εξίσωση
Η γερμανική απαίτηση για αυστηρότερο προϋπολογισμό δημιουργεί ένα σημαντικό ερώτημα.
Πώς μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να ενισχύσει τις αμυντικές και τεχνολογικές της δυνατότητες, εάν περιορίζει ταυτόχρονα τη χρηματοδότηση των κοινών προγραμμάτων;
Η ιρλανδική πρόταση προβλέπει μειώσεις και στις δαπάνες ανταγωνιστικότητας, καινοτομίας και άμυνας σε σχέση με την αρχική πρόταση της Κομισιόν.
Ωστόσο, τα συνολικά ποσά παραμένουν υψηλότερα από εκείνα της σημερινής δημοσιονομικής περιόδου.
Οι υποστηρικτές μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δαπανών θεωρούν ότι η Ένωση χρειάζεται κοινή χρηματοδοτική ισχύ για να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Οι κυβερνήσεις που ζητούν συγκράτηση των δαπανών επιμένουν ότι απαιτείται αυστηρότερη επιλογή προτεραιοτήτων.
Η αντιπαράθεση αφορά τελικά τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτηθούν οι στρατηγικές φιλοδοξίες της Ευρώπης.
Το ζήτημα των εθνικών συνεισφορών
Ένα από τα βασικά προβλήματα του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού είναι η κατανομή του οικονομικού βάρους.
Οι μεγαλύτερες οικονομίες συνεισφέρουν σημαντικά ποσά στη χρηματοδότηση των κοινών πολιτικών.
Η αύξηση του συνολικού προϋπολογισμού μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες εθνικές υποχρεώσεις, εφόσον δεν εξασφαλιστούν πρόσθετα ευρωπαϊκά έσοδα.
Η ιρλανδική πρόταση περιλαμβάνει νέες πηγές ιδίων πόρων.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται έσοδα που συνδέονται με την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών, τον μηχανισμό συνοριακής προσαρμογής άνθρακα και άλλες ευρωπαϊκές οικονομικές δραστηριότητες.
Η δημιουργία νέων εσόδων θα μπορούσε να μειώσει μέρος της πίεσης στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Ωστόσο, τέτοιες αποφάσεις απαιτούν ευρύτερη πολιτική συμφωνία.
Η διαφωνία δεν αφορά επομένως μόνο το ύψος των δαπανών.
Αφορά και τον τρόπο χρηματοδότησής τους.
Η Σύνοδος Κορυφής της 15ης–16ης Οκτωβρίου
Η γερμανική παρέμβαση έρχεται λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 15 και 16 Οκτωβρίου.
Η συνάντηση των Ευρωπαίων ηγετών αποτελεί σημαντικό ορόσημο για τη διαπραγμάτευση.
Η ιρλανδική προεδρία επιδιώκει να διαπιστώσει εάν η αναθεωρημένη πρόταση μπορεί να αποτελέσει κοινή βάση.
Η στάση του Βερολίνου δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές.
Η Σύνοδος θα προσφέρει στους ηγέτες την ευκαιρία να προσδιορίσουν τα περιθώρια περαιτέρω συμβιβασμών.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, εγγύηση ότι θα προκύψει οριστική συμφωνία.
Η διαδικασία απαιτεί πολιτικές αποφάσεις για το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού και τις επιμέρους χρηματοδοτικές προτεραιότητες.
Ο παράγοντας 2027 και η πίεση του χρόνου
Η ιρλανδική προεδρία επιδιώκει πρόοδο πριν από το τέλος του 2026.
Το επόμενο έτος περιλαμβάνει σημαντικές εθνικές πολιτικές αναμετρήσεις σε ευρωπαϊκές χώρες.
Οι εκλογικοί κύκλοι μπορούν να δυσκολέψουν την επίτευξη δημοσιονομικών συμβιβασμών.
Η αποδοχή υψηλότερων συνεισφορών ή περιορισμών σε συγκεκριμένα προγράμματα αποτελεί συχνά δύσκολη πολιτική απόφαση για τις εθνικές κυβερνήσεις.
Παράλληλα, η έγκαιρη συμφωνία είναι σημαντική για την προετοιμασία των νέων χρηματοδοτικών προγραμμάτων.
Η περίοδος 2028–2034 θα πρέπει να ξεκινήσει με σαφείς κανόνες και επαρκή διοικητική προετοιμασία.
Οι παρατεταμένες διαφωνίες θα μπορούσαν να αυξήσουν την αβεβαιότητα για δικαιούχους και δημόσιες αρχές.
Μπορεί η Γερμανία να μπλοκάρει τον συμβιβασμό;
Η γερμανική θέση έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος λόγω του μεγέθους της οικονομίας της χώρας και της συμβολής της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Η έγκριση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου απαιτεί ομοφωνία στο Συμβούλιο, μετά τη συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε κράτος-μέλος διαθέτει σημαντική διαπραγματευτική ισχύ.
Ωστόσο, η δυνατότητα παρεμπόδισης μιας συμφωνίας δεν σημαίνει ότι η Γερμανία μπορεί να επιβάλει μονομερώς τη δική της δημοσιονομική πρόταση.
Απαιτείται τελικά ένας συμβιβασμός που να μπορεί να γίνει αποδεκτός από το σύνολο των κρατών-μελών.
Η γερμανική απαίτηση για μεγαλύτερες περικοπές αυξάνει την πίεση στη διαπραγμάτευση.
Δεν καθορίζει, όμως, από μόνη της το τελικό αποτέλεσμα.
Η Ευρώπη αναζητά τον προϋπολογισμό της επόμενης δεκαετίας
Η αντιπαράθεση για τις περικοπές δεν αποτελεί μια συνηθισμένη διαφωνία ανάμεσα σε κυβερνήσεις.
Αντανακλά το ευρύτερο ερώτημα για το οικονομικό και στρατηγικό μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξημένες ανάγκες σε άμυνα, ενέργεια, βιομηχανία και τεχνολογία.
Παράλληλα, εξακολουθεί να χρειάζεται ισχυρές πολιτικές γεωργίας και περιφερειακής ανάπτυξης.
Η Γερμανία ζητά μεγαλύτερη δημοσιονομική συγκράτηση.
Άλλες χώρες επιμένουν στην ανάγκη προστασίας των κοινών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Η Ιρλανδία επιχειρεί να διαμορφώσει τον συμβιβασμό που θα επιτρέψει στις διαπραγματεύσεις να προχωρήσουν.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο θα μειωθεί ο συνολικός προϋπολογισμός, αλλά πώς θα κατανεμηθούν οι πόροι και ποιες δυνατότητες χρηματοδότησης θα παραμείνουν διαθέσιμες για την οικονομία, τους αγρότες και τις περιφέρειες.
Η παρέμβαση Μερτς δείχνει ότι η διαπραγμάτευση απέχει ακόμη από την ολοκλήρωσή της.
Η Σύνοδος Κορυφής της 15ης–16ης Οκτωβρίου θα αποτελέσει σημαντικό πολιτικό τεστ για την ικανότητα των 27 να γεφυρώσουν τις διαφορές τους.
Και η τελική συμφωνία θα καθορίσει όχι μόνο τις δαπάνες της περιόδου 2028–2034, αλλά και το εύρος των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών για τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: pagenews.gr
