02.11.2026 | 00:15
Η Ακροδεξιά κέρδισε πολιτικό έδαφος καταγγέλλοντας το κατεστημένο των Βρυξελλών. Τώρα, εκπρόσωποι οργανωμένων επιχειρηματικών συμφερόντων αναζητούν συστηματικότερα επαφές μαζί της, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητα των ψήφων και των θεσμικών της αρμοδιοτήτων.
Η μετατόπιση που περιγράφει το POLITICO αγγίζει μια κρίσιμη πλευρά της ευρωπαϊκής πολιτικής: ποιος αποκτά πρόσβαση στους νομοθέτες, ποια επιχειρήματα φτάνουν στα γραφεία τους και ποιες συνεργασίες μπορούν να μετατραπούν σε πλειοψηφίες.
Για τις επιχειρήσεις, ανοίγονται πρόσθετοι δίαυλοι παρέμβασης. Για τις ακροδεξιές δυνάμεις, οι επαφές προσφέρουν τεχνική πληροφόρηση, εταιρικές διασυνδέσεις και αναγνώριση ως συνομιλητών.
Η πολιτική ενσωμάτωση προχωρά και μέσα από τις συναντήσεις εργασίας, πέρα από τις δημόσιες συμφωνίες μεταξύ κομμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία νέας έρευνας που παρουσιάζονται στο ρεπορτάζ, περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες λομπίστες δηλώνουν ότι συνεργάζονται με την Ακροδεξιά.
Περίπου 60% εμφανίζονται διατεθειμένοι να προσεγγίσουν ακροδεξιό ευρωβουλευτή εφόσον αυτός έχει κεντρικό ρόλο σε νομοθετικό φάκελο που τους ενδιαφέρει, σύμφωνα με την Μπριτ Βάντε Βάλε, επίκουρη καθηγήτρια Ευρωπαϊκών Δημόσιων Υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ.
Η ιδιότητα του εισηγητή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ένας ευρωβουλευτής που διαχειρίζεται έναν κρίσιμο φάκελο γίνεται χρήσιμος συνομιλητής για όσους επιδιώκουν να επηρεάσουν το περιεχόμενό του.
Η δημοσιευμένη μελέτη των Βάντε Βάλε, Ισκάντερ ντε Μπράικερ, Σάντρα Μαρτίνεθ-Μπέμε και Σουζάνα Άιζελτ για την περίοδο 2019–2024 περιγράφει μια πιο επιφυλακτική προηγούμενη εικόνα:
«Οι ομάδες συμφερόντων γενικά αποφεύγουν τις επαφές με ακροδεξιούς ευρωβουλευτές», σημειώνουν οι ερευνητές.
Διαπιστώνουν, ωστόσο, ότι η απόσταση περιορίζεται όταν οι συγκεκριμένοι ευρωβουλευτές είναι εισηγητές ή όταν υπάρχουν κοινοί εθνικοί δεσμοί με τους εκπροσώπους των οργανώσεων.
Η σύγκριση υποδεικνύει πιθανή διεύρυνση της προθυμίας συνεργασίας. Χρειάζεται, πάντως, προσοχή: οι δηλωμένες προθέσεις μιας έρευνας και οι καταγεγραμμένες συναντήσεις μιας προηγούμενης περιόδου αποτελούν διαφορετικούς δείκτες.
Σύμφωνα με τη Βάντε Βάλε, όπως παρουσιάζεται στο ρεπορτάζ, μεγάλοι όμιλοι τεχνολογίας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εμφανίζονται μεταξύ των συχνότερων συνομιλητών ακροδεξιών ευρωβουλευτών.
Αντίθετα, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις απουσιάζουν από τον κατάλογο των κορυφαίων επαφών τους, παρά την ευρύτερη παρουσία τους στο Ευρωκοινοβούλιο.
Αυτή η ανισορροπία έχει πολιτική σημασία. Οι νομοθέτες χρειάζονται εξειδικευμένες πληροφορίες για πολύπλοκες ρυθμίσεις. Όταν η συστηματική ενημέρωση προέρχεται κυρίως από συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κλάδους, τα δικά τους αιτήματα αποκτούν περισσότερες ευκαιρίες παρουσίασης και υποστήριξης.
Τα διακυβεύματα είναι συγκεκριμένα: κόστος συμμόρφωσης, χρόνοι προσαρμογής, εξαιρέσεις και όροι λειτουργίας της αγοράς. Το αν μια επαφή αποδίδει φαίνεται στη συνέχεια — στις τροπολογίες, στις ψηφοφορίες και στο τελικό νομοθετικό κείμενο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δραστηριότητα των εταιρειών καπνού και νικοτίνης.
Σύμφωνα με ανάλυση που παρουσίασε το POLITICO, από την έναρξη της κοινοβουλευτικής περιόδου το καλοκαίρι του 2024 έχουν δηλωθεί περισσότερες από 400 συναντήσεις, έναντι περίπου 100 σε ολόκληρη την περίοδο 2019–2024.
Η κινητοποίηση συμπίπτει με τη συζήτηση για αλλαγές στους ευρωπαϊκούς κανόνες που αφορούν τα προϊόντα καπνού και νικοτίνης.
Σημαντικό μέρος των επαφών συγκεντρώνεται στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, στους Ευρωπαίους Συντηρητικούς και Μεταρρυθμιστές και στους Πατριώτες για την Ευρώπη. Οι ομάδες αυτές έχουν διαφορετική πολιτική σύνθεση· η συγκέντρωση των συναντήσεων δείχνει πού αναζητεί πρόσβαση ο κλάδος.
Οι αριθμοί καταγράφουν δραστηριότητα και δυνατότητες παρέμβασης. Για να τεκμηριωθεί επιτυχής επιρροή απαιτείται σύνδεση των αιτημάτων με συγκεκριμένες αποφάσεις.
Για τις ακροδεξιές ομάδες, η επιχειρηματική προσέγγιση δημιουργεί και μια δοκιμασία πολιτικής ταυτότητας.
Η συμμετοχή σε τεχνικές διαπραγματεύσεις και η ανάπτυξη σταθερών σχέσεων με οργανωμένα συμφέροντα τις καθιστούν περισσότερο υπεύθυνες για τους κανόνες που τελικά υιοθετούνται. Η καταγγελία του ευρωπαϊκού κατεστημένου συνυπάρχει πλέον με τη διεκδίκηση θέσης στις διαδικασίες του.
Η εξέλιξη δεν είναι ομοιόμορφη. Μέρος του κόσμου του lobbying εξακολουθεί να αποφεύγει τέτοιες συνεργασίες, υπολογίζοντας το κόστος στη δημόσια εικόνα του και στις σχέσεις με άλλες πολιτικές ομάδες.
Το ουσιαστικό πεδίο ελέγχου παραμένει η διαφάνεια: ποιος συναντά ποιον, για ποιο θέμα και με ποια αιτήματα.
Η Σάρα Πετρέλι της Smoke Free Partnership, σχολιάζοντας τα στοιχεία για την καπνοβιομηχανία, επισημαίνει ότι οι επαφές αποκαλύπτουν την πρόσβαση του κλάδου στους υπευθύνους λήψης αποφάσεων, διατηρώντας μια κρίσιμη επιφύλαξη:
«Οι συναντήσεις δεν μπορούν να αποδείξουν άμεση επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις».
Πηγή: pagenews.gr