Μια εξαιρετικά επικίνδυνη γεωπολιτική ισορροπία διαμορφώνεται στη Συρία, όπου η στρατιωτική παρουσία και οι ανταγωνιστικές επιδιώξεις της Τουρκίας και του Ισραήλ δημιουργούν τον κίνδυνο μιας απευθείας σύγκρουσης μεταξύ δύο σημαντικών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ, επιχείρησε να υποβαθμίσει την πιθανότητα ενός συνειδητά επιδιωκόμενου πολέμου, προειδοποιώντας όμως ότι ένα στρατιωτικό λάθος θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Μιλώντας στις 20 Οκτωβρίου στο Παγκόσμιο Φόρουμ Ασφάλειας στην Ντόχα του Κατάρ, ο Αμερικανός διπλωμάτης εκτίμησε ότι ούτε το Ισραήλ ούτε η Τουρκία επιθυμούν να εμπλακούν σε πραγματική πολεμική αναμέτρηση.
Η προειδοποίησή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά την ισραηλινή επίθεση της 18ης Αυγούστου στη συριακή αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, η οποία προκάλεσε έντονη αντίδραση της Άγκυρας και ανησυχία στην Ουάσιγκτον.
Το παρασκήνιο εκείνης της επιδρομής αποκαλύπτει πόσο εύκολα ο ανταγωνισμός Τουρκίας και Ισραήλ για την επιρροή στη μεταπολεμική Συρία μπορεί να μετατραπεί από διπλωματική αντιπαράθεση σε στρατιωτική κρίση.
Μπάρακ: «Το Ισραήλ είναι αρκετά έξυπνο ώστε να μη συγκρουστεί πραγματικά με την Τουρκία»
Ο Τομ Μπάρακ εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς τις προθέσεις των δύο κυβερνήσεων, αλλά σαφώς πιο επιφυλακτικός για τους κινδύνους που δημιουργούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.
«Πιστεύω ότι το Ισραήλ είναι αρκετά έξυπνο ώστε να μην εμπλακεί σε πραγματική σύγκρουση με την Τουρκία», δήλωσε.
Συμπλήρωσε ότι, κατά την εκτίμησή του, οι δύο χώρες δεν επιθυμούν έναν μεταξύ τους πόλεμο.
«Δεν νομίζω πως το Ισραήλ το επιθυμεί και γνωρίζω ότι ούτε η Τουρκία το θέλει», ανέφερε.
Ο Αμερικανός απεσταλμένος εκτίμησε ότι μεγάλο μέρος της έντασης εκδηλώνεται στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης και της δημόσιας ρητορικής.
Ωστόσο, η απουσία πρόθεσης για πόλεμο δεν εξαλείφει τον κίνδυνο ενός επεισοδίου που θα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο.
Αυτή ακριβώς είναι η ανησυχία που κυριαρχεί στην αμερικανική προσέγγιση: μια αεροπορική επιδρομή, μια λανθασμένη εκτίμηση ή μια στρατιωτική αντίδραση χωρίς προηγούμενη συνεννόηση θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια κρίση με συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η επίθεση της 18ης Αυγούστου που ανησύχησε την Ουάσιγκτον
Στο επίκεντρο των δηλώσεων Μπάρακ βρέθηκε η ισραηλινή αεροπορική επιχείρηση εναντίον της βάσης Αμπού αλ Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία.
Στις 18 Αυγούστου, ισραηλινά αεροσκάφη πραγματοποίησαν επιδρομές εναντίον του στρατιωτικού αεροδρομίου, πλήττοντας διαδρόμους προσγείωσης και εγκαταστάσεις αποθήκευσης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν μεταδοθεί τότε, πραγματοποιήθηκαν οκτώ αεροπορικά πλήγματα, προκαλώντας υλικές ζημιές χωρίς αναφορές για θύματα.
Η βάση βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή, σχετικά κοντά στα τουρκικά σύνορα.
Η γεωγραφική της θέση αποκτά στρατηγική σημασία λόγω της προσπάθειας της Τουρκίας να ενισχύσει τη στρατιωτική συνεργασία της με τη νέα συριακή κυβέρνηση.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε ενδεχόμενο ανάπτυξης προηγμένων στρατιωτικών συστημάτων στη Συρία που θα μπορούσαν να περιορίσουν την επιχειρησιακή ελευθερία της ισραηλινής αεροπορίας.
«Η Τουρκία δεν γνώριζε ότι έρχονταν τα ισραηλινά μαχητικά»
Ο Τομ Μπάρακ αποκάλυψε στην Ντόχα ότι η Άγκυρα δεν είχε ενημερωθεί για την επικείμενη ισραηλινή επιχείρηση.
