Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, όμως το νέο World Economic Outlook του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Οκτωβρίου 2026, περιγράφει μια διετία κατά την οποία η ανάπτυξη παραμένει συγκρατημένη και οι πληθωριστικές πιέσεις επιμένουν.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις που παρουσιάζονται για την Ελλάδα, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 και 1,8% το 2027, έναντι 2,1% το 2025.
Η επιβράδυνση αυτή δεν σηματοδοτεί ύφεση. Δείχνει, ωστόσο, ότι η ελληνική οικονομία δεν αναμένεται να επιταχύνει μέσα στην επόμενη χρονιά, παρά τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση της ανεργίας.
Το πιο πιεστικό στοιχείο αφορά την ακρίβεια.
Ο πληθωρισμός προβλέπεται στο 4,2% το 2026 και στο 3,6% το 2027, παραμένοντας υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο της ευρωζώνης.
Την ίδια στιγμή, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διαμορφωθεί στο 6,6% του ΑΕΠ το 2026, πριν περιοριστεί στο 5,9% το επόμενο έτος.
Ο συνδυασμός αυτών των τριών μεγεθών δημιουργεί ένα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον, ιδιαίτερα σε περίπτωση νέας διεθνούς ενεργειακής αναταραχής.
Η ανάπτυξη στο 1,8%: Πάνω από την ευρωζώνη, αλλά χωρίς νέα δυναμική
Η πρόβλεψη του ΔΝΤ διατηρεί την Ελλάδα σε θετικό αναπτυξιακό έδαφος.
Με αύξηση ΑΕΠ 1,8% το 2026, η χώρα αναμένεται να υπερβεί κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες την ανάπτυξη της ευρωζώνης, η οποία τοποθετείται στο 1,1%.
Το 2027, η αντίστοιχη διαφορά περιορίζεται στις 0,6 μονάδες, καθώς η ευρωζώνη προβλέπεται να αναπτυχθεί κατά 1,2%.
Το αναπτυξιακό προβάδισμα της Ελλάδας αποτελεί θετικό στοιχείο, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να αποτυπώσει την κατάσταση της οικονομίας.
Η ποιότητα της ανάπτυξης, η παραγωγικότητα, η πορεία των πραγματικών εισοδημάτων και η δυνατότητα χρηματοδότησης των επενδύσεων παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες.
Επιπλέον, η σύγκριση με άλλες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου είναι πιο σύνθετη.
Για το 2026, το Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη 2,5% στην Ισπανία, 2,1% στην Πορτογαλία και 2,9% στην Κύπρο.
Επομένως, η ελληνική επίδοση είναι υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά χαμηλότερη από εκείνη ορισμένων άλλων χωρών της περιφέρειας.
Πληθωρισμός 4,2%: Η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά
Η πρόβλεψη για πληθωρισμό 4,2% το 2026 είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έκθεσης.
Η άνοδος των τιμών επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Η αποκλιμάκωση στο 3,6% το 2027 δεν συνεπάγεται επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα.
Σημαίνει ότι οι τιμές αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό.
Εφόσον επαληθευτούν οι δύο ετήσιες προβλέψεις, το μέσο επίπεδο τιμών το 2027 θα είναι περίπου 8% υψηλότερο από εκείνο του 2025.
Για τα νοικοκυριά, η εξέλιξη αυτή καθιστά κρίσιμη την πορεία των μισθών, των συντάξεων και των υπόλοιπων εισοδημάτων.
Εάν οι ονομαστικές αυξήσεις δεν συμβαδίσουν με την άνοδο των τιμών, η αγοραστική δύναμη θα συνεχίσει να πιέζεται.
Για τις επιχειρήσεις, ο επίμονος πληθωρισμός μπορεί να αυξήσει το κόστος πρώτων υλών, ενέργειας, μεταφορών και υπηρεσιών.
Η δυνατότητα απορρόφησης αυτών των αυξήσεων διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τον κλάδο και το μέγεθος της επιχείρησης.
Το έλλειμμα 6,6% του ΑΕΠ και η εξωτερική ευπάθεια
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η πρόβλεψη για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Το έλλειμμα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 5,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 6,6% το 2026.
Το 2027 προβλέπεται να περιοριστεί στο 5,9%, παραμένοντας όμως υψηλότερο από το επίπεδο του 2025.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών καταγράφει τις συναλλαγές μιας οικονομίας με το εξωτερικό, περιλαμβάνοντας αγαθά, υπηρεσίες και εισοδηματικές ροές.
