01.11.2026 | 07:00
Δύο εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε μία εβδομάδα μπορούν να δημιουργήσουν για την Αθήνα ένα κοινό πρόβλημα: οι στρατηγικοί της εταίροι να εξακολουθούν να στηρίζουν τη συνεργασία, αλλά να δυσκολεύονται να αποφασίσουν εγκαίρως για την προώθησή της.
Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και οι διαπραγματεύσεις σχηματισμού κυβέρνησης μετά την ισραηλινή κάλπη της 27ης Οκτωβρίου συμπίπτουν με μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα χρειάζεται ενεργή διπλωματική υποστήριξη, συντονισμό για υποδομές και συνέχεια στις αμυντικές συνεργασίες.
Το διακύβευμα ξεπερνά τις προσωπικές σχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Αφορά το πόση πολιτική προσοχή θα διαθέτουν οι δύο πρωτεύουσες για την Ανατολική Μεσόγειο — και ποιος θα μπορεί να μετατρέπει αυτή την προσοχή σε συγκεκριμένες αποφάσεις.
Οι διεθνείς συνεργασίες δεν σταματούν αυτόματα όταν αλλάζουν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί. Μπορούν, όμως, να χάσουν ταχύτητα.
Μια κυβέρνηση που διαπραγματεύεται καθημερινά την επιβίωσή της ή μια αμερικανική προεδρία που συγκρούεται με το Κογκρέσο ενδέχεται να δυσκολεύεται να διαθέσει χρόνο για πρωτοβουλίες οι οποίες απαιτούν συντονισμό πολλών υπουργείων, χρηματοδότηση και ανάληψη πολιτικού κόστους.
Για την ελληνική πλευρά, η καθυστέρηση μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες, ιδιαίτερα όταν αφορά έργα συνδεσιμότητας, εξοπλιστικές διαδικασίες ή την αντιμετώπιση αμφισβητήσεων στη θάλασσα.
Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα των επόμενων εβδομάδων: πόσο γρήγορα θα μπορούν οι εταίροι της Ελλάδας να ανταποκρίνονται σε εξελίξεις που απαιτούν κοινή στάση;
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ καθορίζουν τη σύνθεση του Κογκρέσου. Δεν αποτελούν προεδρική εκλογή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ θα εξακολουθήσει να ασκεί την εκτελεστική εξουσία ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Μια ενδεχόμενη αλλαγή πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή στη Γερουσία θα μπορούσε, ωστόσο, να ενισχύσει τον έλεγχο της κυβέρνησης και να δυσκολέψει τη νομοθετική και δημοσιονομική της ατζέντα.
Οι συνέπειες για την εξωτερική πολιτική εξαρτώνται από το συγκεκριμένο ζήτημα. Η στρατιωτική χρηματοδότηση, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι κυρώσεις και οι διαδικασίες εποπτείας έχουν διαφορετικές θεσμικές διαδρομές.
Η Αθήνα, επομένως, χρειάζεται να παρακολουθήσει τη σύνθεση και την ηγεσία κρίσιμων επιτροπών, τη θέση προσώπων που γνωρίζουν την περιοχή και τις δυνατότητες προώθησης πρωτοβουλιών με διακομματική υποστήριξη.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διαθέτουν θεσμικό βάθος που περιορίζει την έκθεσή τους στις εκλογικές εναλλαγές.
Η αμυντική συνεργασία, οι στρατιωτικές υποδομές, οι δεσμοί με το Κογκρέσο και η παρουσία της ομογένειας προσφέρουν πολλαπλούς διαύλους. Η προσωπική πρόσβαση στον Λευκό Οίκο μπορεί να διευκολύνει μια απόφαση, αλλά η διάρκειά της εξαρτάται και από τη στήριξη του ευρύτερου αμερικανικού συστήματος.
Ενδεικτική είναι η διακομματική νομοθετική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ–Ελλάδας, η οποία προωθήθηκε από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής τον Μάιο του 2026.
Αυτό δεν ισοδυναμεί με αυτόματη αποδοχή κάθε ελληνικής επιδίωξης. Δείχνει, όμως, ότι η συνεργασία έχει υποστηρικτές πέρα από το εκάστοτε προεδρικό περιβάλλον.
Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, το επόμενο βήμα είναι η έγκαιρη επικοινωνία με το νέο Κογκρέσο, με συγκεκριμένες προτεραιότητες και σαφή περιγραφή του αμοιβαίου οφέλους.
