15.10.2026 | 20:00
Μια δημοσκόπηση με πολλαπλά πολιτικά μηνύματα, σημαντικές μεταβολές στους συσχετισμούς και έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια δημοσιοποίησε η Alco για λογαριασμό του Flash.gr.
Το κυβερνών κόμμα διατηρεί την πρώτη θέση και προβάδισμα δέκα ποσοστιαίων μονάδων από τον πλησιέστερο αντίπαλό του. Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 23,8% στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων, κάτω από το πολιτικά φορτισμένο όριο του 25%.
Η εμφάνιση της Συμμαχίας Ελλήνων, την οποία έχει δηλώσει ότι υποστηρίζει ο καταδικασθείς Ηλίας Κασιδιάρης, με ποσοστό 4%, προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στον κατακερματισμό της δεξιάς και της ευρύτερης εκλογικής αγοράς.
Η πραγματική πολιτική εικόνα, όμως, είναι περισσότερο σύνθετη από μια απλή σύγκριση ποσοστών.
Η ΝΔ διατηρεί σημαντική απόσταση από την αντιπολίτευση, αλλά αντιμετωπίζει πρόβλημα επανασυσπείρωσης. Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα καταγράφεται δεύτερη, χωρίς να αυξάνει τη δύναμή της. Το ΠΑΣΟΚ παραμένει τρίτο και στάσιμο.
Την ίδια ώρα, οι αναποφάσιστοι φτάνουν το 15,7%, ξεπερνώντας το ποσοστό οποιουδήποτε κόμματος της αντιπολίτευσης.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα βρίσκεται αλλού: το 63% δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, ενώ μόλις το 23% προτιμά τη συνέχεια της σημερινής διακυβέρνησης.
Η απόσταση των 40 ποσοστιαίων μονάδων ανάμεσα στις δύο απαντήσεις αποτυπώνει το εύρος της πολιτικής δυσαρέσκειας, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει ήδη ενιαία εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, η πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων διαμορφώνεται ως εξής:
Οι αναποφάσιστοι ανέρχονται στο 15,7%.
Η εικόνα αυτή καταγράφει οκτώ πολιτικούς σχηματισμούς στο όριο του 3% ή υψηλότερα.
Δεν αποτελεί, ωστόσο, πρόβλεψη της τελικής σύνθεσης της Βουλής. Η εκλογική συμμετοχή, οι μετακινήσεις των αναποφάσιστων και η δυνατότητα νόμιμης συμμετοχής κάθε σχηματισμού μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά το αποτέλεσμα.
Η Συμμαχία Ελλήνων, την οποία υποστηρίζει ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταγράφεται στο 4%, δηλαδή μία ποσοστιαία μονάδα πάνω από το εκλογικό όριο του 3%.
Το ποσοστό είναι αξιοσημείωτο για έναν σχηματισμό που διεκδικεί χώρο σε ένα ήδη κατακερματισμένο πολιτικό περιβάλλον.
Η Ελληνική Λύση βρίσκεται στο 5,6%, η ΝΙΚΗ στο 1,8% και η Φωνή Λογικής στο 1,5%.
Αθροιστικά, οι τέσσερις αυτοί σχηματισμοί καταγράφουν 12,9% στην πρόθεση ψήφου. Πρόκειται για αριθμητική αποτύπωση και όχι για ενιαίο πολιτικό ή εκλογικό μπλοκ.
Το σημαντικότερο ερώτημα είναι από ποιες δεξαμενές προέρχεται η υποστήριξη προς τη Συμμαχία Ελλήνων.
Η μέτρηση δεν αποδεικνύει ότι το 4% αφαιρείται απευθείας από τη Νέα Δημοκρατία. Για ένα τέτοιο συμπέρασμα απαιτούνται αναλυτικά στοιχεία μετακινήσεων ψηφοφόρων.
Αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί είναι ότι η παρουσία του σχηματισμού αυξάνει τον αριθμό των πολιτικών επιλογών στον χώρο δεξιά της ΝΔ και επηρεάζει τη συζήτηση για το ενδεχόμενο πολυκομματικής Βουλής.
Η σύγκριση με την προηγούμενη μέτρηση της Alco προσφέρει μια σημαντική διευκρίνιση.
Η Νέα Δημοκρατία υποχωρεί κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα καταγράφει μεγαλύτερη αριθμητική υποχώρηση, κατά 0,6 μονάδες.
Το ΠΑΣΟΚ παραμένει στο 11,2%, χωρίς μεταβολή.
