Μητσοτάκης για τις πολεοδομίες: «Γνωρίζαμε τη διαφθορά» – Η παραδοχή που ανοίγει νέα πολιτικά ερωτήματα
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Μητσοτάκης για τις πολεοδομίες: «Γνωρίζαμε τη διαφθορά» – Η παραδοχή που ανοίγει νέα πολιτικά ερωτήματα
Η φράση που άλλαξε το πλαίσιο της συζήτησης
Μία από τις πιο πολιτικά φορτισμένες παραδοχές της συνέντευξης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον ΑΝΤ1 δεν αφορούσε ούτε την οικονομία ούτε τις εκλογές. Αφορούσε τις πολεοδομίες.
«Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ζητήματα λειτουργίας και διαφθοράς στις πολεοδομίες», δήλωσε ο πρωθυπουργός, επιχειρηματολογώντας υπέρ της μεταφοράς των αρμοδιοτήτων τους στο Κτηματολόγιο.
Η συγκεκριμένη φράση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Διότι για πρώτη φορά η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται να αιφνιδιάζεται από ένα ακόμη σκάνδαλο του δημόσιου τομέα, αλλά παραδέχεται ότι γνώριζε την ύπαρξη σοβαρών παθογενειών πριν ακόμη αυτές λάβουν διαστάσεις δημόσιας κρίσης.
Και αυτό δημιουργεί ένα αναπόφευκτο πολιτικό ερώτημα: εφόσον υπήρχε γνώση του προβλήματος, γιατί χρειάστηκε να προηγηθούν εισαγγελικές έρευνες, συλλήψεις και αποκαλύψεις για να βρεθεί το θέμα στο επίκεντρο της δημόσιας ατζέντας;
Από την παραδοχή στην άμυνα
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να μετατρέψει την παραδοχή σε επιχείρημα υπέρ της κυβέρνησης.
Υποστήριξε ότι η μεταρρύθμιση για τη μεταφορά των πολεοδομιών από τους δήμους στο Κτηματολόγιο είχε σχεδιαστεί πολύ πριν αποκαλυφθεί το κύκλωμα, παρουσιάζοντάς την ως απόδειξη ότι το πρόβλημα είχε ήδη εντοπιστεί και αντιμετωπιζόταν.
Το αφήγημα είναι σαφές: η κυβέρνηση δεν κυνηγά τις εξελίξεις, αλλά προχωρά σε προληπτικές θεσμικές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή περιέχει μια πολιτική αντίφαση.
Αν η ύπαρξη διαφθοράς ήταν γνωστή, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από το αν υπήρχε πρόβλημα στο κατά πόσο οι παρεμβάσεις ήταν επαρκείς και έγκαιρες.
Το γνώριμο αφήγημα των «διαχρονικών ευθυνών»
Για ακόμη μία φορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να τοποθετήσει το πρόβλημα σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο.
«Δεν χάλασαν οι πολεοδομίες τώρα», είπε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για παθογένεια δεκαετιών που καμία κυβέρνηση δεν είχε αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.
Πρόκειται για μια πολιτική γραμμή που έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από το Μέγαρο Μαξίμου σε υποθέσεις που προκαλούν πολιτικό κόστος: το πρόβλημα προϋπήρχε, είναι βαθιά ριζωμένο και η σημερινή κυβέρνηση είναι εκείνη που επιχειρεί να το ξεριζώσει.
Η στρατηγική αυτή διαθέτει προφανή επιχειρήματα, καθώς πολλές από τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κράτους πράγματι δεν δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα άλλο πολιτικό ζήτημα.
Όσο περισσότερο μια κυβέρνηση προβάλλει ότι γνωρίζει τα προβλήματα του «βαθέος κράτους», τόσο περισσότερο καλείται να εξηγήσει γιατί αυτά εξακολουθούν να παράγουν σκάνδαλα μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης.
Οι «γαλάζιες» σκιές
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα λόγω των παραιτήσεων δύο στελεχών που συνδέονται με τη Νέα Δημοκρατία.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να προλάβει τις επικρίσεις, δηλώνοντας ότι δεν έχει καμία αμφιβολία πως σε τέτοιες υποθέσεις μπορεί να εμπλέκονται και στελέχη της κυβερνητικής παράταξης.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι τα κυκλώματα διαφθοράς δεν έχουν κομματικό χρώμα και λειτουργούν διαχρονικά ανεξαρτήτως κυβερνήσεων.
Η τοποθέτηση αυτή επιχειρεί να αποσυνδέσει πολιτικά το σκάνδαλο από τη σημερινή εξουσία.
Ωστόσο, σε κάθε υπόθεση διαφθοράς που αποκαλύπτεται κατά τη διάρκεια μιας κυβερνητικής θητείας, η πολιτική ευθύνη δεν αφορά μόνο τη δημιουργία του προβλήματος αλλά και την αποτελεσματικότητα της εποπτείας του κράτους.
ΟΠΕΚΕΠΕ: το «βαθύ κράτος» επιστρέφει στο προσκήνιο
Η ίδια λογική εμφανίστηκε και στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «μάχη με το βαθύ κράτος», παραδέχθηκε καθυστερήσεις και ανέλαβε προσωπικά μέρος της ευθύνης για το γεγονός ότι η λύση δεν προχώρησε νωρίτερα.
Η αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία.
Διότι μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η επίκληση του «βαθέος κράτους» ως βασικού εμποδίου εγείρει το ερώτημα αν η κυβέρνηση περιγράφει έναν αντίπαλο που εξακολουθεί να κυριαρχεί ή μια μεταρρύθμιση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ παρουσιάζεται ως δραστική τομή.
Το πολιτικό στοίχημα είναι αν οι πολίτες θα τη δουν ως λύση ή ως καθυστερημένη αντίδραση σε μια κρίση που είχε ήδη εκτεθεί δημόσια.
Υποκλοπές: η Δικαιοσύνη ως τελικό καταφύγιο
Στο ζήτημα των υποκλοπών, ο πρωθυπουργός ακολούθησε μια γνώριμη γραμμή.
Επανέλαβε ότι αναγνώρισε δυσλειτουργίες, ότι έγιναν αλλαγές στην ΕΥΠ και ότι η υπόθεση βρίσκεται πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης.
Η απάντηση αυτή παραπέμπει ουσιαστικά την πολιτική συζήτηση στο δικαστικό πεδίο.
Πρόκειται για μια στρατηγική που επιτρέπει στην κυβέρνηση να αποφεύγει νέες πολιτικές τοποθετήσεις σε μια υπόθεση που συνεχίζει να προκαλεί αντιπαραθέσεις εντός και εκτός Ελλάδας.
Ωστόσο, για τους επικριτές της κυβέρνησης, η επίκληση της δικαστικής διερεύνησης δεν απαντά στα πολιτικά ερωτήματα περί λογοδοσίας και εποπτείας.
Η μεγάλη πρόκληση της αξιοπιστίας
Η συνέντευξη του πρωθυπουργού ανέδειξε ένα κοινό μοτίβο σε τρεις διαφορετικές υποθέσεις – πολεοδομίες, ΟΠΕΚΕΠΕ και υποκλοπές.
Το Μέγαρο Μαξίμου υποστηρίζει ότι αναγνωρίζει τα προβλήματα, προωθεί μεταρρυθμίσεις και συγκρούεται με παγιωμένες παθογένειες του κράτους.
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι αντιτείνουν ότι η επαναλαμβανόμενη επίκληση διαχρονικών ευθυνών δεν αρκεί όταν τα προβλήματα συνεχίζουν να παράγουν κρίσεις κατά τη διάρκεια της ίδιας διακυβέρνησης.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα που αναδύεται δεν είναι αν οι παθογένειες προϋπήρχαν.
Είναι αν, μετά από χρόνια διακυβέρνησης και διαδοχικές εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων, οι πολίτες πείθονται ότι το κράτος αλλάζει ουσιαστικά ή αν βλέπουν τις ίδιες δυσλειτουργίες να επανεμφανίζονται με διαφορετικά ονόματα και διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
Και εκεί ακριβώς θα κριθεί η αξιοπιστία του κυβερνητικού αφηγήματος τα επόμενα δύο χρόνια. Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο