Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ φέρνει στην επιφάνεια μια ουσιαστική διαφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης: μπορεί να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος μέσω συναλλαγών με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται;
Η Ουάσιγκτον ανοίγει δρόμο για ρωσικές προμήθειες, επιδιώκοντας αποκλιμάκωση των τιμών. Οι Βρυξέλλες, αντίθετα, επιμένουν ότι η αύξηση των ενεργειακών εσόδων της Ρωσίας υπονομεύει την οικονομική πίεση προς το Κρεμλίνο.
Η απόκλιση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει της συνεδρίασης των Ευρωπαίων υπουργών Εξωτερικών τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου και της Συνόδου Κορυφής στις 15–16 Οκτωβρίου.
Η αμερικανική εξαίρεση αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού
Η συμφωνία απέκτησε ήδη θεσμικό αποτύπωμα. Στις 9 Οκτωβρίου, η αμερικανική υπηρεσία ελέγχου κυρώσεων OFACεξέδωσε τη Γενική Άδεια 135, η οποία επιτρέπει συναλλαγές σχετικές με την πώληση, παράδοση, εκφόρτωση και εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης, υπό τους όρους της.
Πρόκειται για στοχευμένη εξαίρεση στο καθεστώς κυρώσεων, όχι για συνολική άρση των περιορισμών κατά της Ρωσίας.
Η πολιτική της σημασία, όμως, υπερβαίνει το συγκεκριμένο καύσιμο. Η Μόσχα αποκτά πρόσθετο περιθώριο εμπορικών συναλλαγών χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία τερματισμού του πολέμου.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, η κίνηση παρουσιάζεται ως απάντηση στις υψηλές τιμές. Για τους Ευρωπαίους που αντιδρούν, το ερώτημα είναι τι συμβαίνει με τα έσοδα που θα εισπράξει η Ρωσία και με την αξιοπιστία της κοινής πίεσης προς αυτήν.
Βρυξέλλες: Το καύσιμο έχει και «κρυφό κόστος»
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του MEGA από τις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμηνύει ότι η Ευρώπη δεν επιθυμεί να χρηματοδοτεί τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η εκπρόσωπος της Κομισιόν υπενθύμισε επίσης ότι οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν το κρυφό κόστος της ενεργειακής εξάρτησης από το Κρεμλίνο.
Η τοποθέτηση παραπέμπει σε μια εμπειρία που υπερβαίνει την τιμή αγοράς: η εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική πίεση, αβεβαιότητα εφοδιασμού και ανάγκη δαπανηρών παρεμβάσεων όταν οι σχέσεις επιδεινωθούν.
Αντίστοιχη ήταν η αντίδραση της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, η οποία προειδοποίησε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ προσφέρει στη Μόσχα περισσότερα έσοδα για τη συνέχιση του πολέμου.
Η ευρωπαϊκή ένσταση αφορά, επομένως, τη σύνδεση της ενεργειακής αγοράς με την πολεμική χρηματοδότηση.
Νέες κυρώσεις στο τραπέζι τη Δευτέρα
Την ώρα που οι ΗΠΑ διευκολύνουν συγκεκριμένες συναλλαγές, οι Ευρωπαίοι προετοιμάζουν πρόσθετη πίεση προς τη Ρωσία.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις Κάλας και το τηλεοπτικό ρεπορτάζ, οι υπουργοί Εξωτερικών αναμένεται τη Δευτέρα να εξετάσουν νέες καταχωρίσεις στο καθεστώς κυρώσεων, με στόχο τη ρωσική πολεμική μηχανή. Η τελική υιοθέτηση παραμένει το επόμενο θεσμικό βήμα.
Το Βερολίνο επιμένει στην προώθηση νέων ευρωπαϊκών κυρώσεων, ενώ το Λονδίνο υποστηρίζει τη συνέχιση της οικονομικής πίεσης.
Έτσι διαμορφώνονται δύο διαφορετικές προτεραιότητες μέσα στο δυτικό στρατόπεδο: η άμεση ανακούφιση της αγοράς καυσίμων και η διατήρηση του κόστους για τη Μόσχα.
Η Σύνοδος Κορυφής δοκιμάζει την ευρωπαϊκή συνοχή
Το ρεπορτάζ του MEGA αναφέρει ότι σχέδιο συμπερασμάτων, το οποίο έχει στη διάθεσή του, περιλαμβάνει σκληρή γλώσσα απέναντι στη Ρωσία. Το περιεχόμενο αυτό αποτελεί ακόμη αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν συνιστά τελική απόφαση των ηγετών.
Η πρόκληση για τις Βρυξέλλες είναι να διατηρήσουν κοινή στάση, ενώ οι ευρωπαϊκές οικονομίες πιέζονται από το ενεργειακό κόστος.
Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφονται αιτήματα χωρών, όπως η Βουλγαρία και η Σλοβακία, για διάλογο με τη Μόσχα. Τα αιτήματα αυτά αναδεικνύουν διαφορετικές διπλωματικές προσεγγίσεις, χωρίς να σημαίνουν αυτομάτως αποδοχή της αμερικανικής συμφωνίας.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Ουκρανία
Για το Κίεβο, το ζήτημα είναι αν η Ρωσία μπορεί να εξασφαλίζει οικονομική ανακούφιση ενώ συνεχίζει τις επιθέσεις. Για την Ευρώπη, είναι αν μπορεί να προστατεύσει τους καταναλωτές της χωρίς να ανανεώσει εξαρτήσεις που επιδιώκει να περιορίσει.
Η συμφωνία για το ντίζελ δημιουργεί έτσι ένα ευρύτερο πρόβλημα συντονισμού: όταν ένας σύμμαχος αυξάνει την πίεση και ένας άλλος επιτρέπει νέες συναλλαγές, το μήνυμα προς τη Μόσχα γίνεται λιγότερο ενιαίο.
Οι αποφάσεις των επόμενων ημερών θα δείξουν αν η διαφωνία μπορεί να περιοριστεί ή αν εξελίσσεται σε βαθύτερη απόκλιση για τον τρόπο με τον οποίο η Δύση επιδιώκει να τερματίσει τον πόλεμο.
Πηγή: pagenews.gr
