Ο Ζελένσκι σπάει το ενεργειακό μορατόριουμ – Επιστρέφουν τα πλήγματα στη Ρωσία
Σε νέα φάση έντασης εισέρχονται οι σχέσεις Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, μετά την απόφαση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι να επαναφέρει τις επιθέσεις κατά των ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου.
Ο Ουκρανός πρόεδρος, σε συνέντευξή του στους Financial Times στο Λονδίνο, ανακοίνωσε ότι το Κίεβο δεν πρόκειται να συνεχίσει την προσωρινή αναστολή των πληγμάτων κατά των ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας.
«Η αναστολή των επιθέσεων στα διυλιστήρια τελείωσε. Ως εδώ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αποτελεί ευθεία απάντηση στις πιέσεις της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, η οποία επιδιώκει να περιορίσει τις ουκρανικές επιθέσεις στη ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία, στο πλαίσιο των προσπαθειών συγκράτησης των διεθνών τιμών καυσίμων.
Ωστόσο, ο Ζελένσκι θεωρεί ότι η αμερικανική πολιτική δημιουργεί μια επικίνδυνη ανισορροπία.
Κατά την ουκρανική πλευρά, το Κίεβο καλείται να περιορίσει τα μέσα στρατιωτικής πίεσης που διαθέτει, την ώρα που η Μόσχα συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον ουκρανικών πόλεων και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Τρεις ημέρες χωρίς ουκρανικά πλήγματα – Η Ρωσία συνέχισε τις επιθέσεις
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Ζελένσκι, η Ουκρανία ανέστειλε για τρεις ημέρες τις επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, ανταποκρινόμενη στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Η απόφαση συνδεόταν με την πρωτοβουλία του Τραμπ για μια ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.
Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η Ρωσία δεν επέδειξε αντίστοιχη αυτοσυγκράτηση.
Κατά τη διάρκεια της ουκρανικής αναστολής, οι ρωσικές δυνάμεις συνέχισαν τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και κατοικημένες περιοχές.
Ο Ζελένσκι ανέφερε ότι περισσότεροι από 100 άμαχοι σκοτώθηκαν μέσα στην τελευταία εβδομάδα από ρωσικά πλήγματα.
Οι επιθέσεις προκάλεσαν επίσης εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης, επιβαρύνοντας την καθημερινότητα των πολιτών ενόψει του χειμώνα.
Για το Κίεβο, η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι μια μονομερής παύση των ουκρανικών επιθέσεων δεν μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη βάση αποκλιμάκωσης.
Το αμερικανικό τελεσίγραφο για τις πληροφορίες – Τι καταγγέλλει ο Ζελένσκι
Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι καταγγελίες του Ουκρανού προέδρου σχετικά με τη συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα των πληροφοριών.
Ο Ζελένσκι υποστήριξε ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν Ουκρανούς στρατιωτικούς πως η συνέχιση των επιθέσεων κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακοπή της ανταλλαγής πληροφοριών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το μήνυμα ήταν σαφές: εάν το Κίεβο δεν σταματούσε τα ενεργειακά πλήγματα, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να περιορίσει την παροχή κρίσιμων πληροφοριών.
Ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε ότι, στη συνέχεια, η απουσία συγκεκριμένων προειδοποιήσεων παρουσιάστηκε ως τεχνικό πρόβλημα.
Η ουκρανική ηγεσία, όμως, αμφισβητεί αυτή την εξήγηση.
Οι καταγγελίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ουκρανία εξαρτάται από αμερικανικά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης για τον εντοπισμό ορισμένων ρωσικών πυραυλικών εκτοξεύσεων.
Τέτοιες πληροφορίες μπορούν να προσφέρουν πολύτιμο χρόνο στις ουκρανικές μονάδες αεράμυνας και στις υπηρεσίες πολιτικής προστασίας.
Χωρίς προειδοποίηση για βαλλιστικούς πυραύλους – Το επικίνδυνο κενό
Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια πρόσφατων ρωσικών επιθέσεων δεν έλαβε τις συνήθεις προειδοποιήσεις για επερχόμενους βαλλιστικούς πυραύλους.
Αμερικανικές πηγές που επικαλούνται διεθνή μέσα ανέφεραν ότι παρουσιάστηκε πρόβλημα στο σύστημα προειδοποίησης, το οποίο αποδόθηκε σε τεχνικούς ή καιρικούς παράγοντες.
Ουκρανοί αξιωματούχοι εκφράζουν αμφιβολίες για αυτή την εξήγηση.
Το CBS News μετέδωσε ότι πηγές με γνώση της υπόθεσης εξετάζουν το ενδεχόμενο σκόπιμης μη διαβίβασης ορισμένων προειδοποιήσεων.