Οι μετακινήσεις αυτές είναι μικρές και δεν μπορούν από μόνες τους να θεωρηθούν στατιστικά σημαντικές.
Πολιτικά, πάντως, η εικόνα δείχνει ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε ενίσχυση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Η ΕΛ.Α.Σ. διατηρεί προβάδισμα 2,6 μονάδων έναντι του ΠΑΣΟΚ.
Η ΝΔ διατηρεί προβάδισμα ακριβώς δέκα μονάδων έναντι της ΕΛ.Α.Σ.
Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί μια ιδιόμορφη κατάσταση: η κυβέρνηση εμφανίζεται να αντιμετωπίζει πολιτική φθορά, αλλά οι βασικοί αντίπαλοί της δεν καταγράφουν αντίστοιχη δημοσκοπική άνοδο.
Η συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες της έρευνας.
Μόλις το 60% των ψηφοφόρων που είχαν επιλέξει το κόμμα στις προηγούμενες εθνικές εκλογές δηλώνει ότι θα το ψηφίσει ξανά.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το 21,9% των προηγούμενων ψηφοφόρων της ΝΔ δηλώνει σήμερα αναποφάσιστο.
Πρόκειται για μία σημαντική δεξαμενή πολιτών που δεν έχουν ακόμη επιλέξει άλλη κομματική κατεύθυνση.
Ένα επιπλέον 7,5% δηλώνει ότι προσανατολίζεται προς άλλο κόμμα.
Το στοιχείο αυτό δείχνει δύο διαφορετικές μορφές απομάκρυνσης από την κυβερνητική παράταξη.
Η πρώτη αφορά την αβεβαιότητα και την αναστολή της εκλογικής επιλογής.
Η δεύτερη αφορά τη δηλωμένη μετακίνηση προς άλλους σχηματισμούς.
Οι δύο ομάδες δεν έχουν απαραίτητα τα ίδια κίνητρα ούτε την ίδια πιθανότητα επιστροφής.
Για τη ΝΔ, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι πολίτες εκφράζουν δυσαρέσκεια, αλλά και εάν η κυβέρνηση μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πρώην ψηφοφόρων της.
Το ποσοστό 23,8% αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της δημόσιας συζήτησης για το όριο του 25% και την επόμενη ημέρα της Νέας Δημοκρατίας.
Σχετικά δημοσιεύματα συνδέουν το συγκεκριμένο όριο με το ζήτημα της παραμονής του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία.
Ωστόσο, απαιτείται σαφής διάκριση.
Η δημοσκόπηση μετρά πρόθεση ψήφου σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεν αποτελεί εκλογικό αποτέλεσμα.
Επίσης, δεν αποτελεί εκτίμηση ψήφου μετά την αναλογική κατανομή των αναποφάσιστων.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η ΝΔ βρίσκεται σήμερα κάτω από το 25% δεν αποδεικνύει ότι θα καταγράψει αντίστοιχο ποσοστό στις κάλπες ή ότι θα προκύψει συγκεκριμένη εσωκομματική εξέλιξη.
Η πολιτική σημασία του ευρήματος παραμένει, όμως, υπαρκτή.
Το κυβερνών κόμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με το ερώτημα πώς θα διευρύνει την απήχησή του πέρα από τον σημερινό πυρήνα των υποστηρικτών του.
Η πιο ενδιαφέρουσα αριθμητική σύγκριση της δημοσκόπησης αφορά τους αναποφάσιστους.
Το 15,7% ξεπερνά κατά 1,9 μονάδες την ΕΛ.Α.Σ., η οποία καταγράφεται στο 13,8%.
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι οι αναποφάσιστοι αποτελούν ενιαία πολιτική δύναμη.
Αντίθετα, πρόκειται για ψηφοφόρους με διαφορετικές προηγούμενες επιλογές, προτεραιότητες και βαθμούς πολιτικής συμμετοχής.
Ορισμένοι μπορεί να επιστρέψουν στα κόμματα που είχαν ψηφίσει.
Άλλοι ενδέχεται να επιλέξουν διαφορετικό σχηματισμό ή να απέχουν.
Το υψηλό ποσοστό αναποφάσιστων περιορίζει την ασφάλεια οποιασδήποτε πρόβλεψης για τις τελικές εκλογικές ισορροπίες.
Ταυτόχρονα, αναδεικνύει ότι σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος δεν έχει καταλήξει σε σταθερή πολιτική επιλογή.
Στο ερώτημα για τη βασική πολιτική κατεύθυνση, οι απαντήσεις είναι ιδιαίτερα σαφείς.
