28.10.2026 | 19:30
Μια νέα διπλωματική αντιπαράθεση βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Τουρκία να επιχειρεί να μεταφέρει το παιχνίδι των θαλάσσιων οριοθετήσεων στην Αίγυπτο και την Αθήνα να απαντά με μια φράση που συμπυκνώνει την ελληνική θέση:
«Οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι δημοπρασία και οι θαλάσσιες ζώνες δεν κατακυρώνονται στον πλειοδότη».
Το μήνυμα που αποδίδεται σε κύκλους του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών είναι σαφές: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν αποτελούν αντικείμενο γεωπολιτικής πλειοδοσίας, ούτε μπορούν να προσφέρονται ως αντάλλαγμα σε τρίτες χώρες.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τη γνωστή διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Αφορά πλέον και την προσπάθεια της Τουρκίας να επηρεάσει τους περιφερειακούς συσχετισμούς, προβάλλοντας προς την Αίγυπτο την προοπτική μιας διαφορετικής θαλάσσιας οριοθέτησης.
Αφετηρία της νέας έντασης αποτέλεσαν οι δηλώσεις του εκπροσώπου του τουρκικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, υποναυάρχου Ζεκί Ακτούρκ, μετά την αναφερόμενη επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026.
Ο Τούρκος αξιωματούχος χαρακτήρισε την εξέλιξη «σημαντική», υποστηρίζοντας ότι ενισχύει την τουρκική προσέγγιση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα επιχείρησε να παρουσιάσει τη θέση της ως συμβατή με το διεθνές δίκαιο και την αρχή της «δίκαιης κατανομής», επαναφέροντας παράλληλα την πρότασή της για συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο.
Εκεί, όμως, βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της τουρκικής παρέμβασης.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου, μια ενδεχόμενη συμφωνία Άγκυρας – Καΐρου θα μπορούσε να προσφέρει στην Αίγυπτο περισσότερα από 15.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα πρόσθετης θαλάσσιας δικαιοδοσίας, σε σύγκριση με το αποτέλεσμα που η τουρκική πλευρά αποδίδει σε μια οριοθέτηση με την Ελλάδα.
Πρόκειται για τουρκικό ισχυρισμό, όχι για κοινά αποδεκτό ή ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο υπολογισμό.
Η πολιτική του σημασία, ωστόσο, είναι προφανής: η Άγκυρα προσπαθεί να καταστήσει την πρότασή της ελκυστική για το Κάιρο, μετατρέποντας μια σύνθετη νομική διαφορά σε ζήτημα υποτιθέμενου γεωγραφικού οφέλους.
Η ελληνική διπλωματία επέλεξε να απαντήσει όχι με μια ανταγωνιστική προσφορά, αλλά με επίκληση των κανόνων που διέπουν τις θαλάσσιες οριοθετήσεις.
«Οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι δημοπρασία και οι θαλάσσιες ζώνες δεν κατακυρώνονται στον πλειοδότη», ήταν η χαρακτηριστική τοποθέτηση που αποδίδεται σε κύκλους του ΥΠΕΞ.
Και ακολούθησε η δεύτερη, εξίσου αιχμηρή επισήμανση:
«Καμία επικοινωνιακή προσφορά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη γεωγραφία και τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας».
Η ελληνική θέση βασίζεται στην αρχή ότι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών πρέπει να πραγματοποιείται με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, στα δικαιώματα των παράκτιων κρατών και στις σχετικές γεωγραφικές περιστάσεις.
Στο επίκεντρο της ελληνοτουρκικής διαφωνίας βρίσκεται, μεταξύ άλλων, η επήρεια των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες οριοθετήσεις.
Η Τουρκία υποστηρίζει μια προσέγγιση που περιορίζει δραστικά την επίδραση ορισμένων ελληνικών νησιών, ενώ η Ελλάδα επιμένει ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Το ακριβές αποτέλεσμα μιας οριοθέτησης, βεβαίως, εξαρτάται από τους εφαρμοστέους κανόνες και τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν προκύπτει αυτομάτως από έναν αριθμό τετραγωνικών χιλιομέτρων που παρουσιάζει η μία πλευρά.
Η νέα τουρκική πρωτοβουλία έχει έναν σαφή γεωπολιτικό αποδέκτη: το Κάιρο.
Η Αίγυπτος αποτελεί σημαντικό παράγοντα ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, με ιδιαίτερο βάρος στις ενεργειακές εξελίξεις, στην περιφερειακή ασφάλεια και στις θαλάσσιες οριοθετήσεις.
Για την Αθήνα, η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου του 2020 παραμένει βασικό διπλωματικό και νομικό κεκτημένο.
Η συμφωνία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αποτυπώνει μια οριοθέτηση που προέκυψε από διαπραγμάτευση δύο κρατών και βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με βασικές παραδοχές του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Η Άγκυρα επιχειρεί τώρα να ανοίξει ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: να πείσει την Αίγυπτο ότι μια συμφωνία με την Τουρκία θα εξυπηρετούσε περισσότερο τα συμφέροντά της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Κάιρο έχει αποδεχθεί την τουρκική πρόταση ή ότι η ελληνοαιγυπτιακή συνεργασία βρίσκεται υπό ανατροπή.
Αντιθέτως, η Αθήνα προβάλλει τη συνέχιση των διαβουλεύσεων με την Αίγυπτο για επέκταση του γεωγραφικού πεδίου της υφιστάμενης οριοθέτησης.
Το στοιχείο αυτό έχει διπλή σημασία: αφενός επιβεβαιώνει ότι η συμφωνία του 2020 παραμένει ενεργό πλαίσιο συνεργασίας και αφετέρου δείχνει ότι οι δύο χώρες εξακολουθούν να διαθέτουν πεδίο για περαιτέρω διπλωματική συνεννόηση.
Η αναφερόμενη επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή προσφέρει στην Άγκυρα ένα νέο πολιτικό επιχείρημα.
Δεν επιλύει, όμως, αυτομάτως τις νομικές αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί για τη συμφωνία του 2019.
Η ελληνική πλευρά απορρίπτει το μνημόνιο, υποστηρίζοντας ότι παραγνωρίζει δικαιώματα ελληνικών νησιών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών.
Από την πλευρά της, η Τουρκία εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη συμφωνία και να υποστηρίζει ότι η προσέγγισή της ανταποκρίνεται στις αρχές της ευθυδικίας.
Αυτή η θεμελιώδης διαφωνία βρίσκεται πίσω από τη νέα αντιπαράθεση.
Το ζητούμενο για την Άγκυρα δεν είναι μόνο η υπεράσπιση του μνημονίου, αλλά και η ενίσχυση της διπλωματικής του χρησιμότητας μέσω νέων περιφερειακών συνεννοήσεων.
Για την Αθήνα, αντίστοιχα, προτεραιότητα είναι να αποτραπεί η μετατροπή μιας αμφισβητούμενης οριοθέτησης σε σημείο αναφοράς για μελλοντικές συμφωνίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική απάντηση αναδεικνύει δύο παράλληλους άξονες εξωτερικής πολιτικής.
Ο πρώτος είναι η προσήλωση στο Δίκαιο της Θάλασσας και η απόρριψη της λογικής ότι τα δικαιώματα μπορούν να μεταβάλλονται ανάλογα με το ποιος προσφέρει μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση.
Ο δεύτερος είναι η διατήρηση και εμβάθυνση των περιφερειακών συνεργασιών, με την Αίγυπτο να κατέχει κεντρική θέση.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής θα κριθεί όχι μόνο από τις δημόσιες δηλώσεις, αλλά και από τη συνέχεια των ελληνοαιγυπτιακών διαβουλεύσεων, τις κινήσεις της Λιβύης και τη στάση των υπόλοιπων περιφερειακών και διεθνών παραγόντων.
Η Τουρκία δείχνει αποφασισμένη να αξιοποιήσει κάθε διπλωματικό περιθώριο που θεωρεί διαθέσιμο.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, διαμηνύει ότι η γεωγραφία και οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν μπορούν να αντικατασταθούν από μια πολιτική προσφορά.
Και αυτή είναι η ουσία της νέας αντιπαράθεσης: όχι ποιος υπόσχεται περισσότερα τετραγωνικά χιλιόμετρα, αλλά ποια οριοθέτηση μπορεί να στηριχθεί σε νόμιμη και αμοιβαία αποδεκτή βάση.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι αίθουσα δημοπρασιών. Και η Αθήνα θέλει να καταστήσει σαφές ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπαίνουν στο τραπέζι ως αντικείμενο πλειοδοσίας.
Πηγή: pagenews.gr