Παράλληλα, όμως, οι ίδιες πληροφορίες δεν επιβεβαιώνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν συνολικά την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία.
Η διάκριση είναι κρίσιμη.
Η απουσία προειδοποιήσεων για συγκεκριμένες επιθέσεις δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με πλήρη τερματισμό της στρατιωτικής συνεργασίας πληροφοριών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αρνηθεί ότι η Ουάσιγκτον σταμάτησε να μοιράζεται πληροφορίες με το Κίεβο.
Ωστόσο, η αντιπαράθεση έχει ήδη δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.
Το Starlink στο επίκεντρο – Όταν η δορυφορική σύνδεση γίνεται γεωπολιτικό όπλο
Η ένταση επιδεινώθηκε από τις αιφνιδιαστικές δυσλειτουργίες και τους περιορισμούς στη χρήση δορυφορικών υπηρεσιών που αξιοποιούν οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.
Τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Οκτωβρίου, ουκρανικές στρατιωτικές μονάδες ανέφεραν προβλήματα στη λειτουργία τερματικών Starlink και Starshield.
Σύμφωνα με ουκρανικές στρατιωτικές πηγές, οι περιορισμοί επηρέασαν τη σύνδεση τερματικών όταν αυτά κινούνταν με υψηλές ταχύτητες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επικοινωνία διακοπτόταν όταν η ταχύτητα ξεπερνούσε τα 160 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ αναφέρθηκαν και χαμηλότερα όρια.
Η εξέλιξη επηρέασε επιχειρήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την αναχαίτιση ρωσικών drones.
Επηρέασε επίσης ορισμένες δυνατότητες αναγνώρισης, μεταφοράς δεδομένων και επιχειρησιακού συντονισμού.
Ο Ζελένσκι υποστήριξε ότι τα προβλήματα δεν οφείλονταν σε τυχαία τεχνική δυσλειτουργία.
Κατά την εκτίμησή του, υπήρξε συνειδητή απόφαση περιορισμού της υπηρεσίας.
Η συγκεκριμένη καταγγελία δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα ως προς το ποιος έλαβε την απόφαση και για ποιον λόγο.
Μασκ: Το Starshield ελέγχεται από την αμερικανική κυβέρνηση
Στη δημόσια αντιπαράθεση παρενέβη και ο Έλον Μασκ, ιδρυτής της SpaceX.
Ο Μασκ διευκρίνισε ότι το Starshield, η στρατιωτική εκδοχή της τεχνολογίας Starlink, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της αμερικανικής κυβέρνησης.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, οι περιορισμοί στη χρήση ή στην ταχύτητα των συστημάτων Starshield καθορίζονται από τον αμερικανικό στρατό και, τελικά, από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παράλληλα, διαχώρισε το Starshield από το εμπορικό Starlink, το οποίο ανήκει και ελέγχεται από τη SpaceX.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το Starlink χρησιμοποιείται ευρέως για επικοινωνίες, επιμελητεία και αμυντικές λειτουργίες.
Το Starshield έχει σχεδιαστεί για εξειδικευμένες κυβερνητικές και στρατιωτικές εφαρμογές.
Σύμφωνα με ουκρανικές πηγές, περιορισμοί επηρέασαν και τα δύο συστήματα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν έχει επιβεβαιώσει ότι επέβαλε πολιτικά υποκινούμενους περιορισμούς με στόχο την άσκηση πίεσης στο Κίεβο.
Ρωσικό ντίζελ: Η συμφωνία που εξοργίζει τον Ζελένσκι
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και η απόφαση του Τραμπ να επιδιώξει εισαγωγές ρωσικού ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κίνηση μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών καυσίμων, σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων και ενεργειακής αβεβαιότητας.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με την προσπάθεια του Λευκού Οίκου να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης.
Ωστόσο, για τον Ζελένσκι η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αντιφάσεις.
Η Ουκρανία θεωρεί ότι τα έσοδα από τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας αποτελούν σημαντική πηγή χρηματοδότησης της ρωσικής οικονομίας και, κατ’ επέκταση, της πολεμικής προσπάθειας.
Ο Ουκρανός πρόεδρος επικρίνει την Ουάσιγκτον επειδή, κατά την άποψή του, επιδιώκει οικονομικές συμφωνίες με τη Μόσχα ενώ ταυτόχρονα πιέζει το Κίεβο να περιορίσει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις.
Η αντιπαράθεση αποτυπώνει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών προτεραιοτήτων.
Για τον Λευκό Οίκο, η σταθεροποίηση των τιμών καυσίμων αποτελεί σημαντικό οικονομικό και πολιτικό στόχο.
Για το Κίεβο, η αποδυνάμωση της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας θεωρείται βασικό μέσο άσκησης πίεσης στη Μόσχα.
Γιατί τα ρωσικά διυλιστήρια αποτελούν κρίσιμο στόχο
Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων δεν αποτελούν απλώς μια προσπάθεια πρόκλησης οικονομικής ζημιάς.
Εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική περιορισμού της ικανότητας της Ρωσίας να υποστηρίζει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις.
Τα διυλιστήρια μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο σε καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στις ένοπλες δυνάμεις.
Η προσωρινή διακοπή λειτουργίας σημαντικών εγκαταστάσεων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην εγχώρια τροφοδοσία, να αυξήσει το κόστος και να επιβαρύνει τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Παράλληλα, οι επιθέσεις μπορούν να επηρεάσουν τις δυνατότητες εξαγωγής διυλισμένων προϊόντων.
Η πραγματική στρατηγική τους αποτελεσματικότητα εξαρτάται από τη διάρκεια των ζημιών, την ταχύτητα αποκατάστασης των εγκαταστάσεων και την ικανότητα της Ρωσίας να ανακατανέμει την παραγωγή της.
Για το Κίεβο, πάντως, τα πλήγματα αποτελούν ένα από τα μέσα με τα οποία μπορεί να ασκήσει πίεση σε βάθος εντός της ρωσικής επικράτειας.
Η επίθεση του Ζελένσκι στον Τραμπ για τον Πούτιν
Στη συνέντευξή του στους Financial Times, ο Ζελένσκι προχώρησε και σε ευρύτερη πολιτική κριτική του Αμερικανού προέδρου.
Υποστήριξε ότι ο Τραμπ δείχνει ιδιαίτερο θαυμασμό προς ηγέτες που διατηρούν την εξουσία επί δεκαετίες, καθώς και προς εξαιρετικά ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες.
Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, αυτή η αντίληψη επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιμετωπίζει τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η κριτική του Ζελένσκι αντανακλά τη βαθύτερη ανησυχία του Κιέβου ότι οι σχέσεις Ουάσιγκτον–Μόσχας μπορεί να επαναπροσδιοριστούν με γνώμονα οικονομικά και γεωπολιτικά ανταλλάγματα.
Ωστόσο, η εκτίμηση για τα προσωπικά κίνητρα του Τραμπ αποτελεί πολιτική ερμηνεία του Ζελένσκι και όχι ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός.
Το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει η επίδραση των αμερικανικών αποφάσεων στην ασφάλεια και στις στρατιωτικές δυνατότητες της Ουκρανίας.
Οι Patriot ως αντάλλαγμα – Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον
Ο Ζελένσκι συνέδεσε το ζήτημα των ενεργειακών επιθέσεων με την ανάγκη ενίσχυσης της ουκρανικής αεράμυνας.
Η ουκρανική κυβέρνηση ζητά περισσότερα συστήματα και πυραύλους αναχαίτισης Patriot, προκειμένου να προστατεύσει τις πόλεις και τις κρίσιμες υποδομές της.
Η λογική του Κιέβου είναι ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να εγκαταλείψει ένα μέσο πίεσης κατά της Ρωσίας χωρίς να εξασφαλίσει ουσιαστική προστασία απέναντι στις συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις.
Η ανάγκη για πυραύλους αναχαίτισης έχει ενταθεί, καθώς η Ρωσία χρησιμοποιεί συνδυασμούς βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων κρουζ και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων επιθέσεων απαιτεί διαφορετικά επίπεδα αεράμυνας και επαρκή αποθέματα πυρομαχικών.
Το ουκρανικό αίτημα αφορά επομένως τόσο την άμεση προστασία του πληθυσμού όσο και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ανθεκτικότητας της χώρας.
Η Ευρώπη μπροστά σε νέο στρατηγικό δίλημμα
Η επιδείνωση των σχέσεων Ουάσιγκτον–Κιέβου αυξάνει την πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουκρανίας βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο μεγαλύτερης αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής και τεχνολογικής υποστήριξης.
Η πρόσφατη υπόθεση Starlink και Starshield ανέδειξε πόσο εξαρτημένες μπορούν να είναι κρίσιμες στρατιωτικές λειτουργίες από υποδομές που ελέγχονται εκτός Ευρώπης.
Αντίστοιχα, οι πληροφορίες έγκαιρης προειδοποίησης και τα συστήματα αναχαίτισης αποτελούν τομείς στους οποίους οι ευρωπαϊκές δυνατότητες δεν υποκαθιστούν πλήρως εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εξέλιξη επαναφέρει τη συζήτηση για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, τόσο στη δορυφορική συνδεσιμότητα όσο και στην αμυντική βιομηχανία.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην παροχή οικονομικής βοήθειας.
Αφορά τη δυνατότητα διατήρησης κρίσιμων αμυντικών και τεχνολογικών λειτουργιών ακόμη και σε περίπτωση πολιτικών διαφωνιών με την Ουάσιγκτον.
Λονδίνο και Βρυξέλλες – Η διπλωματική αντεπίθεση του Κιέβου
Ο Ζελένσκι πραγματοποίησε επαφές στο Λονδίνο, επιδιώκοντας να ενισχύσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκαν οι ανάγκες της ουκρανικής αεράμυνας, η στρατιωτική βοήθεια και οι επιπτώσεις των πρόσφατων περιορισμών στις δορυφορικές επικοινωνίες.
Ο Ουκρανός πρόεδρος προγραμματίζει επίσης να θέσει τα ζητήματα αυτά στους Ευρωπαίους ηγέτες στις Βρυξέλλες.
Το Κίεβο ζητά αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας και ταχύτερη χρηματοδοτική στήριξη.
Παράλληλα, επιχειρεί να αποτρέψει τη δημιουργία εντυπώσεων ότι η Ουκρανία απομακρύνεται από τους δυτικούς συμμάχους της.
Παρά την έντονη κριτική προς την κυβέρνηση Τραμπ, ο Ζελένσκι εξακολουθεί να αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία της αμερικανικής συνεργασίας.
Η ουκρανική ηγεσία επιδιώκει να διατηρήσει τη συμμαχία, χωρίς να αποδεχθεί περιορισμούς που θεωρεί ότι αποδυναμώνουν την άμυνα της χώρας.
Ο πόλεμος του πετρελαίου και ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης
Η επανέναρξη των ουκρανικών επιθέσεων κατά ρωσικών διυλιστηρίων μπορεί να οδηγήσει σε νέα κλιμάκωση της ενεργειακής αντιπαράθεσης.
Η Ρωσία έχει ήδη εντείνει τις επιθέσεις εναντίον ουκρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, επιδιώκει να πλήξει την πετρελαϊκή υποδομή που θεωρεί κρίσιμη για τη ρωσική οικονομία.
Η συνέχιση αυτής της αμοιβαίας πίεσης μπορεί να επιβαρύνει την ενεργειακή ασφάλεια, να αυξήσει τις ανάγκες αποκατάστασης υποδομών και να δημιουργήσει πρόσθετη αβεβαιότητα στις αγορές καυσίμων.
Ωστόσο, η επίδραση στις διεθνείς τιμές δεν είναι αυτόματη.
Εξαρτάται από το μέγεθος των διαταραχών, τα διαθέσιμα αποθέματα, τις εναλλακτικές πηγές προμήθειας και τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το βέβαιο είναι ότι η ενέργεια έχει μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο της στρατιωτικής και διπλωματικής αντιπαράθεσης.
Η μεγάλη ρήξη: Μπορεί το Κίεβο να εμπιστεύεται την Ουάσιγκτον;
Η συνέντευξη Ζελένσκι στους Financial Times αποτυπώνει μια από τις σοβαρότερες κρίσεις εμπιστοσύνης στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας.
Το Κίεβο καταγγέλλει ότι δέχθηκε πιέσεις να περιορίσει τις επιθέσεις του, ενώ ταυτόχρονα αντιμετώπισε προβλήματα σε κρίσιμες στρατιωτικές υπηρεσίες.
Η Ουάσιγκτον αρνείται ότι διέκοψε συνολικά την ανταλλαγή πληροφοριών και δεν έχει επιβεβαιώσει ότι οι περιορισμοί των δορυφορικών συστημάτων αποτέλεσαν μέσο πολιτικής πίεσης.
Η διαφωνία δεν αφορά πλέον μόνο το πώς θα επιτευχθεί μια εκεχειρία.
Αφορά το ποιος αποφασίζει ποια στρατιωτικά μέσα μπορεί να χρησιμοποιεί η Ουκρανία, ποιος ελέγχει τις τεχνολογίες από τις οποίες εξαρτάται και ποια ανταλλάγματα απαιτούνται για τη συνέχιση της δυτικής υποστήριξης.
Η απόφαση Ζελένσκι να επαναφέρει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια αποτελεί μήνυμα τόσο προς τη Μόσχα όσο και προς την Ουάσιγκτον: το Κίεβο δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τη δυνατότητα άσκησης στρατιωτικής πίεσης χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις για την ασφάλειά του.
Και αυτή ακριβώς η διαφωνία καθιστά την επόμενη φάση του πολέμου ακόμη πιο απρόβλεπτη.
Πηγή: pagenews.gr
