«Σκάει» η φούσκα των EV στις ΗΠΑ: Πώς το Ντιτρόιτ έχασε πάνω από 50 δισ. δολάρια
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/«Σκάει» η φούσκα των EV στις ΗΠΑ: Πώς το Ντιτρόιτ έχασε πάνω από 50 δισ. δολάρια
Η ηλεκτροκίνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες έμοιαζε, μέχρι πρόσφατα, με μονόδρομο. Οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντιτρόιτ επένδυσαν επιθετικά σε νέα εργοστάσια, πλατφόρμες και μπαταρίες, έχοντας στο μυαλό τους μια αγορά που θα «γύριζε» γρήγορα και μαζικά προς τα ηλεκτρικά οχήματα. Όμως η πραγματικότητα του 2025–2026 αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη, πιο ακριβή και –κυρίως– πιο αργή.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, οι General Motors, Ford και Stellantis έχουν ανακοινώσει συνολικές απομειώσεις και «χτυπήματα» άνω των 50 δισ. δολαρίων, καθώς η υπεραισιόδοξη επενδυτική έκρηξη των EV μετατρέπεται σε βίαιη προσγείωση.
Και το σοκ δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι στρατηγικό. Γιατί όταν μια βιομηχανία σχεδιάζει τη μετάβαση με βάση μια ζήτηση που δεν έρχεται –ή έρχεται με καθυστέρηση– τότε τα εργοστάσια, οι γραμμές παραγωγής και τα κεφάλαια αρχίζουν να μοιάζουν με βάρος και όχι με πλεονέκτημα.
Το τέλος των 7.500 δολαρίων και η «κατάρρευση» της ζήτησης
Η ομοσπονδιακή φορολογική πίστωση των 7.500 δολαρίων λειτούργησε για χρόνια ως κρυφός μηχανισμός «εξίσωσης» του κόστους ανάμεσα σε ηλεκτρικά και συμβατικά αυτοκίνητα. Για μεγάλο μέρος του κοινού, το κίνητρο αυτό δεν ήταν απλώς ένα μπόνους· ήταν η διαφορά ανάμεσα στο «το σκέφτομαι» και στο «το αγοράζω».
Μετά τη λήξη/κατάργηση του συγκεκριμένου κινήτρου, η αγορά έδειξε πόσο εύθραυστη ήταν η δυναμική της. Το LinkedIn News (αναπαράγοντας τα συμπεράσματα του ρεπορτάζ της WSJ) σημειώνει ότι οι πωλήσεις EV στις ΗΠΑ υποχώρησαν πάνω από 30% στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, με τη ζήτηση να «σβήνει» σε μια περίοδο όπου η βιομηχανία είχε ήδη δεσμεύσει τεράστια κεφάλαια για επέκταση.
Η πτώση αυτή δεν σημαίνει ότι οι Αμερικανοί «απέρριψαν» την ηλεκτροκίνηση. Σημαίνει ότι το μοντέλο υιοθέτησης δεν είναι γραμμικό. Όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές, οι υποδομές φόρτισης δεν είναι παντού, η αυτονομία συνεχίζει να αγχώνει ένα τμήμα των οδηγών και το επιτόκιο δανεισμού ανεβάζει τη μηνιαία δόση, τότε η αγορά δεν συγχωρεί εύκολα την κατάργηση της επιδότησης.
Από την επιθετική επέκταση στις ακυρώσεις επενδύσεων
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ντιτρόιτ δεν είναι ότι οι πωλήσεις έπεσαν. Είναι ότι η πτώση ήρθε αφού είχαν ήδη αποφασιστεί και ανακοινωθεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων. Έργα για εργοστάσια μπαταριών, νέα hubs παραγωγής και ηλεκτρικές πλατφόρμες σχεδιάστηκαν με λογική «εκθετικής ζήτησης». Κι όταν η ζήτηση δεν έτρεξε με την ίδια ταχύτητα, ξεκίνησαν οι ψαλιδισμοί.
Σύμφωνα με στοιχεία της Atlas Public Policy, μέσα στο 2025 ακυρώθηκαν ή μειώθηκαν πάνω από 20 δισ. δολάρια από προηγουμένως ανακοινωμένες επενδύσεις που αφορούσαν EV και μπαταρίες, σε μια πρώτη καθαρή ετήσια υποχώρηση τέτοιων ανακοινώσεων ύστερα από χρόνια συνεχούς ανόδου.
Η εικόνα αυτή περιγράφει κάτι βαθύτερο από ένα «κακό τρίμηνο»: περιγράφει μια αγορά που περνά από τη φάση του ενθουσιασμού στη φάση του εξορθολογισμού. Εκεί που οι εταιρείες «έχτιζαν για το αύριο», τώρα προσπαθούν να μην αιμορραγήσουν στο σήμερα.
GM, Ford, Stellantis: Το κόστος της υπερεκτίμησης
Οι τρεις μεγάλοι του Ντιτρόιτ δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο, αλλά όλοι δείχνουν προς μια κοινή κατεύθυνση: λιγότερη ηλεκτρική παραγωγή στο άμεσο μέλλον και μεγαλύτερη έμφαση στη βιωσιμότητα των μοντέλων τους.
Η General Motors, σύμφωνα με όσα συγκεντρώνει το ρεπορτάζ της WSJ, έχει δεχθεί ισχυρό «χτύπημα» από απομειώσεις που συνδέονται με την ηλεκτροκίνηση, ενώ ταυτόχρονα επαναξιολογεί τη δυναμικότητα παραγωγής EV και τον ρυθμό ανάπτυξης συγκεκριμένων projects.
Η Ford, από την πλευρά της, εμφανίζεται να μεταφέρει το βάρος σε ένα πιο «πειθαρχημένο» πλάνο, εστιάζοντας περισσότερο σε προϊόντα που μπορούν να πωληθούν μαζικά σε χαμηλότερη τιμή, αντί να κυνηγά ένα μοντέλο αγοράς που απαιτεί διαρκείς επιδοτήσεις για να σταθεί. Η ίδια η WSJ καταγράφει το γενικότερο κλίμα αναδίπλωσης στην αμερικανική αγορά.
Όσο για τη Stellantis, το μήνυμα είναι ακόμη πιο ωμό: οι προσδοκίες για την ταχύτητα της μετάβασης υπερεκτιμήθηκαν. Κι όταν μια εταιρεία παραδέχεται –έστω έμμεσα– ότι οι αποφάσεις «έτρεξαν» πιο γρήγορα από τον καταναλωτή, η συζήτηση παύει να είναι τεχνολογική και γίνεται οικονομική.
Η ουσία είναι μία: η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν ακυρώνεται, αλλά αλλάζει ρυθμό. Και αυτό, για τις εταιρείες που έστησαν κεφαλαιουχικό σχέδιο «fast track», έχει τεράστιο κόστος.
Ρυθμιστική στροφή: όταν η πολιτική αλλάζει το τιμόνι της αγοράς
Η αγορά EV στις ΗΠΑ είναι βαθιά πολιτικοποιημένη. Όχι ως ιδέα, αλλά ως μηχανισμός: κανόνες κατανάλωσης, στόχοι εκπομπών, φορολογικά κίνητρα, επιδοτήσεις υποδομών. Όταν αυτοί οι πυλώνες μετακινούνται, μετακινείται και η οικονομική λογική των εταιρειών.
Το ρεπορτάζ της WSJ συνδέει ευθέως το νέο κύμα απομειώσεων με την αλλαγή κλίματος: τη σταδιακή εγκατάλειψη της επιθετικής πολιτικής ώθησης προς τα EV και την επιστροφή σε πιο «ουδέτερες» ρυθμιστικές συνθήκες.
Σε απλά ελληνικά: αν η αγορά πρέπει να σταθεί περισσότερο στα πόδια της και λιγότερο σε κρατική στήριξη, τότε οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα παράγουν εκεί όπου έχουν κέρδος, όχι εκεί όπου έχουν πολιτική προσδοκία.
Είναι «φούσκα» ή είναι το αναμενόμενο κόστος της μετάβασης;
Ο όρος «φούσκα» κουβαλά πάντα μια αίσθηση απάτης ή αυταπάτης. Όμως εδώ το θέμα είναι πιο γήινο. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν αποδεικνύονται «λάθος τεχνολογία». Αποδεικνύεται ότι η βιομηχανία –και ένα κομμάτι της πολιτικής– υπολόγισε λάθος τον ρυθμό με τον οποίο ο μέσος οδηγός αλλάζει συνήθειες, βάζει το χέρι βαθιά στην τσέπη και εμπιστεύεται μια νέα καθημερινότητα.
Η σημερινή κρίση είναι, στην πραγματικότητα, κρίση χρονοδιαγράμματος και τιμολόγησης. Οι καταναλωτές θέλουν οικονομικότερες επιλογές, περισσότερους φορτιστές, καλύτερη μεταπωλητική αξία και σαφή απάντηση στο «τι γίνεται με την μπαταρία σε 8–10 χρόνια;». Όσο αυτά δεν απαντώνται καθολικά, η αγορά θα κάνει αυτό που κάνει πάντα: θα επιβραδύνει.
Κι έτσι, οι απομειώσεις των 50 δισ. δολαρίων μοιάζουν λιγότερο με «κατάρρευση» και περισσότερο με το τίμημα μιας υπερβολικά γρήγορης βιομηχανικής στροφής.
Το μεγάλο στοίχημα του Ντιτρόιτ: μετάβαση χωρίς απώλεια ισχύος
Για το Ντιτρόιτ, η πρόκληση δεν είναι να «ξεχάσει» τα EV. Είναι να βρει το σωστό μέγεθος και τον σωστό ρυθμό ώστε να μην καεί στη διαδρομή. Διότι, την ίδια ώρα που η αμερικανική αγορά πατά φρένο, ο διεθνής ανταγωνισμός δεν περιμένει. Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να επιβραδύνεται, αλλά δεν σταματά. Απλώς περνά σε φάση όπου θα επιβιώνουν οι εταιρείες που μπορούν να πουλήσουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα χωρίς να χρειάζονται μόνιμο οξυγόνο επιδοτήσεων.
Η «φούσκα» των EV, όπως την περιγράφει η WSJ, δεν είναι το τέλος της ηλεκτροκίνησης. Είναι το τέλος της ιδέας ότι η μετάβαση είναι εύκολη, γρήγορη και αυτόματη.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας