Merz προειδοποιεί για «βαθύ χάσμα» ΗΠΑ–Ευρώπης και ζητά νέο reset εμπιστοσύνης
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Merz προειδοποιεί για «βαθύ χάσμα» ΗΠΑ–Ευρώπης και ζητά νέο reset εμπιστοσύνης
Μια φράση που ακούστηκε βαριά στην αίθουσα και ακόμη βαρύτερα στις πρωτεύουσες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έδωσε τον τόνο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ανοίγοντας τις εργασίες την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026, μίλησε για ένα «ρήγμα», ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, συνδέοντάς το ευθέως με τους πολιτισμικούς πολέμους του κινήματος MAGA του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και με την ευρύτερη ιδεολογική αντιπαράθεση για τα όρια της δημοκρατίας, της ελευθερίας του λόγου και των θεσμών.
Η παρέμβασή του δεν ήταν απλώς ένα ακόμη διπλωματικό κάλεσμα για «ενότητα». Ήταν μια δημόσια διάγνωση ότι η διατλαντική σχέση δεν τρίζει μόνο λόγω αμυντικών δαπανών ή διαφορετικών προτεραιοτήτων στην εξωτερική πολιτική, αλλά επειδή αμφισβητείται το κοινό αξιακό έδαφος πάνω στο οποίο χτίστηκε η μεταπολεμική Δύση.
«Η άβολη αλήθεια»: η ρωγμή δεν είναι συγκυριακή
«Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με την άβολη αλήθεια: ένα ρήγμα, ένα βαθύ χάσμα έχει ανοίξει μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών», είπε ο Μερτς, προτού κάνει κάτι ασυνήθιστο για Ευρωπαίο ηγέτη σε τέτοιες στιγμές: δεν επιχείρησε να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα, ούτε να την κρύψει πίσω από γενικόλογες διατυπώσεις. Το παρουσίασε ως δεδομένο που πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά.
Στο ίδιο πνεύμα, υπενθύμισε ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος JD Vance είχε μιλήσει πριν από έναν χρόνο στο Μόναχο με σκληρή γλώσσα απέναντι στην Ευρώπη, κατηγορώντας την πως καταπνίγει την ελευθερία του λόγου και θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Ο Μερτς αναγνώρισε πως ο Vance «είχε δίκιο στην περιγραφή του» ως προς το ότι υπάρχει πραγματικό χάσμα, διαφωνώντας όμως με το συμπέρασμα ότι αυτό λύνεται με αντιπαράθεση ή με εξαγωγή «πολιτισμικών» συγκρούσεων στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα.
Η απάντηση του Βερολίνου: «νέα διατλαντική συνεργασία»
Παρά τη σκληρή περιγραφή, ο Μερτς δεν κινήθηκε στη λογική της ρήξης. Αντίθετα, μίλησε για αναγκαιότητα επανεκκίνησης της σχέσης, ζητώντας «μια νέα διατλαντική συνεργασία» και καλώντας την Ουάσινγκτον να «αποκαταστήσει και να αναβιώσει την διατλαντική εμπιστοσύνη». Στην πράξη, η γερμανική ανάγνωση είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος, αλλά χωρίς να «σπάσει» ο δεσμός με τις ΗΠΑ, γιατί το κόστος μιας πραγματικής αποσύνδεσης θα ήταν ιστορικό.
Η λέξη-κλειδί εδώ είναι η εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη, στην εξωτερική πολιτική, δεν είναι συναίσθημα· είναι λειτουργικό καύσιμο: χωρίς αυτήν, η αποτροπή αδυνατίζει, οι δεσμεύσεις γίνονται «υπό όρους», και κάθε κρίση μετατρέπεται σε δοκιμασία συνοχής.
«Ακόμη και οι ΗΠΑ δεν μπορούν μόνες τους»
Ο καγκελάριος επέλεξε να μιλήσει στα αγγλικά, απευθυνόμενος άμεσα στην Ουάσινγκτον, και διατύπωσε μια προειδοποίηση που έχει διπλή ανάγνωση. «Στην εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι αρκετά ισχυρές για να προχωρήσουν μόνες τους», είπε, εννοώντας ότι η ισχύς σήμερα δεν είναι μόνο στρατιωτική, αλλά και οικονομική, τεχνολογική, ενεργειακή, θεσμική.
Το μήνυμα αυτό ακουμπά σε μια πραγματικότητα που η Ευρώπη παρακολουθεί με ανησυχία: ο κόσμος γίνεται πιο ανταγωνιστικός, πιο κατακερματισμένος και λιγότερο «προβλέψιμος». Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μερτς έδειξε ότι η Ευρώπη δεν θέλει να αντιμετωπίζεται ως παθητικός εταίρος ή ως «υποσημείωση» της αμερικανικής στρατηγικής, αλλά ως πυλώνας που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, αρκεί να υπάρχει κοινό σχέδιο.
ΝΑΤΟ: «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» και για τις δύο πλευρές
Η πιο χαρακτηριστική του αποστροφή αφορούσε το ΝΑΤΟ. Ο Μερτς τόνισε ότι το να είσαι μέλος του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί μόνο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την Ευρώπη, αλλά και για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν παρουσίασε τη Συμμαχία ως «παροχή ασφαλείας» που οι ΗΠΑ προσφέρουν στην Ευρώπη, αλλά ως αμοιβαίο εργαλείο ισχύος, αποτροπής και επιρροής.
Αυτή η διατύπωση στοχεύει να ανατρέψει ένα επιχείρημα που συχνά επανέρχεται στον αμερικανικό δημόσιο διάλογο: ότι η Ευρώπη «κοστίζει» στις ΗΠΑ. Ο Μερτς ουσιαστικά αντιπροτείνει ότι η Ευρώπη είναι μέρος της αμερικανικής στρατηγικής υπεροχής, όχι βαρίδι της.
«Η ελευθερία μας δεν είναι δεδομένη» και οι «θυσίες» που έρχονται
Ο καγκελάριος δεν έμεινε μόνο στο γεωπολιτικό σκάκι. Προειδοποίησε ότι η ελευθερία «κινδυνεύει» ολοένα και περισσότερο σε μια εποχή πολιτικής μεγάλων δυνάμεων και ότι οι κοινωνίες πρέπει να είναι έτοιμες για αλλαγές, αναταραχή και «ακόμη και θυσίες». Αυτό το κομμάτι της ομιλίας του λειτουργεί και ως εσωτερικό μήνυμα: οι επιλογές ασφάλειας και στρατηγικής αυτονομίας έχουν κόστος, είτε αυτό λέγεται αμυντικές δαπάνες είτε πολιτικές αποφάσεις που δεν θα είναι πάντα δημοφιλείς.
Γιατί τώρα: η Ευρώπη «διαβάζει» έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας
Η παρέμβαση Μερτς έρχεται σε μια περίοδο που η Ευρώπη ανησυχεί για τη συνοχή της Δύσης, ειδικά καθώς αυξάνονται οι τριβές με την Ουάσινγκτον γύρω από εμπορική πολιτική, διεθνείς θεσμούς και τη γενικότερη στάση απέναντι στο πολυμερές σύστημα. Στο Μόναχο, η εικόνα ήταν ξεκάθαρη: η Ευρώπη θέλει να κρατήσει την Αμερική «μέσα», αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο να χρειαστεί να σταθεί πιο στέρεα στα πόδια της.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι αν υπάρχει «ψύχρα» στις σχέσεις. Το ζητούμενο είναι αν το ρήγμα που περιγράφει ο Γερμανός καγκελάριος θα μετατραπεί σε μόνιμη δομική απόσταση ή αν η «νέα διατλαντική συνεργασία» που ζητά μπορεί να γίνει ρεαλιστικό πλαίσιο: με μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ρόλο, σαφέστερες δεσμεύσεις και μια κοινή γλώσσα αξιών που να αντέχει στους πολιτισμικούς πολέμους της εποχής.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας