Μπροστά σε μία από τις σοβαρότερες μακροπρόθεσμες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις βρίσκεται η Ελλάδα, καθώς η δημογραφική γήρανση, η συρρίκνωση του παραγωγικού πληθυσμού και η περιορισμένη αποταμιευτική δυνατότητα των νοικοκυριών δημιουργούν ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους σημερινούς συνταξιούχους. Αφορά κυρίως τους εργαζόμενους ηλικίας 25, 35 και 45 ετών, οι οποίοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν το σημερινό ασφαλιστικό σύστημα, χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα ποιο θα είναι το πραγματικό επίπεδο του εισοδήματός τους όταν αποχωρήσουν από την αγορά εργασίας.
Η προοπτική γίνεται ακόμη πιο σύνθετη εάν συνυπολογιστούν η ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος, οι χαμηλοί πραγματικοί μισθοί σε σημαντικό τμήμα της οικονομίας και η δυσκολία δημιουργίας προσωπικών αποταμιεύσεων.
Το ερώτημα που αναδεικνύεται είναι πλέον καθοριστικό: θα επαρκεί η δημόσια σύνταξη για μια αξιοπρεπή ζωή ή οι νεότερες γενιές θα χρειάζονται υποχρεωτικά πρόσθετες πηγές εισοδήματος;
Κοτζαμάνης: «Οι αλλαγές στο δημογραφικό δεν αναστρέφονται»
Τις διαστάσεις του προβλήματος ανέδειξε ο καθηγητής Δημογραφίας Βύρων Κοτζαμάνης, μιλώντας στο 2nd Financial Planning Forum, που διοργάνωσε η Ένωση Financial Planners Ελλάδος (HFPA).
Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι οι δημογραφικές μεταβολές έχουν ήδη δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η χώρα πρέπει να προσαρμοστεί εγκαίρως.
«Οι αλλαγές στο δημογραφικό δεν αναστρέφονται, επομένως πρέπει να υπολογίσουμε τι θα συμβεί στο μέλλον και πώς μπορούμε να προσαρμοστούμε καλύτερα στις αλλαγές αυτές».
Η προειδοποίηση αφορά πρωτίστως τη δημογραφική αδράνεια: ακόμη και εάν αυξηθούν οι γεννήσεις τα επόμενα χρόνια, θα χρειαστούν δεκαετίες μέχρι οι νέες γενιές να εισέλθουν στην αγορά εργασίας.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία καλείται να προσαρμοστεί σε μια μακρά περίοδο κατά την οποία το ποσοστό των ηλικιωμένων θα αυξάνεται, ενώ οι νεότερες παραγωγικές ηλικίες θα περιορίζονται.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει την οικονομική ανάπτυξη, τα δημόσια έσοδα, τις ασφαλιστικές εισφορές, τις δαπάνες υγείας και τελικά την επάρκεια των συντάξεων.
2,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι – Η μεγάλη ανισορροπία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, η Ελλάδα διαθέτει περίπου 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους, αριθμός αυξημένος κατά περίπου 20.000 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Το πρόβλημα δεν είναι από μόνος του ο αυξανόμενος αριθμός συνταξιούχων, αλλά η σχέση του με τον ενεργό πληθυσμό που εργάζεται και καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές.
Το ελληνικό δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διανεμητική αρχή: οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, με τη συμπλήρωση κρατικών πόρων.
Όσο μικραίνει η βάση των εργαζομένων και αυξάνεται η διάρκεια καταβολής συντάξεων, τόσο εντονότερη γίνεται η ανάγκη για υψηλή απασχόληση, παραγωγικότητα και σταθερή χρηματοδότηση.
Η δημογραφική πίεση δεν συνεπάγεται αυτομάτως κατάρρευση του συστήματος.
Σημαίνει, όμως, ότι η διατήρηση επαρκών συντάξεων γίνεται δυσκολότερη εάν δεν υπάρξουν παράλληλες αλλαγές στην οικονομία και στην αγορά εργασίας.
Από το 38% στο 65% – Η δημογραφική ανατροπή των επόμενων 25 ετών
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι προβολές για τον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, ο δείκτης ενδέχεται να αυξηθεί από περίπου 38% σε 65% μέσα στην επόμενη 25ετία.
Ο δείκτης αποτυπώνει τη σχέση του πληθυσμού μεγαλύτερης ηλικίας με τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας.
Πρακτικά, ένας δείκτης 65% σημαίνει ότι αντιστοιχούν περίπου 65 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω σε κάθε 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας.
Δεν σημαίνει ότι υπάρχουν ακριβώς 65 συνταξιούχοι ανά 100 εργαζομένους, καθώς δεν εργάζονται όλοι οι άνθρωποι παραγωγικής ηλικίας και δεν είναι όλοι οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι.
Ωστόσο, η τάση είναι σαφής.
Η αναλογία μεταξύ των ηλικιωμένων και των νεότερων γενεών μεταβάλλεται σημαντικά, περιορίζοντας τα περιθώρια του ασφαλιστικού συστήματος.
Σύμφωνα με τις δημογραφικές εκτιμήσεις που επικαλέστηκε ο Βύρων Κοτζαμάνης, οι ηλικιωμένοι ενδέχεται να αυξηθούν κατά περίπου 700.000 τα επόμενα 30 χρόνια.
Την ίδια περίοδο, ο πληθυσμός κάτω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά περίπου 2,7 εκατομμύρια άτομα.
Εφόσον επαληθευτούν αυτές οι προβολές, η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει βαθιά μεταβολή στην ηλικιακή της σύνθεση.
Το κρυφό πρόβλημα: Οι συντάξεις αυξάνονται, αλλά η αγοραστική δύναμη πιέζεται
Μία από τις σημαντικότερες οικονομικές διαστάσεις του συνταξιοδοτικού προβλήματος αφορά τη διαφορά μεταξύ ονομαστικών και πραγματικών εισοδημάτων.
Οι αυξήσεις στις συντάξεις δεν μεταφράζονται αναγκαστικά σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται ταχύτερα από το συνταξιοδοτικό εισόδημα, η αγοραστική δύναμη περιορίζεται.
Σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται σε ανάλυση του ΙΟΒΕ, η οποία παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της συζήτησης για το συνταξιοδοτικό κενό, οι δημόσιες συντάξεις αυξήθηκαν ονομαστικά κατά 6,3% την περίοδο 2019–2025.
Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους αναφέρεται μείωση της τάξης του 11%.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τη σημασία του πληθωρισμού.
Ένας συνταξιούχος μπορεί να εισπράττει περισσότερα ευρώ σε σχέση με το παρελθόν, αλλά να αγοράζει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα έντονο στις δαπάνες τροφίμων, στέγασης, ενέργειας και υγείας.
Για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ακόμη και μια σχετικά μικρή απώλεια αγοραστικής δύναμης μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα.
Δημόσια και ιδιωτική σύνταξη – Ποια είναι η διαφορά;
Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα στην οποία το μεγαλύτερο μέρος του συνταξιοδοτικού εισοδήματος προέρχεται από το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα.
Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των ασφαλιστικών εισφορών, την απασχόληση, τις δημοσιονομικές δυνατότητες και τις κρατικές πολιτικές.
Στον αντίποδα, οι συμπληρωματικές συντάξεις μπορούν να δημιουργούνται μέσω επαγγελματικών ταμείων, ομαδικών ασφαλιστικών προγραμμάτων και ατομικών αποταμιευτικών ή επενδυτικών προϊόντων.
Η ιδιωτική ασφάλιση μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετος μηχανισμός εισοδηματικής προστασίας.
Δεν αποτελεί, ωστόσο, εγγύηση υψηλότερων αποδόσεων σε κάθε περίπτωση.
Η αποτελεσματικότητα ενός ιδιωτικού συνταξιοδοτικού προγράμματος εξαρτάται από τις εισφορές, τη διάρκεια αποταμίευσης, τις αποδόσεις, τα έξοδα διαχείρισης, τον πληθωρισμό και τους όρους του συμβολαίου.
Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη της συμπληρωματικής ασφάλισης χρειάζεται να συνοδεύεται από διαφάνεια, αποτελεσματική εποπτεία και επαρκή προστασία των αποταμιευτών.
Έξι στους δέκα Έλληνες δεν αποταμιεύουν για τη σύνταξή τους
Τα ευρήματα της Insurance Europe αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα του 2025, το 59% των Ελλήνων δεν αποταμιεύει μέσω συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών σχημάτων.
Στο σύνολο των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 41%.
Η Ελλάδα εμφανίζει επομένως σημαντικά μεγαλύτερο συνταξιοδοτικό αποταμιευτικό κενό.
Το στοιχείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα εάν συνδυαστεί με τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Για μεγάλο μέρος των εργαζομένων, η δημιουργία ενός μακροχρόνιου συνταξιοδοτικού αποθέματος αποτελεί δύσκολη υπόθεση.
Οι μηνιαίες υποχρεώσεις απορροφούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος, περιορίζοντας τη δυνατότητα αποταμίευσης.
Το πρόβλημα δεν είναι επομένως αποκλειστικά θέμα οικονομικής παιδείας ή προσωπικού προγραμματισμού.
Έχει και έντονη εισοδηματική διάσταση.
Το 44% θέλει να αποταμιεύσει, αλλά δεν έχει χρήματα
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις προθέσεις των πολιτών.
Η έρευνα της Insurance Europe καταγράφει ότι το 76% των Ελλήνων που δεν αποταμιεύουν εμφανίζεται θετικά διακείμενο στην έναρξη συνταξιοδοτικής αποταμίευσης.
Ωστόσο, οι οικονομικοί περιορισμοί αποτελούν το βασικό εμπόδιο.
Το 44% δηλώνει ότι θα ήθελε να αποταμιεύει, αλλά δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα.
Ένα επιπλέον 17% ενδιαφέρεται, αλλά θεωρεί ότι δεν έχει επαρκή ενημέρωση.
Μόλις το 15% δηλώνει ότι σκοπεύει να ξεκινήσει αποταμίευση στο εγγύς μέλλον.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ένα ουσιαστικό κοινωνικό παράδοξο.
Οι πολίτες αναγνωρίζουν την ανάγκη οικονομικής προετοιμασίας για τη συνταξιοδότηση, αλλά πολλοί δεν διαθέτουν τα μέσα για να την πραγματοποιήσουν.
Η ιδιωτική ασφάλιση μπορεί να προσφέρει πρόσθετη προστασία σε όσους έχουν αποταμιευτική δυνατότητα.
Δεν μπορεί όμως να καλύψει από μόνη της το κενό των νοικοκυριών που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν ακόμη και στις τρέχουσες ανάγκες τους.
Η νέα γενιά μπροστά σε μια διπλή οικονομική πίεση
Για τους σημερινούς νέους εργαζόμενους, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα έχει δύο όψεις.
Η πρώτη αφορά τη χρηματοδότηση του σημερινού ασφαλιστικού συστήματος.
Η δεύτερη αφορά την ανάγκη δημιουργίας πρόσθετων προσωπικών αποταμιεύσεων για το μέλλον.
Η πίεση αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή σε μια οικονομία όπου το κόστος στέγασης, οι καθημερινές δαπάνες και οι επαγγελματικές αβεβαιότητες δυσκολεύουν τον μακροχρόνιο οικονομικό σχεδιασμό.
Ένας εργαζόμενος που ξεκινά την επαγγελματική του πορεία με χαμηλό εισόδημα ή διαδοχικές περιόδους ανεργίας αντιμετωπίζει δυσκολίες τόσο στη συγκέντρωση ασφαλιστικών δικαιωμάτων όσο και στην προσωπική αποταμίευση.
Αυτό δημιουργεί κίνδυνο διεύρυνσης των ανισοτήτων στη συνταξιοδότηση.
Όσοι διαθέτουν σταθερή εργασία και υψηλότερα εισοδήματα έχουν περισσότερες δυνατότητες να δημιουργήσουν συμπληρωματικά αποθέματα.
Αντίθετα, όσοι εργάζονται με χαμηλές αμοιβές ή διακεκομμένη απασχόληση ενδέχεται να παραμείνουν περισσότερο εξαρτημένοι από τη δημόσια σύνταξη.
Το δημογραφικό αυξάνει και το κόστος φροντίδας των ηλικιωμένων
Η γήρανση του πληθυσμού δεν επηρεάζει μόνο το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Δημιουργεί επίσης νέες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης και μακροχρόνιας φροντίδας.
Καθώς αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, περισσότεροι πολίτες ενδέχεται να χρειάζονται υποστήριξη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η οικονομική επιβάρυνση μπορεί να μεταφερθεί τόσο στο κράτος όσο και στα νοικοκυριά.
Ο Βύρων Κοτζαμάνης ανέδειξε επίσης μια λιγότερο συζητημένη διάσταση: την αύξηση των ηλικιωμένων που δεν θα διαθέτουν παιδιά ή άλλους άμεσους απογόνους για να τους υποστηρίξουν.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανάγκη επαγγελματικής φροντίδας μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό πρόσθετο κόστος.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια χώρα όπου η οικογένεια εξακολουθεί να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη φροντίδα των ηλικιωμένων.
Η ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας αποτελεί επομένως κρίσιμο συμπλήρωμα κάθε συνταξιοδοτικής πολιτικής.
Η ιδιωτική ασφάλιση ως συμπληρωματικός πυλώνας
Η ενίσχυση της ιδιωτικής και επαγγελματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης αποτελεί μία από τις επιλογές που συζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού κενού.
Η Insurance Europe υποστηρίζει την ανάπτυξη πολυπυλωνικών συστημάτων, στα οποία η δημόσια σύνταξη συμπληρώνεται από επαγγελματικά και ατομικά προγράμματα.
Η προσέγγιση αυτή επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις πηγές εισοδήματος κατά τη συνταξιοδότηση.
Η εφαρμογή της, ωστόσο, προϋποθέτει ότι οι πολίτες διαθέτουν επαρκές εισόδημα για να αποταμιεύουν.
Απαιτεί επίσης αξιόπιστα προϊόντα, κατανοητούς όρους, ανταγωνιστικά κόστη και προστασία από ακατάλληλες επενδυτικές επιλογές.
Η ιδιωτική ασφάλιση μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση του μελλοντικού εισοδήματος, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη για ένα βιώσιμο και επαρκές δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Οι πέντε οικονομικές προκλήσεις για την Ελλάδα
Η αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια μόνο παρέμβαση.
Πρώτη προτεραιότητα είναι η αύξηση της απασχόλησης, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, των γυναικών και των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας.
Δεύτερη είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας, ώστε η οικονομία να μπορεί να παράγει υψηλότερα εισοδήματα και ασφαλιστικές εισφορές ακόμη και με μικρότερο εργατικό δυναμικό.
Τρίτη είναι η διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής δημογραφικής πολιτικής, με μέτρα στήριξης της οικογένειας, της κατοικίας και της συμφιλίωσης επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Τέταρτη είναι η ανάπτυξη συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών επιλογών με επαρκή εποπτεία και πρόσβαση για περισσότερους εργαζομένους.
Πέμπτη είναι η προστασία της αγοραστικής δύναμης, ώστε οι αυξήσεις εισοδημάτων και συντάξεων να μην εξανεμίζονται από το κόστος ζωής.
Οι πολιτικές αυτές λειτουργούν συμπληρωματικά.
Καμία δεν επαρκεί από μόνη της για την αντιμετώπιση μιας δημογραφικής μεταβολής τέτοιας κλίμακας.
Το μεγάλο στοίχημα: Σύνταξη που θα εξασφαλίζει αξιοπρεπή ζωή
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η δημογραφία θα επηρεάζει ολοένα περισσότερο τις οικονομικές αποφάσεις.
Η αύξηση των ηλικιωμένων, η μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και οι περιορισμένες αποταμιεύσεις δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον για το ασφαλιστικό σύστημα.
Οι σημερινοί νέοι εργαζόμενοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια διαφορετική συνταξιοδοτική πραγματικότητα από εκείνη προηγούμενων γενεών.
Η δημόσια σύνταξη θα εξακολουθήσει να αποτελεί βασικό μηχανισμό κοινωνικής προστασίας.
Ωστόσο, η επάρκειά της θα εξαρτηθεί από την πορεία της οικονομίας, την απασχόληση, τη δημογραφική εξέλιξη και τις μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις.
Η συμπληρωματική αποταμίευση μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο απώλειας εισοδήματος μετά τη συνταξιοδότηση, εφόσον οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν.
Το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ότι γερνά. Είναι ότι γερνά με μεγάλο μέρος του πληθυσμού να αδυνατεί να δημιουργήσει οικονομικά αποθέματα για το μέλλον.
Και αυτό μετατρέπει το δημογραφικό από μια μακροπρόθεσμη στατιστική πρόβλεψη σε μια άμεση οικονομική και κοινωνική πρόκληση για τις επόμενες γενιές.
Πηγή: pagenews.gr