Το 63% επιθυμεί πολιτική αλλαγή.
Το 23% προτιμά τη συνέχεια της σημερινής διακυβέρνησης.
Το 14% δεν γνωρίζει ή δεν απαντά.
Η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία αλλαγής και στη συνέχιση της διακυβέρνησης φτάνει τις 40 ποσοστιαίες μονάδες.
Πρόκειται για ισχυρό δείκτη κοινωνικής και πολιτικής δυσαρέσκειας.
Δεν ταυτίζεται, όμως, με την πρόθεση ψήφου υπέρ ενός συγκεκριμένου κόμματος.
Ένας ψηφοφόρος μπορεί να επιθυμεί αλλαγή χωρίς να έχει αποφασίσει ποια κυβέρνηση προτιμά.
Μπορεί επίσης να θεωρεί αναγκαία μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση χωρίς να υποστηρίζει όλες τις προτάσεις της αντιπολίτευσης.
Η έρευνα αποτυπώνει επομένως ένα ευρύ αίτημα αλλαγής, αλλά όχι μια ήδη διαμορφωμένη πλειοψηφία υπέρ συγκεκριμένης κυβερνητικής σύνθεσης.
Ακόμη ένα εύρημα με ιδιαίτερη σημασία αφορά την οικονομική σταθερότητα.
Στο ερώτημα ποιο κυβερνητικό μοντέλο τη διασφαλίζει καλύτερα, το 48% επιλέγει κυβέρνηση συνεργασίας.
Το 34% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Η διαφορά φτάνει τις 14 ποσοστιαίες μονάδες.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η αυτοδυναμία δεν αποτελεί τη μοναδική μορφή διακυβέρνησης που συνδέουν οι πολίτες με τη σταθερότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ερωτηθέντες συμφωνούν σε συγκεκριμένο συνασπισμό κομμάτων.
Μια κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ δύο συγκεκριμένων σχηματισμών μπορεί να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από μια άλλη σύνθεση.
Επίσης, η προτίμηση στο μοντέλο συνεργασίας δεν αποδεικνύει ότι οι πολίτες θα ψήφιζαν απαραίτητα υπέρ των κομμάτων που θα το υποστήριζαν.
Ωστόσο, η μέτρηση προσφέρει μια σημαντική ένδειξη για το πώς αντιλαμβάνεται σήμερα μέρος της κοινής γνώμης τη σχέση ανάμεσα στην κυβερνητική μορφή και στην οικονομική σταθερότητα.
Με βάση τα σημερινά ποσοστά, οκτώ σχηματισμοί βρίσκονται στο 3% ή υψηλότερα.
Η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφεται στο 3,5% και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού στο 3%.
Αυτά τα ποσοστά βρίσκονται κοντά στο εκλογικό όριο.
Ακόμη και μικρές μεταβολές μπορούν να επηρεάσουν την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Ο αριθμός των κομμάτων που τελικά θα μπουν στη Βουλή επηρεάζει και τη μαθηματική σχέση ανάμεσα στο ποσοστό του πρώτου κόμματος και στις έδρες που μπορεί να καταλάβει.
Όσο περισσότερες ψήφοι κατευθύνονται σε κόμματα που δεν περνούν το 3%, τόσο διαφορετική γίνεται η κατανομή των εδρών μεταξύ των κομμάτων που εκπροσωπούνται.
Η συγκεκριμένη δημοσκόπηση, ωστόσο, δεν επιτρέπει ασφαλή υπολογισμό κοινοβουλευτικών εδρών.
Για κάτι τέτοιο θα χρειάζονταν πρόσθετες παραδοχές σχετικά με τις τελικές ψήφους, την αποχή και την κατανομή των αναποφάσιστων.
Η Alco εξετάζει ξεχωριστά και το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.
Στο σχετικό ερώτημα, το 10% απαντά ότι είναι αρκετά ή πολύ πιθανό να το ψηφίσει.
Το ποσοστό είναι μειωμένο κατά μία μονάδα σε σύγκριση με προηγούμενη μέτρηση του Ιουνίου.
Αντίθετα, το 74% δηλώνει ότι δεν θα επέλεγε ένα τέτοιο κόμμα.
Το συγκεκριμένο εύρημα δεν είναι πρόθεση ψήφου για υπαρκτό εκλογικό σχηματισμό.
Μετρά τη δυνητική διάθεση υποστήριξης ενός υποθετικού πολιτικού εγχειρήματος.