Ένα μεγάλο έλλειμμα σημαίνει ότι η οικονομία χρειάζεται αντίστοιχη καθαρή χρηματοδότηση από το εξωτερικό.
Αυτό δεν αποτελεί αυτομάτως ένδειξη άμεσης χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η σημασία του εξαρτάται από τη σύνθεση του ελλείμματος και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται.
Οι μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις μπορούν να δημιουργούν διαφορετικές προοπτικές από τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτικές εισροές.
Ωστόσο, ένα υψηλό εξωτερικό έλλειμμα αυξάνει την ευαισθησία της οικονομίας σε μεταβολές του διεθνούς επενδυτικού περιβάλλοντος.
Πρώτο σενάριο κινδύνου: Παρατεταμένο ενεργειακό σοκ
Η σημαντικότερη εξωτερική απειλή που εξετάζεται είναι η πιθανότητα παρατεταμένης ενεργειακής αναταραχής.
Η συνέχιση ή η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή μπορεί να διατηρήσει υψηλές τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Για μια οικονομία που εξαρτάται από ενεργειακές εισαγωγές, η επίδραση μπορεί να είναι πολλαπλή.
Ακριβότερη ενέργεια σημαίνει μεγαλύτερο κόστος εισαγωγών, παραγωγής και μεταφορών.
Το κόστος αυτό μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά αναγκάζονται να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ενεργειακές ανάγκες.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι περιορισμός της κατανάλωσης και επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Το ΔΝΤ διακρίνει επίσης τις πραγματικές διακοπές στην ενεργειακή προσφορά από τις αυξήσεις τιμών που προκαλούνται κυρίως από γεωπολιτικό φόβο.
Οι πραγματικές διαταραχές της προσφοράς μπορούν να έχουν πιο επίμονες επιπτώσεις στην παραγωγή και στις τιμές.
Δεύτερο σενάριο: Η ακρίβεια διαβρώνει την κατανάλωση
Η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί βασικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας.
Όταν οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τα διαθέσιμα εισοδήματα, τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους ή ανακατανέμουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η επίδραση είναι ιδιαίτερα αισθητή στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, όπου οι δαπάνες για τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση καταλαμβάνουν μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικού εισοδήματος.
Η μείωση της ανεργίας μπορεί να λειτουργήσει αντισταθμιστικά, ενισχύοντας το εισόδημα περισσότερων νοικοκυριών.
Ωστόσο, η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν εγγυάται από μόνη της αύξηση των πραγματικών αποδοχών.
Εάν ο πληθωρισμός παραμείνει επίμονος, η πίεση στην κατανάλωση μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη.
Αυτός είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η ακρίβεια μετατρέπεται από κοινωνικό πρόβλημα σε ευρύτερη μακροοικονομική πρόκληση.
Τρίτο σενάριο: Η αδύναμη ευρωζώνη πλήττει εξαγωγές και τουρισμό
Η ανάπτυξη της ευρωζώνης προβλέπεται μόλις στο 1,1% το 2026 και στο 1,2% το 2027.
Για την Ελλάδα, οι οικονομικές εξελίξεις στις ευρωπαϊκές αγορές έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Οι εμπορικές συναλλαγές, ο τουρισμός και οι επενδυτικές ροές συνδέονται στενά με την οικονομική κατάσταση των ευρωπαϊκών χωρών.
Μια περαιτέρω επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα μπορούσε να περιορίσει τη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες.
Στον τουρισμό, οι πιέσεις δεν εμφανίζονται απαραίτητα μόνο στον αριθμό των αφίξεων.
Μπορεί να επηρεάσουν τη διάρκεια παραμονής, τη μέση δαπάνη ανά επισκέπτη και τις επιλογές διαμονής ή κατανάλωσης.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια χρονιά με υψηλή τουριστική κίνηση μπορεί να εμφανίσει πιέσεις στην πραγματική αξία των εσόδων.
Η εξωτερική ζήτηση αποτελεί, συνεπώς, κρίσιμο παράγοντα για την επίτευξη των αναπτυξιακών προβλέψεων.
Τέταρτο σενάριο: Ακριβότερος δανεισμός και αναβολή επενδύσεων
Το ΔΝΤ επισημαίνει επίσης κινδύνους από ενδεχόμενη απότομη επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Οι πιέσεις μπορεί να προέλθουν από δημοσιονομικές ανησυχίες, αναταράξεις στις αγορές ή απότομη διόρθωση υψηλών αποτιμήσεων, μεταξύ άλλων στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αυξημένο κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και επενδυτικά σχέδια.
Η άνοδος του κόστους δανεισμού μπορεί να επηρεάσει την απόδοση νέων επενδύσεων και να οδηγήσει ορισμένες επιχειρήσεις στην αναβολή σχεδίων επέκτασης.
Η επίδραση θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της αναταραχής, τις συνθήκες ρευστότητας και την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε διαφορετικές πηγές κεφαλαίων.
Η έκθεση δεν παρέχει ξεχωριστή ποσοτική εκτίμηση για το πόσο θα μπορούσε να μειωθεί το ελληνικό ΑΕΠ από ένα τέτοιο σενάριο.
Πέμπτο σενάριο: Η δημοσιονομική πίεση από νέα μέτρα στήριξης
Η επίμονη ακρίβεια μπορεί να αυξήσει την ανάγκη κρατικών παρεμβάσεων.
Σε περίπτωση νέου ενεργειακού σοκ, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αιτήματα για επιδοτήσεις ή άλλα μέτρα προστασίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η δημοσιονομική στήριξη συνεπάγεται κόστος.
Εάν τα μέτρα είναι γενικευμένα ή παρατείνονται για μεγάλο διάστημα, μπορούν να περιορίσουν τους διαθέσιμους πόρους για δημόσιες επενδύσεις και μελλοντικές ανάγκες.
Για τον λόγο αυτό, το ΔΝΤ υποστηρίζει την ανάγκη προσωρινών και στοχευμένων παρεμβάσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Η δημοσιονομική ισορροπία αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν η ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αποτελεσματικότητα των κρατικών δαπανών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα.
Η ανεργία μειώνεται: Το θετικό στοιχείο των προβλέψεων
Παρά τους κινδύνους, οι προβλέψεις περιλαμβάνουν και θετικά στοιχεία.
Η ανεργία στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει από 8,9% το 2025 σε 8% το 2026 και 7,6% το 2027.
Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει περαιτέρω βελτίωση στην αγορά εργασίας.
Η μείωση της ανεργίας μπορεί να ενισχύσει την κατανάλωση και να περιορίσει κοινωνικές πιέσεις.
Ωστόσο, η πραγματική επίδραση στα νοικοκυριά θα εξαρτηθεί από την ποιότητα της απασχόλησης, τις αμοιβές και την πορεία του κόστους ζωής.
Σε σύγκριση με την ευρωζώνη, όπου η ανεργία προβλέπεται στο 6,3%, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό.
Η απόσταση, όμως, αναμένεται να περιοριστεί.
Η αλυσίδα κινδύνων που μπορεί να πιέσει την ελληνική οικονομία
Οι πέντε βασικοί κίνδυνοι δεν λειτουργούν ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος εισαγωγών και παραγωγής.
Η άνοδος αυτή θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλό τον πληθωρισμό, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη.
Η ασθενέστερη κατανάλωση και το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης θα μπορούσαν στη συνέχεια να επηρεάσουν τις επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, η επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου θα αύξανε τις ανάγκες χρηματοδότησης.
Εάν η ανάπτυξη υποχωρούσε περαιτέρω, θα μπορούσαν να αυξηθούν οι πιέσεις για πρόσθετη δημοσιονομική στήριξη.
Αυτή είναι μια πιθανή αλληλουχία κινδύνων και όχι η βασική πρόβλεψη του Ταμείου.
Η διάκριση έχει σημασία: το ΔΝΤ προβλέπει συνέχιση της ανάπτυξης, αλλά επισημαίνει διεθνείς συνθήκες που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τις προοπτικές.
Το κρίσιμο στοίχημα για το 2027
Οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου περιγράφουν μια ελληνική οικονομία που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να υπερβαίνει τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης.
Παράλληλα, όμως, η επίμονη ακρίβεια και το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αποτελούν σημαντικές αδυναμίες.
Η πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,8% και τα δύο έτη υποδηλώνει σταθεροποίηση, όχι επιτάχυνση.
Η πορεία της ενέργειας, η ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών αγορών και η δυνατότητα ενίσχυσης παραγωγικών επενδύσεων θα επηρεάσουν την πραγματική επίδοση της ελληνικής οικονομίας.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η Ελλάδα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη, αλλά εάν η ανάπτυξη αυτή θα συνοδευτεί από ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης και μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών.
Η απάντηση θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές αντοχές της χώρας απέναντι στις επόμενες διεθνείς αναταράξεις.
Πηγή: pagenews.gr