«Η Τουρκία δεν γνώριζε ότι έρχονταν τα ισραηλινά μαχητικά. Ούτε εμείς το γνωρίζαμε», ανέφερε.
Στη συνέχεια περιέγραψε ένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε δραματική επιδείνωση της κρίσης.
«Η Τουρκία θα μπορούσε πολύ γρήγορα να απογειώσει τα δικά της μαχητικά και ξαφνικά θα είχαμε βρεθεί σε εντελώς διαφορετική κατάσταση».
Η προειδοποίηση αφορά τον κίνδυνο αιφνίδιας συνάντησης στρατιωτικών δυνάμεων στον ίδιο εναέριο χώρο, χωρίς προηγούμενο συντονισμό.
Ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε να δημιουργήσει πίεση για άμεσες αποφάσεις από τις στρατιωτικές διοικήσεις και των δύο χωρών.
Η δημόσια τοποθέτηση Μπάρακ περί μη ενημέρωσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς προηγούμενο ρεπορτάζ του Axios είχε αναφέρει ότι ισραηλινοί αξιωματούχοι ενημέρωσαν στελέχη του Λευκού Οίκου πριν από την επιχείρηση.
Οι δύο αναφορές αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο διαφορετικών επιπέδων ενημέρωσης στο αμερικανικό σύστημα, χωρίς να επιτρέπουν ασφαλές συμπέρασμα για το ποιοι γνώριζαν τι και πότε.
Axios: Η επιδρομή προκάλεσε ενόχληση στον Λευκό Οίκο
Η ισραηλινή επιχείρηση δεν προκάλεσε μόνο τουρκικές αντιδράσεις.
Σύμφωνα με το Axios, η επίθεση προκάλεσε απογοήτευση και έντονο προβληματισμό σε ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ.
Η Ουάσιγκτον επιχειρούσε εκείνη την περίοδο να περιορίσει την ένταση στη Συρία και να στηρίξει τη διαδικασία σταθεροποίησης της χώρας υπό τη νέα ηγεσία της Δαμασκού.
Μια νέα στρατιωτική κρίση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την προσπάθεια.
Το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι ιδιαίτερα σύνθετο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ το Ισραήλ παραμένει βασικός στρατηγικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μια απευθείας σύγκρουση ανάμεσα στις δύο χώρες θα υποχρέωνε την αμερικανική διπλωματία να διαχειριστεί μια εξαιρετικά δύσκολη κρίση μεταξύ συμμάχων της.
Το ισραηλινό επιχείρημα: Τουρκικά στρατεύματα και στρατιωτικός εξοπλισμός
Μετά την επίθεση, το Ισραήλ υποστήριξε ότι η επιχείρηση είχε προληπτικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα με την ισραηλινή εκδοχή, η Συρία ετοιμαζόταν να επιτρέψει την ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στη βάση, γεγονός που το Τελ Αβίβ θεωρούσε απειλή για την ασφάλειά του.
Η ισραηλινή πλευρά υποστήριξε επίσης ότι είχαν προηγηθεί προειδοποιήσεις προς τη Δαμασκό.
Το Axios μετέδωσε ότι οι Ισραηλινοί παρουσίασαν στην αμερικανική κυβέρνηση την επιδρομή ως προσπάθεια αποτροπής μεταφοράς προηγμένων στρατιωτικών συστημάτων στην περιοχή.
Η Άγκυρα απέρριψε την αιτιολόγηση αυτή, αμφισβητώντας την ύπαρξη τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη βάση κατά τον χρόνο της επίθεσης.
Η διαφωνία αναδεικνύει το βασικό στρατηγικό πρόβλημα: αυτό που η Τουρκία παρουσιάζει ως στρατιωτική συνεργασία με τη Συρία, το Ισραήλ μπορεί να το αντιμετωπίζει ως μεταβολή της περιφερειακής ισορροπίας εις βάρος του.
Jerusalem Post: Πληροφορίες για τουρκικά ραντάρ και αντιαεροπορικά συστήματα
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η Jerusalem Post μετά την επιδρομή.
Σύμφωνα με το ισραηλινό δημοσίευμα, οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν λάβει πληροφορίες για ενδεχόμενη εγκατάσταση τουρκικού ραντάρ και αντιαεροπορικών συστημάτων στη βάση Αμπού αλ Ντουχούρ.
Η πιθανότητα ανάπτυξης τέτοιων συστημάτων θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη για το Ισραήλ.
Ένα προηγμένο σύστημα αεράμυνας μπορεί να μεταβάλει τις δυνατότητες επιτήρησης και ελέγχου του εναέριου χώρου.
Για την ισραηλινή στρατιωτική στρατηγική, η δυνατότητα πραγματοποίησης αεροπορικών επιχειρήσεων στη Συρία αποτελεί σημαντικό στοιχείο της περιφερειακής ασφάλειας.