Συνεπώς, το 10% δεν μπορεί να προστεθεί ή να συγκριθεί απευθείας με τα ποσοστά των κομμάτων στην κύρια ερώτηση.
Η πολιτική του σημασία συνδέεται με τη δυνατότητα ενός νέου σχηματισμού να επηρεάσει τις επιλογές ψηφοφόρων, ιδίως στον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς.
Το οικονομικό σκέλος της έρευνας είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.
Το 85% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ακρίβεια συνεχίζεται αμείωτη.
Μόλις το 10% δηλώνει ότι αντιλαμβάνεται αποκλιμάκωση των τιμών.
Η διαφορά είναι 75 ποσοστιαίες μονάδες.
Το εύρημα αφορά την αντίληψη των πολιτών για τις τιμές και όχι άμεση στατιστική μέτρηση του πληθωρισμού.
Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία επειδή αποτυπώνει την εμπειρία της καθημερινής κατανάλωσης.
Οι λογαριασμοί, τα τρόφιμα, οι μεταφορές και η θέρμανση αποτελούν δαπάνες που επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα.
Ακόμη και όταν ο ρυθμός αύξησης των τιμών επιβραδύνεται, τα νοικοκυριά μπορεί να εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό συνολικό επίπεδο τιμών.
Αυτό εξηγεί γιατί η στατιστική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αίσθηση οικονομικής ανακούφισης.
Η ανησυχία για τον χειμώνα αποτυπώνεται επίσης με έντονο τρόπο.
Το 62% εκφράζει φόβους για σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη του κόστους θέρμανσης.
Ένα επιπλέον 33% αναμένει δυσκολίες αντίστοιχες με εκείνες του προηγούμενου χειμώνα.
Τα στοιχεία καταγράφονται σε μια περίοδο αυξημένης ενεργειακής αβεβαιότητας.
Η πορεία των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου επηρεάζει το κόστος θέρμανσης, ενώ η επιβάρυνση διαφέρει ανάλογα με την περιοχή, τον τύπο κατοικίας και το χρησιμοποιούμενο καύσιμο.
Η πολιτική σημασία του ευρήματος βρίσκεται στο ότι η ενεργειακή ακρίβεια δεν αποτελεί αφηρημένο μακροοικονομικό πρόβλημα.
Συνδέεται με την καθημερινή δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύπτουν βασικές ανάγκες.
Για την κυβέρνηση, το ερώτημα αφορά την αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης.
Για την αντιπολίτευση, αφορά την παρουσίαση συγκεκριμένων και δημοσιονομικά τεκμηριωμένων εναλλακτικών προτάσεων.
Η δημοσκόπηση περιλαμβάνει και ξεχωριστό σκέλος για την εμπιστοσύνη των πολιτών στις διαφημίσεις υπηρεσιών υγείας.
Το 79% δηλώνει ότι εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε διαφημίσεις γιατρών, κλινικών, διαγνωστικών κέντρων και συναφών υπηρεσιών.
Μόλις το 18% απαντά ότι τις εμπιστεύεται αρκετά ή πολύ.
Το 46% δηλώνει ότι η παρουσία γιατρού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν επηρεάζει την εμπιστοσύνη του.
Για το 28%, η παρουσία αυτή μειώνει την εκτίμηση προς τον συγκεκριμένο γιατρό, ενώ για το 13% την αυξάνει.
Επιπλέον, το 86% δηλώνει ότι δεν έχει επιλέξει γιατρό επειδή είδε σχετικό βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μόλις το 10% αναφέρει ότι ένα τέτοιο βίντεο αποτέλεσε κριτήριο επιλογής.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στην αυξανόμενη προβολή ιατρικών υπηρεσιών στο διαδίκτυο και στην εμπιστοσύνη που αποδίδει το κοινό σε αυτή την προβολή.
Ιδιαίτερα υψηλά είναι και τα ποσοστά δυσπιστίας απέναντι στους μηχανισμούς εποπτείας.
Το 90% θεωρεί ότι ο πολίτης δεν προστατεύεται επαρκώς από παραπλανητικές διαφημίσεις ή υπερβολικές υποσχέσεις στον χώρο της υγείας.
Μόλις το 3% θεωρεί ότι η προστασία είναι επαρκής.
Το 81% δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας.
Αντίθετα, το 10% εκφράζει εμπιστοσύνη.
Στο ερώτημα για το ποιος πρέπει να διενεργεί τους ελέγχους στα ιατρεία, το 57% επιλέγει ειδική ανεξάρτητη αρχή.
Το 26% προτιμά τη συνέχιση των ελέγχων από τους Ιατρικούς Συλλόγους.
Τα ευρήματα δημιουργούν συγκεκριμένο πεδίο συζήτησης για την πολιτική υγείας.
Αφορούν την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών, τη διαφάνεια της ιατρικής διαφήμισης και την προστασία των πολιτών από παραπλανητικούς ισχυρισμούς.
Η μεγάλη επιθυμία πολιτικής αλλαγής δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη δημοσκοπική ενίσχυση των βασικών κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Η ΕΛ.Α.Σ. καταγράφει 13,8%, το ΠΑΣΟΚ 11,2%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στο 1,9%.
Η απόσταση ανάμεσα στο 63% που επιθυμεί αλλαγή και στα ποσοστά των επιμέρους κομμάτων αναδεικνύει το πρόβλημα του πολιτικού κατακερματισμού.
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο κόμμα που να συγκεντρώνει ολόκληρη αυτή τη δυσαρέσκεια.
Παράλληλα, οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων δεν επιτρέπουν να θεωρείται δεδομένη οποιαδήποτε συνεργασία.
Η προτίμηση του 48% σε κυβερνήσεις συνεργασίας προσθέτει μια νέα παράμετρο, αλλά δεν απαντά στο ερώτημα της συγκεκριμένης κυβερνητικής σύνθεσης.
Οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν από τις προγραμματικές θέσεις, τις πολιτικές επιλογές και τη στάση των ψηφοφόρων.
Η δημοσκόπηση καταγράφει δύο παράλληλες πραγματικότητες.
Η πρώτη είναι ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται με σαφή διαφορά από κάθε αντίπαλό της.
Η δεύτερη είναι ότι μεγάλο μέρος των προηγούμενων ψηφοφόρων της δεν δηλώνει σήμερα πρόθεση να την υποστηρίξει ξανά.
Το 21,9% των πρώην ψηφοφόρων της που εμφανίζεται αναποφάσιστο αποτελεί σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας.
Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την οικονομική δυσαρέσκεια και την παρουσία περισσότερων πολιτικών σχηματισμών που διεκδικούν μέρος του εκλογικού ακροατηρίου.
Η δημοσκόπηση δεν δείχνει ποια θα είναι η τελική κατάληξη αυτών των τάσεων.
Αποτυπώνει, όμως, ότι η διατήρηση της πρώτης θέσης δεν αρκεί από μόνη της για να περιγράψει την πολιτική κατάσταση.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την Alco για λογαριασμό του Flash.gr από τις 8 έως τις 13 Οκτωβρίου 2026.
Το δείγμα περιλάμβανε 1.000 άτομα πανελλαδικά.
Η συλλογή στοιχείων έγινε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις.
Τα αποτελέσματα αφορούν τις δηλωμένες απόψεις των ερωτηθέντων κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.
Οι μικρές διαφορές μεταξύ διαδοχικών μετρήσεων χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, ενώ η πρόθεση ψήφου δεν ταυτίζεται με εκλογική πρόβλεψη.
Η νέα Alco περιγράφει ένα πολιτικό σκηνικό με ισχυρή πρώτη θέση της ΝΔ, κατακερματισμένη αντιπολίτευση και υψηλό ποσοστό αναποφάσιστων.
Το 23,8% της κυβέρνησης, το 4% της Συμμαχίας Ελλήνων, η χαμηλή γαλάζια συσπείρωση και το 63% υπέρ της πολιτικής αλλαγής συνθέτουν μια εικόνα σημαντικής ρευστότητας.
Το κόστος ζωής βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικής ανησυχίας.
Το 85% θεωρεί ότι η ακρίβεια συνεχίζεται και το 62% φοβάται σοβαρές δυσκολίες στη θέρμανση.
Παράλληλα, σχεδόν ένας στους δύο ερωτηθέντες θεωρεί ότι η οικονομική σταθερότητα μπορεί να διασφαλιστεί καλύτερα από κυβέρνηση συνεργασίας.
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί προβάδισμα δέκα μονάδων, αλλά η έρευνα καταγράφει σημαντική απόσταση ανάμεσα στη σημερινή εκλογική της απήχηση και στην ευρύτερη κοινωνική επιθυμία για αλλαγή.
Το αν αυτή η απόσταση θα περιοριστεί, θα διευρυνθεί ή θα μεταφραστεί σε διαφορετικούς εκλογικούς συσχετισμούς παραμένει ανοιχτό.
Πηγή: pagenews.gr