Η ελληνική οικονομία εισήλθε στο 2026 με ισχυρότερες αντοχές, αυξημένη αξιοπιστία στις διεθνείς αγορές και σημαντική δημοσιονομική βελτίωση, ωστόσο η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον αβεβαιότητας για ανάπτυξη, πληθωρισμό, επενδύσεις και τουρισμό.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας ανάλυσης της Alpha Bank με τίτλο “GREECE, ECONOMIC & FINANCIAL OUTLOOK”, η οποία αποτυπώνει τόσο τη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια όσο και τους σοβαρούς κινδύνους που γεννά η εκτόξευση των ενεργειακών τιμών και η αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την τράπεζα, οι νέες εκτιμήσεις εγχώριων και διεθνών οργανισμών μετά το ξέσπασμα της κρίσης προβλέπουν πλέον ανάπτυξη κάτω από το 2% για το 2026, περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί σημαντικά υψηλότερα, με μέσο όρο 3,4% για το 2026, περίπου μία ποσοστιαία μονάδα πάνω από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η ελληνική οικονομία άντεξε και υπεραπέδωσε το 2025
Παρά το διεθνές περιβάλλον αστάθειας, η Ελλάδα κατάφερε το 2025 να καταγράψει ανάπτυξη 2,1%, συνεχίζοντας για πέμπτη διαδοχική χρονιά να υπεραποδίδει σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.
Η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στην εντυπωσιακή αύξηση των επενδύσεων κατά 8,9%, στην ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση αλλά και στη νέα χρονιά-ρεκόρ για τον τουρισμό.
Για πρώτη φορά μετά την πανδημία, οι επενδύσεις αποτέλεσαν τον σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας, συνεισφέροντας περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στο τελικό αποτέλεσμα του ΑΕΠ.
Παράλληλα, η ανεργία αποκλιμακώθηκε στο 8,9%, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε βασικούς κλάδους όπως οι κατασκευές, η μεταποίηση και ο τουρισμός.
Η Alpha Bank επισημαίνει επίσης ότι το ισχυρό carry-over effect από το τελευταίο τρίμηνο του 2025, το οποίο εκτιμάται στο 1,1%, προσφέρει σημαντική στήριξη και για τη φετινή χρονιά.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέο κύμα αβεβαιότητας
Παρά τη θετική εικόνα της ελληνικής οικονομίας, η νέα πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή προκαλεί σοβαρούς προβληματισμούς.
Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και η γενικότερη αποσταθεροποίηση στην περιοχή έχουν ήδη προκαλέσει εκτίναξη στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με την Alpha Bank, από την έναρξη της σύγκρουσης οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά 30%, ενώ το φυσικό αέριο έχει ενισχυθεί κατά 47%, γεγονός που ενισχύει τους φόβους για νέες στασιμοπληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη.
Αν και η Ελλάδα δεν εισάγει άμεσα πετρέλαιο ή φυσικό αέριο από το Ιράν, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, καθώς πρόκειται για καθαρό εισαγωγέα ενέργειας.
Πετρέλαιο και φυσικό αέριο καλύπτουν περίπου το 61% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας, με αποτέλεσμα κάθε διεθνής ανατίμηση να περνά γρήγορα στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Η ενέργεια ξαναφουντώνει τον πληθωρισμό
Η Alpha Bank σημειώνει ότι οι πρώτες επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης έχουν ήδη αποτυπωθεί στον πληθωρισμό.
Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026 και εκτοξεύθηκε στο 4,6% τον Απρίλιο, όταν στο πρώτο δίμηνο του έτους ο μέσος όρος κινούνταν κοντά στο 3%.
Η ενεργειακή συνιστώσα ήταν ο βασικός παράγοντας της ανόδου, καθώς αυξήθηκε κατά 7,7% τον Μάρτιο και κατά 21,9% τον Απρίλιο.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της τουριστικής περιόδου και την αυξημένη ζήτηση για μεταφορές, υπηρεσίες και ενέργεια.
Το μεγάλο ερώτημα, σύμφωνα με την τράπεζα, είναι εάν η ενεργειακή ακρίβεια θα αποδειχθεί προσωρινή ή αν θα περάσει πιο μόνιμα στον πυρήνα του πληθωρισμού, πιέζοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις και το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.
Ο τουρισμός παραμένει «ασπίδα» της οικονομίας
Ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο πυλώνα ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Το 2025 οι διεθνείς αφίξεις, χωρίς να υπολογίζονται οι κρουαζιέρες, άγγιξαν τα 38 εκατομμύρια, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εκτοξεύθηκαν στα 23,6 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας ακόμη και τα ιστορικά υψηλά του 2024.
Ωστόσο, η Alpha Bank προειδοποιεί ότι μια ευρύτερη κρίση ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά κρατήσεις, κρουαζιέρες και συνολικά τις τουριστικές εισπράξεις, ειδικά κατά την κορύφωση της θερινής περιόδου.
Από την άλλη πλευρά, εάν η σύγκρουση παραμείνει γεωγραφικά περιορισμένη, η Ελλάδα ενδέχεται να ωφεληθεί από μεταφορά τουριστικής ζήτησης από άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, όπως είχε συμβεί και την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης.
Η δημοσιονομική ισχύς ως μεγάλο πλεονέκτημα
Η Alpha Bank υπογραμμίζει ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας σήμερα είναι η ισχυρή δημοσιονομική της θέση.
Το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφθασε τα 12,1 δισ. ευρώ ή 4,9% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τις αρχικές προβλέψεις.
Ταυτόχρονα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ, από 209,4% το 2020, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μείωση σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Οι εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών προβλέπουν περαιτέρω πτώση του χρέους στο 136,8% το 2026 και στο 130,3% το 2027.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση έχει ήδη δημιουργήσει περιθώριο για νέα μέτρα στήριξης ύψους 500 εκατ. ευρώ, τα οποία περιλαμβάνουν Fuel Pass, επιδοτήσεις καυσίμων, ενισχύσεις σε αγρότες, ακτοπλοϊκές μεταφορές, συνταξιούχους και οικογένειες.
Το μεγάλο στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η Alpha Bank χαρακτηρίζει το 2026 ως κομβικό έτος για τις επενδύσεις, καθώς ολοκληρώνεται η φάση πλήρους αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Οι δημόσιες επενδυτικές δαπάνες μαζί με τις επιχορηγήσεις του RRF υπολογίζεται ότι θα φθάσουν τα 16,7 δισ. ευρώ ή το 6,4% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, από το 2027 και μετά εκτιμάται ότι οι επενδύσεις θα επιβραδυνθούν, καθώς οι ευρωπαϊκοί πόροι θα περιορίζονται σταδιακά.
Για τον λόγο αυτό, η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και η περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.
Επενδυτική βαθμίδα και εμπιστοσύνη των αγορών
Η σταθερή δημοσιονομική πορεία της χώρας συνέβαλε καθοριστικά στην αποκατάσταση της επενδυτικής βαθμίδας από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον αξιολόγηση BBB από S&P, Fitch και DBRS Morningstar, ενώ η Moody’s αξιολογεί τη χώρα στο Baa3.
Η εξέλιξη αυτή έχει ενισχύσει σημαντικά τη ζήτηση για ελληνικά κρατικά ομόλογα, οδηγώντας το κόστος δανεισμού σε χαμηλότερα επίπεδα και φέρνοντας τις αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών τίτλων κοντά σε εκείνες της Ιταλίας και της Γαλλίας.
Ράλι στην αγορά ακινήτων και πίεση στα νοικοκυριά
Η αγορά ακινήτων συνέχισε την ανοδική της πορεία και το 2025, με τις τιμές κατοικιών να αυξάνονται κατά 7,8%.
Από το 2017 μέχρι το τέλος του 2025 οι τιμές κατοικιών στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 88%, ενώ στην Αθήνα η άνοδος ξεπερνά πλέον το 100%.
Παράλληλα, τα ενοίκια συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά με υψηλό ρυθμό, καθώς ο σχετικός πληθωρισμός αγγίζει το 10%.
Η στεγαστική προσιτότητα εξελίσσεται πλέον σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις, καθώς το συνολικό στεγαστικό κόστος αντιστοιχεί στο 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις πιέσεις μέσω προγραμμάτων όπως το «Σπίτι μου ΙΙ», το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», τα φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις και το νέο μοντέλο κοινωνικής αντιπαροχής.
Πηγή: Pagenews.gr