Η ενδεχόμενη ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών συστημάτων θα μπορούσε να περιορίσει αυτή την επιχειρησιακή ευχέρεια.
Ωστόσο, οι πληροφορίες για σχεδιαζόμενη εγκατάσταση ραντάρ και αντιαεροπορικών συστημάτων προέρχονται από ισραηλινές πηγές και δεν αποτελούν ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη τουρκική ανάπτυξη.
Η Τουρκία καταγγέλλει παραβίαση της συριακής κυριαρχίας
Η Άγκυρα αντέδρασε στην επιδρομή κατηγορώντας το Ισραήλ για παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε τις αεροπορικές επιθέσεις και ζήτησε ισχυρότερη διεθνή αντίδραση.
Η Τουρκία υποστηρίζει ότι η νέα συριακή κυβέρνηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανασυγκροτήσει τις κρατικές και στρατιωτικές της υποδομές.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του συριακού συστήματος ασφάλειας.
Για την τουρκική ηγεσία, η Συρία αποτελεί κρίσιμο χώρο στρατηγικής επιρροής, τόσο για την ασφάλεια των νότιων συνόρων της όσο και για τη διαχείριση των κουρδικών ένοπλων οργανώσεων.
Η σύγκρουση συμφερόντων με το Ισραήλ αποκτά επομένως βαθύτερα χαρακτηριστικά από μια μεμονωμένη στρατιωτική επιχείρηση.
Μπάρακ: «Ήρθε η ώρα να σταματήσει αυτό»
Ο Αμερικανός απεσταλμένος δεν περιορίστηκε στην περιγραφή των κινδύνων.
Αναφερόμενος στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία, υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρξει αποκλιμάκωση.
«Ήρθε πλέον η ώρα να σταματήσει αυτό», δήλωσε.
Πρόσθεσε όμως ότι δεν είναι βέβαιο εάν έχει έρθει η στιγμή για άμεση αμερικανική παρέμβαση με στόχο την παύση των επιχειρήσεων.
Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει το δίλημμα της Ουάσιγκτον.
Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να αποτρέψουν νέα περιφερειακή σύγκρουση.
Από την άλλη, επιδιώκουν να διατηρήσουν τη στρατηγική τους σχέση με το Ισραήλ, χωρίς να οδηγηθούν σε μετωπική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Η αμερικανική προσέγγιση φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στη διπλωματική συνεννόηση και στην αποφυγή ανεξέλεγκτων στρατιωτικών κινήσεων.
Το παρασκήνιο των επαφών Ισραήλ – Συρίας
Σύμφωνα με το Axios, η συριακή κυβέρνηση είχε επιχειρήσει να εξηγήσει στο Ισραήλ τους λόγους ανακατασκευής των εγκαταστάσεων της βάσης.
Η Δαμασκός υποστήριζε ότι δεν είχε εχθρικές προθέσεις.
Παράλληλα, είχαν πραγματοποιηθεί προσπάθειες για τη δημιουργία μηχανισμού συντονισμού, με αμερικανική διαμεσολάβηση, ώστε να αποτρέπονται επικίνδυνα περιστατικά.
Στο πλαίσιο αυτό είχε συζητηθεί η λειτουργία κοινού κέντρου συντονισμού στην Ιορδανία.
Η σημασία ενός τέτοιου μηχανισμού είναι προφανής: η ανταλλαγή πληροφοριών και η έγκαιρη επικοινωνία μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο λανθασμένων στρατιωτικών εκτιμήσεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, υπήρχαν σοβαρές διαφωνίες σχετικά με την εφαρμογή των σχετικών συνεννοήσεων.
Αυτό αφήνει ανοιχτό ένα επικίνδυνο κενό στη διαχείριση της ασφάλειας.
Η Συρία ως πεδίο ανταγωνισμού Νετανιάχου και Ερντογάν
Η βαθύτερη αιτία της έντασης βρίσκεται στον ανταγωνισμό για την επιρροή στη Συρία.
Η Τουρκία επιδιώκει να εδραιώσει τη θέση της ως βασικός εταίρος της νέας συριακής κυβέρνησης.
Η στρατιωτική συνεργασία, η εκπαίδευση δυνάμεων ασφαλείας και η ανασυγκρότηση υποδομών αποτελούν πιθανούς μηχανισμούς ενίσχυσης αυτής της σχέσης.
Το Ισραήλ, αντίθετα, επιδιώκει να αποτρέψει την εμφάνιση νέων στρατιωτικών απειλών κοντά στα σύνορά του και να διατηρήσει δυνατότητες αντίδρασης απέναντι σε εξελίξεις που θεωρεί επικίνδυνες.
Η σύγκρουση αυτών των στρατηγικών δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες επιθυμούν απευθείας πόλεμο.
Σημαίνει όμως ότι μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπες εξαιτίας ενεργειών που η καθεμία θεωρεί αμυντικές.
Αυτό ακριβώς περιγράφει ο Τομ Μπάρακ ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο.
Το ΝΑΤΟ και το δύσκολο δίλημμα των ΗΠΑ
Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ αποτελεί έναν από τους στενότερους στρατηγικούς εταίρους της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή.
Μια στρατιωτική κρίση μεταξύ τους θα είχε ευρύτερες διπλωματικές συνέπειες.
Δεν θα σήμαινε αυτομάτως ενεργοποίηση των μηχανισμών συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας, καθώς κάτι τέτοιο εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τις προβλέψεις της Βορειοατλαντικής Συνθήκης.
Θα δημιουργούσε, ωστόσο, σοβαρή πίεση στις σχέσεις της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους υπόλοιπους συμμάχους.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, η αποτροπή μιας τέτοιας κρίσης αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα, καθώς θα μπορούσε να υπονομεύσει την προσπάθεια αναδιάταξης των αμερικανικών σχέσεων στη Μέση Ανατολή.
Το μήνυμα Μπάρακ για τη νέα αμερικανική στρατηγική
Οι δηλώσεις του Αμερικανού απεσταλμένου εντάσσονται σε μια ευρύτερη αντίληψη για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Στην ίδια εκδήλωση, ο Μπάρακ αναφέρθηκε στις συγκρούσεις στην Υεμένη και στο Ιράν, υπογραμμίζοντας την ανάγκη περιφερειακών λύσεων και αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της διαρκούς αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την επιδίωξη της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές δεσμεύσεις.
Στην περίπτωση της Συρίας, η Ουάσιγκτον καλείται να εξισορροπήσει τρεις διαφορετικές επιδιώξεις: τη στήριξη της σταθεροποίησης της χώρας, τη διατήρηση των σχέσεων με την Τουρκία και την προστασία της στρατηγικής συνεργασίας με το Ισραήλ.
Η ισορροπία αυτή γίνεται δυσκολότερη όταν οι στρατιωτικές κινήσεις των εμπλεκόμενων πλευρών πραγματοποιούνται χωρίς αποτελεσματικό συντονισμό.
Η γεωπολιτική διάσταση για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο
Η αντιπαράθεση Τουρκίας και Ισραήλ στη Συρία έχει ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, παρότι δεν συνδέεται άμεσα με τις ελληνοτουρκικές θαλάσσιες διαφορές.
Η Αθήνα διατηρεί στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια και η τεχνολογία.
Ταυτόχρονα, παρακολουθεί την προσπάθεια της Τουρκίας να διευρύνει την περιφερειακή της επιρροή.
Η ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο μιας ευρύτερης στρατηγικής προβολής ισχύος από την Άγκυρα.
Ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή των ισορροπιών στο Αιγαίο ή στις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.
Για την ελληνική διπλωματία, το σημαντικό είναι να αξιολογεί τις εξελίξεις χωρίς να συγχέει τα διαφορετικά γεωπολιτικά μέτωπα.
Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο ο πόλεμος – Είναι το στρατιωτικό λάθος
Η ουσία της προειδοποίησης Μπάρακ δεν βρίσκεται στην εκτίμησή του ότι Ισραήλ και Τουρκία δεν επιθυμούν πόλεμο.
Βρίσκεται στην παραδοχή ότι η απουσία πολεμικής πρόθεσης δεν αρκεί για να αποτρέψει μια στρατιωτική σύγκρουση.
Η επιδρομή στην Αμπού αλ Ντουχούρ απέδειξε ότι η Συρία παραμένει χώρος όπου διαφορετικές στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να κινηθούν σε μικρές αποστάσεις, με αντικρουόμενους στόχους και περιορισμένη αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Οι ισραηλινές ανησυχίες για πιθανή τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη, οι τουρκικές καταγγελίες για παραβίαση της συριακής κυριαρχίας και η αμερικανική προσπάθεια αποκλιμάκωσης συγκροτούν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ουάσιγκτον θα καταφέρει να δημιουργήσει αποτελεσματικούς διαύλους συνεννόησης πριν από το επόμενο επικίνδυνο περιστατικό.
Γιατί, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του Τομ Μπάρακ, ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη Συρία δεν είναι απαραίτητα ένας πόλεμος που σχεδιάζεται, αλλά ένας πόλεμος που μπορεί να ξεκινήσει χωρίς κανείς να τον έχει πραγματικά επιλέξει.
Πηγή: pagenews.gr
