«Κανένα απολύτως πολιτικό ζήτημα». Με αυτή την κατηγορηματική απάντηση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έκλεισε, τουλάχιστον από την πλευρά του Μεγάρου Μαξίμου, κάθε συζήτηση περί πολιτικών ευθυνών του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη για τις εξελίξεις στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η τοποθέτηση έρχεται σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης για τη Λιβύη, μετά την επικύρωση της συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης Τουρκίας–Λιβύης από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εξέλιξη δεν δημιουργεί νέα έννομα αποτελέσματα και ότι η ελληνική διπλωματία διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία αντίδρασης.
Ωστόσο, η πολιτική συζήτηση δεν περιορίζεται στη νομική υπόσταση του μνημονίου. Επεκτείνεται στο κατά πόσον η Αθήνα είχε αξιολογήσει εγκαίρως τη μεταβολή των συσχετισμών στην ανατολική Λιβύη και τι απέδωσαν οι επαφές με τα διαφορετικά λιβυκά κέντρα εξουσίας.
Μαρινάκης: «Κανένα απολύτως πολιτικό ζήτημα» – Πλήρης κάλυψη από το Μαξίμου
Κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο Παύλος Μαρινάκης ρωτήθηκε ευθέως εάν τίθεται πολιτικό ζήτημα για τον υπουργό Εξωτερικών.
Η απάντησή του ήταν άμεση:
«Κανένα απολύτως πολιτικό ζήτημα».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπερασπίστηκε συνολικά την κυβερνητική πολιτική στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, υποστηρίζοντας:
«Και πώς θα μπορούσε να υπάρχει πολιτικό ζήτημα με τον Υπουργό Εξωτερικών επί των ημερών του οποίου —και του οποίου, γιατί η Κυβέρνηση Μητσοτάκη αυτά τα επτά χρόνια έχει καταφέρει σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και άμυνας όσα, αθροιστικά, δεν είδαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια, που προφανώς και οι προηγούμενες κυβερνήσεις υπηρέτησαν πιστά τις διαχρονικές εθνικές θέσεις».
Η αναφορά αυτή δείχνει ότι το Μαξίμου δεν αντιμετωπίζει την υπόθεση ως ζήτημα ατομικών ευθυνών του υπουργού Εξωτερικών, αλλά υπερασπίζεται την ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης.
Η πολιτική κάλυψη στον Γιώργο Γεραπετρίτη είναι επομένως σαφής. Αυτό που παραμένει αντικείμενο αντιπαράθεσης είναι η αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων διπλωματικών χειρισμών στη Λιβύη.
«Όταν μιλάς για ήττα, νομιμοποιείς τη θέση άλλων κρατών»
Ο Παύλος Μαρινάκης επέλεξε να απαντήσει και στην κριτική της αντιπολίτευσης, η οποία περιγράφει τις εξελίξεις ως διπλωματική ή εθνική ήττα.
«Πώς γίνεται, δηλαδή, τη στιγμή που όχι μόνο η χώρα μας επισήμως, το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, σύσσωμη η Ευρωπαϊκή Ένωση, άμεσα, μιλάει για κάτι άκυρο, ανυπόστατο, παράνομο και για μια εξέλιξη που δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα […] να προσπαθεί ένα μέρος του πολιτικού συστήματος να κάνει αντιπολίτευση πάνω στα εθνικά θέματα, υιοθετώντας, χωρίς να το καταλαβαίνουν ενδεχομένως όλοι αυτοί, θέσεις ανυπόστατες και άκυρες», ανέφερε.
Στη συνέχεια διατύπωσε ακόμη πιο συγκεκριμένη αιχμή:
«Όταν μιλάς για ήττα, σημαίνει ότι, χωρίς να το καταλαβαίνεις ενδεχομένως, νομιμοποιείς τη θέση άλλων κρατών, η οποία είναι παράνομη και ανυπόστατη».
Η επιχειρηματολογία του Μαξίμου βασίζεται στη θέση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί να παράγει νόμιμα αποτελέσματα εις βάρος των δικαιωμάτων της Ελλάδας.
Πρόκειται, ωστόσο, για διαφορετικό ερώτημα από την πολιτική και διπλωματική σημασία της επικύρωσής του.
Η αντιπολίτευση μπορεί να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας χωρίς αυτό να συνεπάγεται αποδοχή της νομιμότητας των τουρκολιβυκών αξιώσεων. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση επιμένει ότι η χρήση του όρου «εθνική ήττα» δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις για τα ελληνικά δικαιώματα.
Το πραγματικό ερώτημα: Τι απέδωσαν οι επαφές με τη Λιβύη;
Πέρα από την πολιτική σύγκρουση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλληλουχία των διπλωματικών επαφών που είχε ο Γιώργος Γεραπετρίτης με λιβυκούς αξιωματούχους μέσα στο 2026.
Η Αθήνα είχε επιδιώξει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με την κυβέρνηση της Τρίπολης όσο και με την ηγεσία της ανατολικής Λιβύης.
Αυτή η στρατηγική είχε συγκεκριμένη λογική: η Λιβύη παραμένει πολιτικά διαιρεμένη και οποιαδήποτε συζήτηση για τη θαλάσσια οριοθέτηση επηρεάζεται από τις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών κέντρων εξουσίας.
Μετά την επικύρωση του μνημονίου, όμως, προκύπτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Είχαν οι ελληνικές επαφές επαρκή επιρροή στις αποφάσεις της λιβυκής πλευράς;
28 Μαρτίου: Η συνάντηση με τον Χαλίφα Χαφτάρ
Σύμφωνα με το χρονικό των επαφών που έχει δημοσιοποιηθεί, στις 28 Μαρτίου 2026 ο Γιώργος Γεραπετρίτης βρέθηκε στην ανατολική Λιβύη, όπου συναντήθηκε με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ.
Η συνάντηση είχε περιγραφεί από την ελληνική πλευρά ως πραγματοποιηθείσα:
«Σε πολύ καλό κλίμα».
Η διατύπωση αυτή αποκτά νέο ενδιαφέρον υπό το φως της μεταγενέστερης στάσης της λιβυκής Βουλής των Αντιπροσώπων.
Ένα θετικό διπλωματικό κλίμα δεν αποτελεί, βεβαίως, εγγύηση συμφωνίας ή σύμπτωσης συμφερόντων. Ωστόσο, η μεταβολή της στάσης της ανατολικής Λιβύης καθιστά εύλογη τη συζήτηση για το κατά πόσον η Αθήνα είχε αντιληφθεί την ενίσχυση των δεσμών της περιοχής με την Άγκυρα.
27 Απριλίου: Το άνοιγμα στην Τρίπολη και η συζήτηση για ΑΟΖ
Στις 27 Απριλίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών πραγματοποίησε επαφές με την κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην Τρίπολη, με βασικό αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη θαλάσσια οριοθέτηση.
Τότε είχε επισημάνει:
«Είναι σημαντικό δύο χώρες, οι οποίες είναι άμεσα και γνήσια γειτονικές, όπως είναι η Ελλάδα και η Λιβύη, σε ένα ταραγμένο γεωπολιτικό περιβάλλον στην περιοχή μας, να βρίσκονται σε μια αγαστή συνεργασία και να προωθούν τα ζητήματα που τις αφορούν».
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με τη Λιβύη, καθώς οι δύο χώρες διαθέτουν αντικείμενες ακτές.
Το γεγονός ότι υπήρξαν συνομιλίες, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη συμφωνία ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας.
Η εξέλιξη του τουρκολιβυκού επαναφέρει επομένως το ερώτημα για την πρόοδο των σχετικών διαπραγματεύσεων και τα περιθώρια συνέχισής τους.
15 Ιουνίου: Ο Σαντάμ Χαφτάρ στην Αθήνα
Ο τρίτος σημαντικός σταθμός του συγκεκριμένου χρονικού ήταν η επίσκεψη του Σαντάμ Χαφτάρ, υπαρχηγού της Γενικής Διοίκησης του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2026.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης επανέλαβε τότε ότι προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παραμένει η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με τη Λιβύη, με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Η επαφή με τον Σαντάμ Χαφτάρ υπογράμμισε την προσπάθεια της Αθήνας να διατηρήσει παρουσία και στην ανατολική Λιβύη.
Ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή συζήτηση δεν αφορά την απουσία διπλωματικών επαφών. Αφορά το αποτέλεσμα και την επιρροή τους.
Η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας αποτελεί διπλωματικό εργαλείο. Η δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων της άλλης πλευράς είναι διαφορετικό ζήτημα.
Η προηγούμενη εκτίμηση Γεραπετρίτη για την ελληνική επιρροή
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και μια προηγούμενη δημόσια τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών για τη θέση της Ελλάδας στη Λιβύη.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε αναφέρει:
«Η Ελλάδα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση σε κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές, όπως ήταν η Λιβύη ή η Συρία. Σήμερα είμαστε από τις μόνες χώρες, οι οποίες συνομιλούν με τη Λιβύη και μπορούμε να έχουμε μια σοβαρή επιδραστικότητα».
Η δήλωση αυτή συνδέεται άμεσα με το νέο πολιτικό ερώτημα που έχει προκύψει.
Εφόσον η ελληνική διπλωματία είχε ενισχύσει την πρόσβασή της στα λιβυκά κέντρα εξουσίας, χρειάζεται να εξηγηθεί πώς αξιολογείται η πρόσφατη απόφαση και ποιες δυνατότητες παρέμβασης εξακολουθούν να υπάρχουν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορούσε υποχρεωτικά να αποτρέψει μια απόφαση της λιβυκής Βουλής. Σημαίνει όμως ότι η αποτελεσματικότητα της ελληνικής στρατηγικής αποτελεί πλέον αντικείμενο δημόσιου ελέγχου.
Μαρινάκης: «Κίνηση-πυροτέχνημα» – Η απάντηση για τα ελληνικά διπλωματικά εργαλεία
Το Μαξίμου απορρίπτει την κριτική περί διπλωματικής αποτυχίας και επικαλείται συγκεκριμένα βήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Παύλος Μαρινάκης υπενθύμισε:
«Η οριοθέτηση θαλασσιών ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο έγινε με τη σφραγίδα του διεθνούς δικαίου. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός έγινε με τη σφραγίδα του διεθνούς δικαίου και με τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Στη συνέχεια χαρακτήρισε την πρόσφατη κίνηση:
«Μια κίνηση-πυροτέχνημα, στην οποία υπήρξε άμεση απάντηση».
Και πρόσθεσε:
«Η Ελλάδα έχει πολλά εργαλεία τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει. Τα απαρίθμησε, χθες, ο Υπουργός Εξωτερικών ο Γιώργος Γεραπετρίτης και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε επίπεδο ΟΗΕ».
Η αναφορά σε ευρωπαϊκά και διεθνή εργαλεία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής απάντησης.
Η ουσία, πλέον, θα κριθεί από τις συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες και την αποτελεσματικότητά τους.
Από την πολιτική κάλυψη στη διπλωματική δοκιμασία
Η πλήρης στήριξη του Παύλου Μαρινάκη στον Γιώργο Γεραπετρίτη κλείνει, σε αυτή τη φάση, τη συζήτηση περί κυβερνητικής αμφισβήτησης του υπουργού Εξωτερικών.
Δεν κλείνει, όμως, τη δημόσια συζήτηση για τη Λιβύη.
Η Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη πραγματικότητα: η Τουρκία ενισχύει τους διαύλους της με διαφορετικά λιβυκά κέντρα εξουσίας, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρήσει ενεργές τις διπλωματικές επαφές και να προστατεύσει τις θέσεις της στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Η αντιπολίτευση ζητά λογοδοσία για τους χειρισμούς. Η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν υπάρχει νομική υποχώρηση και ότι η χώρα διαθέτει σαφή στρατηγική.
Το ερώτημα που θα απασχολήσει την επόμενη περίοδο δεν είναι αν ο Γεραπετρίτης διαθέτει την εμπιστοσύνη του Μαξίμου — αυτή επιβεβαιώθηκε κατηγορηματικά. Είναι ποιο διπλωματικό αποτέλεσμα μπορεί να επιτύχει η Αθήνα μετά τη νέα εξέλιξη στη Λιβύη.
Πηγή: pagenews.gr
