Γεωπολιτική Οικονομία

Γαλλία–Γερμανία: Ρήγμα στο παρά πέντε για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα – Στον αέρα η συμφωνία για το 2035

Γαλλία–Γερμανία: Ρήγμα στο παρά πέντε για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα – Στον αέρα η συμφωνία για το 2035
Καθυστερεί η γαλλογερμανική συμφωνία για την προστασία της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, με διαφωνίες για τους κανόνες «Κατασκευασμένο στην Ευρώπη» και τη χαλάρωση των περιορισμών στους κινητήρες εσωτερικής καύσης. Στο επίκεντρο οι κινεζικές εισαγωγές, οι κρατικές ενισχύσεις και το μέλλον εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.

Νέα εμπλοκή σημειώνεται στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας για το μέλλον της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς διαφωνίες της τελευταίας στιγμής καθυστερούν μια συμφωνία που θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο την πρόσβαση τρίτων χωρών στις ευρωπαϊκές δημόσιες συμβάσεις όσο και τους κανόνες εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για τα νέα αυτοκίνητα από το 2035.

Σύμφωνα με το POLITICO, Παρίσι και Βερολίνο επεξεργάζονται ένα κοινό πλαίσιο που συνδυάζει αυστηρότερους όρους συμμετοχής επιχειρήσεων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δημόσιες προμήθειες και προγράμματα κρατικής στήριξης με μεγαλύτερη ευελιξία στον ευρωπαϊκό στόχο για τα αυτοκίνητα μηδενικών εκπομπών.

Η προσπάθεια συμβιβασμού αποκαλύπτει μια βαθύτερη ευρωπαϊκή αντιπαράθεση: πώς θα προστατευθεί η βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη χωρίς να υπονομευθεί η πράσινη μετάβαση και χωρίς να προκληθεί νέα εμπορική σύγκρουση με τους διεθνείς εταίρους.

Για τη Γαλλία, το ζητούμενο είναι να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών επενδύσεων προς εργοστάσια και παραγωγικές αλυσίδες εντός της Ένωσης. Για τη Γερμανία, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των αυτοκινητοβιομηχανιών της και η δυνατότητα προσαρμογής στις τεχνολογικές και οικονομικές συνθήκες.

Το «Κατασκευασμένο στην Ευρώπη» γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης

Στον πυρήνα της υπό διαμόρφωση συμφωνίας βρίσκεται η πρόταση για ενίσχυση των ευρωπαϊκών προτιμήσεων στις δημόσιες συμβάσεις και στις κρατικές ενισχύσεις.

Η λογική του σχεδίου είναι ότι επιχειρήσεις και προϊόντα που προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα πρέπει να έχουν αυτομάτως την ίδια πρόσβαση σε κάθε πρόγραμμα δημόσιας χρηματοδότησης ή προμήθειας.

Η συζήτηση αφορά τον καθορισμό συγκεκριμένων κριτηρίων επιλεξιμότητας, τα οποία θα μπορούσαν να συνδέονται με τον τόπο παραγωγής, την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία και την προέλευση κρίσιμων εξαρτημάτων.

Η γαλλική πλευρά έχει υποστηρίξει διαχρονικά ότι η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρότερη βιομηχανική πολιτική, ώστε οι δημόσιοι πόροι να στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και την απασχόληση.

Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία έχει σημαντικές εξαγωγικές δραστηριότητες και πολύπλοκες διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη διαμόρφωση κανόνων οι οποίοι δεν θα διαταράξουν τις εμπορικές της σχέσεις.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν τίθεται το ερώτημα ποιες τρίτες χώρες θα μπορούσαν να εξασφαλίζουν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Το 2035 και οι κινητήρες εσωτερικής καύσης

Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της γαλλογερμανικής διαπραγμάτευσης αφορά τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις εκπομπές των νέων αυτοκινήτων.

Το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει στόχο μείωσης κατά 100% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από νέα επιβατικά αυτοκίνητα και ελαφρά επαγγελματικά οχήματα το 2035, σε σχέση με τα επίπεδα αναφοράς του κανονισμού.

Στην πράξη, ο στόχος αυτός έχει συνδεθεί με τη μετάβαση στις πωλήσεις νέων οχημάτων μηδενικών εκπομπών.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία πιέζει για μεγαλύτερη τεχνολογική ευελιξία.

Στη συζήτηση έχουν τεθεί τα συνθετικά καύσιμα, οι διαφορετικές μορφές εξηλεκτρισμού και η ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιήσει οι κατασκευαστές σε κινητήρες και παραγωγικές εγκαταστάσεις.

Η Γερμανία έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις για ειδική αντιμετώπιση των οχημάτων που χρησιμοποιούν αποκλειστικά συνθετικά καύσιμα.

Το νέο γαλλογερμανικό σχέδιο, σύμφωνα με την περιγραφή του POLITICO, επιδιώκει να συνδυάσει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση στο 2035 με ισχυρότερους όρους προστασίας της ευρωπαϊκής παραγωγής.

Η διαπραγμάτευση, πάντως, δεν ισοδυναμεί με οριστική αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Γιατί η συμφωνία καθυστερεί

Η δυσκολία του συμβιβασμού βρίσκεται στο γεγονός ότι οι δύο χώρες προσπαθούν να συνδέσουν δύο διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις.

Η πρώτη αφορά την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Η δεύτερη αφορά την αναθεώρηση ή προσαρμογή των κανόνων που επηρεάζουν τις επενδύσεις της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Η σύνδεση αυτών των ζητημάτων δημιουργεί ένα περίπλοκο διαπραγματευτικό πακέτο.

Οι αυστηρότεροι κανόνες προέλευσης μπορούν να ευνοήσουν ορισμένες ευρωπαϊκές παραγωγικές δραστηριότητες, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσουν το κόστος εξαρτημάτων και πρώτων υλών.

Αντίστοιχα, η χαλάρωση των στόχων εκπομπών θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο στους κατασκευαστές, αλλά να δημιουργήσει αβεβαιότητα για τις επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και μια κατ’ αρχήν πολιτική σύγκλιση Παρισιού και Βερολίνου απαιτεί λεπτομερείς συμφωνίες για την εφαρμογή της.

Μακρόν και Μερτς μπροστά στο βιομηχανικό δίλημμα

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ζήτημα που υπερβαίνει την αγορά αυτοκινήτου.

Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί σημαντικό πυλώνα παραγωγής, εξαγωγών, τεχνολογικής έρευνας και απασχόλησης.

Οι αποφάσεις για τους κανόνες εκπομπών και τις δημόσιες ενισχύσεις θα επηρεάσουν όχι μόνο τους μεγάλους κατασκευαστές, αλλά και χιλιάδες επιχειρήσεις που παράγουν εξαρτήματα, ηλεκτρονικά συστήματα, μπαταρίες και βιομηχανικό εξοπλισμό.

Για το Παρίσι, μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή προτίμηση μπορεί να αποτελέσει εργαλείο προσέλκυσης επενδύσεων.

Για το Βερολίνο, η ευελιξία στο ρυθμιστικό πλαίσιο θεωρείται σημαντική για μια βιομηχανία με μεγάλες επενδύσεις σε διαφορετικές τεχνολογίες κίνησης.

Οι δύο στόχοι μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά η διαμόρφωση κοινών κανόνων παραμένει δύσκολη.

Κίνα και διεθνής ανταγωνισμός: Η μεγάλη πίεση στις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες

Πίσω από τη γαλλογερμανική διαπραγμάτευση βρίσκεται η αυξανόμενη ανταγωνιστική πίεση από κατασκευαστές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Κίνα έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση της στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων, επενδύοντας σε μπαταρίες, λογισμικό και βιομηχανική κλίμακα.

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες καλούνται να ανταγωνιστούν παραγωγούς που σε αρκετές περιπτώσεις διαθέτουν χαμηλότερο κόστος κατασκευής και ισχυρή πρόσβαση σε κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν να αποφύγουν μέτρα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν εκτεταμένα εμπορικά αντίποινα.

Η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη μετάβαση σε αυστηρούς κανόνες ευρωπαϊκής προέλευσης.

Έτσι, η έννοια «Κατασκευασμένο στην Ευρώπη» δεν αφορά μόνο την τελική συναρμολόγηση ενός οχήματος, αλλά και το πόσο μεγάλο μέρος της αξίας του παράγεται πραγματικά στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Η πράσινη μετάβαση και ο κίνδυνος επενδυτικής αβεβαιότητας

Η πιθανότητα τροποποίησης των κανόνων για το 2035 έχει προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις στον ευρωπαϊκό βιομηχανικό και περιβαλλοντικό χώρο.

Ορισμένοι κατασκευαστές ζητούν περισσότερο χρόνο και ευελιξία, επικαλούμενοι το κόστος της μετάβασης, την πορεία της ζήτησης και τις υποδομές φόρτισης.

Από την άλλη πλευρά, επιχειρήσεις που έχουν επενδύσει στην ηλεκτροκίνηση και περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι οι συνεχείς αλλαγές στόχων μπορούν να δημιουργήσουν αβεβαιότητα.

Η σταθερότητα του κανονιστικού πλαισίου θεωρείται σημαντική για τις επενδύσεις σε νέα εργοστάσια, δίκτυα φόρτισης και παραγωγή μπαταριών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται επομένως αντιμέτωπη με την ανάγκη να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία της ανταγωνιστικότητας και στη διατήρηση των κλιματικών της δεσμεύσεων.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η διαπραγμάτευση Γαλλίας–Γερμανίας έχει επιπτώσεις και για την ελληνική οικονομία, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει μεγάλη βιομηχανία κατασκευής επιβατικών αυτοκινήτων.

Οι αλλαγές στους ευρωπαϊκούς κανόνες μπορούν να επηρεάσουν το κόστος και τη διαθεσιμότητα νέων οχημάτων, την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης και τις επενδύσεις σε υποδομές φόρτισης.

Επιπλέον, οι κανόνες για την ευρωπαϊκή προέλευση προϊόντων μπορούν να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για ελληνικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε βιομηχανικές αλυσίδες παραγωγής.

Σημαντική είναι και η διάσταση των δημόσιων προμηθειών.

Οι μελλοντικοί κανόνες θα μπορούσαν να επηρεάσουν προγράμματα αγοράς οχημάτων για δημόσιες υπηρεσίες, μέσα μαζικής μεταφοράς και άλλες δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους.

Ωστόσο, οι πραγματικές συνέπειες θα εξαρτηθούν από το τελικό περιεχόμενο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και όχι μόνο από μια διμερή πολιτική συμφωνία.

Η επόμενη ημέρα για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία

Η καθυστέρηση της γαλλογερμανικής συμφωνίας καταδεικνύει ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη καταλήξει σε κοινή απάντηση για το μέλλον της αυτοκινητοβιομηχανίας της.

Η προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής, η πρόσβαση τρίτων χωρών στις δημόσιες ενισχύσεις και η πορεία προς τα οχήματα μηδενικών εκπομπών αποτελούν πλέον αλληλένδετα ζητήματα.

Ακόμη και αν Παρίσι και Βερολίνο καταλήξουν σε κοινό κείμενο, οι σχετικές προτάσεις θα χρειαστεί να εξεταστούν από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα και να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη θεσμική στήριξη.

Το κεντρικό ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να στηρίξει την αυτοκινητοβιομηχανία της απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό, χωρίς να δημιουργήσει νέες αβεβαιότητες για τις επενδύσεις και τους κλιματικούς της στόχους.

Η έκβαση των γαλλογερμανικών διαπραγματεύσεων θα αποτελέσει σημαντικό βήμα σε αυτή τη συζήτηση, αλλά δεν θα είναι από μόνη της η τελική απόφαση για το μέλλον των ευρωπαϊκών αυτοκινήτων.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο