Συμβούλιο της Επικρατείας

Συμβούλιο της Επικρατείας
Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) είναι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο.

Η οργάνωση του ελληνικού ΣτΕ έγινε με πρότυπο το αντίστοιχο γαλλικό, κάτι που συνέβη σε πολλές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Το γαλλικό Συμβούλιο Επικρατείας κατάγεται από το «Βασιλικό Συμβούλιο» (Conseil du Roi, Κονσεΐγ ντυ Ρουά), που λειτούργησε παλαιότερα από τον Μεσαίωνα και που αργότερα μετονομάσθηκε σε «Συμβούλιο της Επικρατείας» (Conseil d’État, Κονσεΐγ ντ΄ Ετά).

Ως ιδιαίτερο όμως Σώμα συστήθηκε με το Σύνταγμα της 22 Frimaire του έτους VIII (12 Δεκεμβρίου 1799), με αρμοδιότητα τη προπαρασκευή νόμων, την άρση συγκρούσεων μεταξύ τακτικών δικαστηρίων και διοίκησης και τη γνωμοδότηση σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Επί Ναπολέοντα Α΄ το ΣτΕ υπέστη σπουδαίες μεταρρυθμίσεις με σπουδαιότερη εκείνη της δημιουργίας ιδιαίτερου τμήματος όπου υπάχθηκε η εκδίκαση των αμφισβητήσεων και κατέστη πλέον όργανο της Πολιτείας το οποίο στη συνέχεια παρασκεύασε σχεδόν το σύνολο της γαλλικής νομοθεσίας. Στις γαλλικές Συνταγματικές Μοναρχίες (Βασιλευόμενες) του 1814 και του 1830 απώλεσε τον πολιτικό χαρακτήρα, παραμένοντας όργανο συμβουλευτικό της Διοίκησης.

Στις 2 Φεβρουαρίου 1831 το ΣτΕ, ως πρώτο βήμα, γίνεται Διοικητικό Δικαστήριο με πρόεδρο διοριζόμενο από τον βασιλιά και στις 3 Μαρτίου 1849 καθίσταται αληθές Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου είναι πλέον υποχρεωτικές για τη Διοίκηση. Βασικός.

Η ίδρυση του ελληνικού ΣτΕ

Την ίδρυση στην Ελλάδα του ΣτΕ ανήγγειλε πρώτη η Βαυαρική κυβέρνηση με Βασιλικό Διάταγμα του 1833. Συστήθηκε με Βασιλικό Διάταγμα της 30ης Σεπτεμβρίου του 1835 λαμβάνοντας ως πρότυπο το γαλλικό. Η διοικητική του αρμοδιότητα περιελάμβανε την επεξεργασία διαταγμάτων, ενώ η δικαστική του αρμοδιότητα τη λύση διοικητικών διαφορών, που με ρητή όμως διάταξη υπάγονταν σ΄ αυτό, καθώς και την άρση συγκρούσεων μεταξύ δικαστικών και διοικητικών διαφορών. Για όλα αυτά τα θέματα το εικοσαμελές Συμβούλιο ψήφιζε, αφού είχαν προηγηθεί συζητήσεις των επιμέρους περιπτώσεων από τις τέσσερις επιτροπές στις οποίες χωρίζονταν τα μέλη του Συμβουλίου.

Έτσι κατά τη πρώτη αυτή περίοδο της λειτουργίας του, το ΣτΕ εκτελούσε χρέη ανωτάτου συμβουλευτικού σώματος, που επί σοβαρών κυβερνητικών θεμάτων έδινε τη γνώμη του στον βασιλιά. Η συμβολή του αυτή υπήρξε σημαντική, αν υπολογισθεί ότι τότε δεν υπήρχε σώμα νομοθετικό ή ακόμη και κάποια λαϊκή αντιπροσωπεία. Για τον λόγο αυτό ο Όθωνας διόριζε συνήθως στο ΣτΕ εξέχοντα πρόσωπα που είχαν διακριθεί είτε στη πολιτική είτε στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα. Πολλοί εξέχοντες αγωνιστές του 1821 είχαν διατελέσει Σύμβουλοι Επικρατείας. Σύμφωνα με τους ιστορικούς Ιωάννη Πετρόπουλο και Αικατερίνη Κουμαριανού, τόσο ως προς τους στόχους όσο και ως προς τη μορφή του, το ΣτΕ δημιουργήθηκε με σκοπό να περιορίσει την ισχύ των πολιτικών κομμάτων.»