Η ισραηλινή κάλπη παρήγαγε ένα σύνθετο αποτέλεσμα. Το μπλοκ του Νετανιάχου διαθέτει 53 έδρες, το μπλοκ του Γκάντι Αϊζενκοτ 48, ενώ τα αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν 19 στην Κνέσετ των 120 εδρών.
Η απαιτούμενη πλειοψηφία είναι 61 έδρες. Οι πολιτικές διαχωριστικές γραμμές δυσκολεύουν τη μετατροπή των αριθμών σε κυβερνητική συμφωνία.
Για την Αθήνα, η αβεβαιότητα αφορά τόσο τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων όσο και τις προτεραιότητες της κυβέρνησης που τελικά θα προκύψει.
Η αμυντική συνεργασία και οι υπηρεσιακοί δίαυλοι μπορούν να συνεχίζονται κατά τη μεταβατική περίοδο. Νέες δεσμεύσεις μεγάλης πολιτικής ή οικονομικής βαρύτητας ενδέχεται να χρειάζονται ισχυρότερη κυβερνητική εξουσιοδότηση και περισσότερο χρόνο.
Η συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ έχει μεγαλύτερη αντοχή όταν στηρίζεται σε περισσότερους συνομιλητές: κυβερνητικούς αξιωματούχους, στρατιωτική ηγεσία, κοινοβουλευτικά κόμματα και επιχειρηματικούς φορείς.
Η προσωπική σχέση Μητσοτάκη–Νετανιάχου αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο. Η διατήρηση της δυναμικής απαιτεί παράλληλα επαφές με όσους μπορεί να συμμετάσχουν στην επόμενη κυβερνητική σύνθεση.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρηθεί δεδομένη μια ανατροπή της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας υπό διαφορετική ηγεσία. Αντίστοιχα, η Αθήνα χρειάζεται να αξιολογεί κάθε νέα κυβέρνηση βάσει των αποφάσεών της.
Αυτό αφορά ιδιαίτερα τη σχέση με την Τουρκία. Μια ενδεχόμενη προσπάθεια αποκλιμάκωσης μεταξύ Ισραήλ και Άγκυρας θα έπρεπε να εξεταστεί ως αυτοτελής εξέλιξη. Η ελληνική συνεργασία με το Ισραήλ αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια όταν διαθέτει δικό της θετικό περιεχόμενο στην ασφάλεια, στην τεχνολογία και στην οικονομία.
Η Τουρκία θα παρακολουθήσει προσεκτικά τόσο τη νέα ισορροπία στην Ουάσινγκτον όσο και τις κυβερνητικές διαπραγματεύσεις στο Ισραήλ.
Μια περίοδος μειωμένης πολιτικής προσοχής από τους εταίρους της Ελλάδας θα μπορούσε να επηρεάσει τους περιφερειακούς υπολογισμούς. Αυτό αποτελεί ενδεχόμενο που χρειάζεται προετοιμασία, χωρίς να προεξοφλεί συγκεκριμένη τουρκική κίνηση.
Η ελληνική προτεραιότητα είναι να περιορίσει την ασάφεια: ποιος ενημερώνεται σε μια κρίση, ποιοι δίαυλοι ενεργοποιούνται και ποιες κοινές θέσεις παραμένουν σε ισχύ κατά τις πολιτικές μεταβάσεις.
Στην περίπτωση του τουρκολιβυκού μνημονίου και των θαλάσσιων υποδομών, η συνέπεια των μηνυμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επαναλαμβανόμενες δημόσιες θέσεις χρειάζονται συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών.
Το σχήμα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ με τη συμμετοχή των ΗΠΑ προσφέρει ένα πλαίσιο διατήρησης της συνεργασίας κατά τις πολιτικές αλλαγές.
Η χρησιμότητά του εξαρτάται από τακτικές επαφές, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και παρακολούθηση συγκεκριμένων έργων. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και οι ευρύτερες προοπτικές σύνδεσης με το Ισραήλ απαιτούν επίσης χρηματοδοτική, τεχνική και ρυθμιστική πρόοδο.
Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να διατηρήσει τη συνεργασία ενεργή όσο οι εταίροι της αναδιατάσσουν τις εσωτερικές τους ισορροπίες. Εκεί θα φανεί η αξία των θεσμικών σχέσεων που έχουν οικοδομηθεί.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε το σχετικό πολιτικό όριο στο Manama Dialogue, στις 30 Οκτωβρίου:
«Τα έργα συνδεσιμότητας δεν πρέπει να γίνονται όμηροι των διαφορών που ενδεχομένως έχουμε για περιοχές όπου δεν έχει γίνει οριοθέτηση».
Πηγή: pagenews.gr