Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Τραμπ να «παγώσει» προγραμματισμένη στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν δεν αποτελεί ένδειξη αποκλιμάκωσης. Αντιθέτως, αποκαλύπτει πόσο κοντά βρίσκεται η Μέση Ανατολή σε μια νέα περιφερειακή έκρηξη με παγκόσμιες συνέπειες.
Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη βρίσκονται σε έναν ιδιότυπο διπλωματικό πόλεμο νεύρων, όπου οι διαπραγματεύσεις εξελίσσονται παράλληλα με στρατιωτικές απειλές, επιθέσεις drones και ενεργειακό εκβιασμό μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται να δίνει μία τελευταία ευκαιρία στη διπλωματία, μετά από παρέμβαση των ηγετών του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ωστόσο, πίσω από τη δημόσια ρητορική περί «σοβαρών συνομιλιών», η πραγματικότητα παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.
Το νέο ιρανικό σχέδιο και οι κόκκινες γραμμές
Σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης, η Τεχεράνη κατέθεσε νέο σχέδιο 14 σημείων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του Πακιστάν, επιχειρώντας να διαμορφώσει έναν οδικό χάρτη αποκλιμάκωσης.
Οι βασικές απαιτήσεις του Ιράν περιλαμβάνουν:
- Άρση των αμερικανικών κυρώσεων
- Αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων
- Τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού
- Αποζημιώσεις για τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις
- Αναγνώριση ρόλου της Τεχεράνης στο Στενό του Ορμούζ
Η Ουάσιγκτον απορρίπτει μέχρι στιγμής τα περισσότερα από αυτά τα αιτήματα, επιμένοντας ότι το Ιράν πρέπει να εγκαταλείψει πλήρως τον εμπλουτισμό ουρανίου για έως και 20 χρόνια και να αποκαταστήσει πλήρη ελευθερία ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ.
Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει τεράστιο.
Το Ορμούζ ως όπλο γεωπολιτικής πίεσης
Η μεγαλύτερη εστία ανησυχίας για τη διεθνή κοινότητα είναι πλέον το Στενό του Ορμούζ.
Από τις αρχές Μαρτίου, η Τεχεράνη έχει επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα, απαιτώντας από ξένα πλοία να διαπραγματεύονται τη διέλευση με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.
Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και LNG.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η ιρανική στρατηγική συνιστά ευθεία απειλή κατά της παγκόσμιας οικονομίας. Το Ιράν, αντίθετα, αντιμετωπίζει το Ορμούζ ως διαπραγματευτικό εργαλείο επιβίωσης απέναντι στις δυτικές πιέσεις.
Drones, φόβοι κλιμάκωσης και ο Κόλπος σε συναγερμό
Η κατάσταση επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά τις επιθέσεις drones σε στόχους στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία.
Η επίθεση κοντά στον πυρηνικό σταθμό Barakah στα ΗΑΕ προκάλεσε σοβαρό συναγερμό στις μοναρχίες του Κόλπου, οι οποίες φοβούνται ότι μια νέα αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν θα μετατρέψει ολόκληρη την περιοχή σε πεδίο ανοιχτού πολέμου.
Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε τρία drones μέσα σε 24 ώρες, ενώ στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στον Κόλπο τέθηκαν σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής.
Παρά το προσωρινό «πάγωμα» της επίθεσης, ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι έχει ήδη δώσει εντολή στο Πεντάγωνο να είναι έτοιμο για «πλήρη μεγάλης κλίμακας επίθεση» εάν δεν υπάρξει αποδεκτή συμφωνία.
Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει το μεγάλο αγκάθι
Η βασικότερη σύγκρουση εξακολουθεί να αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι έχει δικαίωμα σε ειρηνικό εμπλουτισμό ουρανίου, επικαλούμενη τη συμφωνία JCPOA του 2015, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν το 2018 επί πρώτης προεδρίας Τραμπ.
Σήμερα, η Ουάσιγκτον ζητά ουσιαστικά πλήρη αποπυρηνικοποίηση του Ιράν, ενώ η Τεχεράνη θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με στρατηγική παράδοση.
Η εμπλοκή της Ρωσίας και του Ομάν στις τεχνικές συνομιλίες δείχνει ότι η διπλωματική διαδικασία παραμένει ζωντανή, αλλά εξαιρετικά εύθραυστη.
Μια ανάπαυλα πριν τη θύελλα;
Παρά τις δημόσιες δηλώσεις περί «ευκαιρίας για ειρήνη», οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η κρίση απέχει πολύ από την επίλυσή της.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν διατεθειμένες να αποδεχθούν ιρανικό έλεγχο στο Ορμούζ ή συνέχιση του πυρηνικού προγράμματος.
Το Ιράν, από την άλλη, θεωρεί πως οποιαδήποτε υποχώρηση χωρίς ανταλλάγματα θα ισοδυναμούσε με γεωπολιτική ταπείνωση.
Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη ισορροπία τρόμου, όπου η διπλωματία συνυπάρχει με την απειλή άμεσης στρατιωτικής ανάφλεξης.
Και όσο οι συνομιλίες καθυστερούν, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα το επόμενο λάθος — ή το επόμενο drone — να οδηγήσει τη Μέση Ανατολή σε έναν πόλεμο με παγκόσμιο αντίκτυπο.
Πηγή: pagenews.gr