Με το άρθρο όμως 101 του Συντάγματος του 1844 καταργήθηκε ο θεσμός καθώς κρίθηκε ότι αντιβαίνει στο πνεύμα του Συνταγματικού Πολιτεύματος με υπαγωγή των πρότερων αρμοδιοτήτων του ΣτΕ στα Εφετεία και τον Άρειο Πάγο. Η Εθνική Συνέλευση του 1862 επανίδρυσε (με ασθενή πλειοψηφία) το ΣτΕ ως συμβουλευτικό σώμα «προς παρασκευή και βάσανο των νομοσχεδίων». Tα μέλη του Συμβουλίου δεν μπορούσαν να είναι λιγότερα από δεκαπέντε και περισσότερα από είκοσι. Θα έπαιρναν για μισθό εφτά χιλιάδες το χρόνο και θα υπηρετούσαν δέκα χρόνια, με δικαίωμα να επαναδιοριστούν. Τα καθήκοντά τους ήταν ασυμβίβαστα με τα καθήκοντα κάθε δημοσίου υπαλλήλου, εκτός του υπουργού. Τους συμβούλους διόριζε ο βασιλιάς, ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, που υπέγραφε και το διάταγμα του διορισμού (άρθρα 83-86). Το άρθρο όμως 108 του Συντάγματος του 1864 όριζε ότι μπορεί να γίνει αναθεώρηση περί του ΣτΕ στη προσεχή βουλευτική περίοδο, εφόσον το ζητήσουν τα 3/4 της Βουλής. Έτσι δυνάμει της διατάξεως αυτής καταργήθηκε εκ νέου το ΣτΕ με νόμο της 25 Νοεμβρίου του 1865.

Με το άρθρο 91 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1911, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε ο Νόμος 214 του 1914 «Περί Συμβουλίου Επικρατείας», το ΣτΕ επανιδρύθηκε αλλά οι πολιτικές διαμάχες της εποχής (Εθνικός Διχασμός) δεν επέτρεψαν την έναρξη λειτουργίας του. Τέλος με τον (νέο) ιδρυτικό νόμο 3713 της 23 Δεκεμβρίου του 1928 το ΣτΕ άρχισε να λειτουργεί με τη σημερινή του μορφή από τον Μάιο του 1929. Ως πρόεδρός του τοποθετήθηκε ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν. Ήδη από τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του το ΣτΕ ακύρωσε πολλές από τις πράξεις της Διοικήσεως, που τα μέλη του έκριναν ότι ήταν παράνομες. Η τακτική αυτή του Συμβουλίου ικανοποίησε ηθικά τον Βενιζέλο, γιατί δικαίωνε τις προσδοκίες του για τη χρησιμότητα του δικαστηρίου, και επιβράβευσε την επιλογή των προσώπων που είχε κάνει και τα οποία στην αρχή η αντιπολίτευση τα είχε χαρακτηρίσει υποχείρια της κυβερνήσεως. Έκτοτε προστατεύεται από το Σύνταγμα του 1952 (άρθρα 82-84) και τα μεταγενέστερα από αυτό.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελείται από δικαστές τριών βαθμίδων:

  •  εισηγητές, οι οποίοι προετοιμάζουν τις εισηγήσεις επί των υποθέσεων,
  • παρέδρους, οι οποίοι έχουν συμβουλευτική ψήφο, και
  • συμβούλους, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που έχουν την αποφασιστική ψήφο.

Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικές ειδήσεις: