Στη σκιά του πολέμου στην Ουκρανία και της εύθραυστης συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν, ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρεί να ανοίξει ένα ακόμη μεγάλο μέτωπο στη Σύνοδο Κορυφής της G7 στο Εβιάν: την Κίνα.
Ο Γάλλος πρόεδρος θεωρεί ότι η εκρηκτική άνοδος των κινεζικών εξαγωγών και η αυξανόμενη διείσδυση του Πεκίνου στις παγκόσμιες αγορές αποτελούν πλέον στρατηγική απειλή για τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης και της Δύσης. Για τον λόγο αυτό, έχει τοποθετήσει τις λεγόμενες «παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες» στο επίκεντρο της γαλλικής προεδρίας της G7, επιχειρώντας να οικοδομήσει κοινό μέτωπο απέναντι στο κινεζικό οικονομικό μοντέλο.
Ωστόσο, το Πεκίνο δεν δείχνει διάθεση να διευκολύνει τα σχέδια του Παρισιού.
Παρά τις πρωτοβουλίες της γαλλικής διπλωματίας για διάλογο μεταξύ G7 και Κίνας, η κινεζική ηγεσία επέλεξε χαμηλόβαθμη εκπροσώπηση και απέφυγε να εμπλακεί ουσιαστικά στη συζήτηση περί εμπορικών ανισορροπιών. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Κίνα δεν αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα βρίσκεται στη δική της οικονομική πολιτική.
Στο Παρίσι επικρατεί αυξανόμενη ανησυχία. Η γαλλική κυβέρνηση, μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θεωρεί ότι οι γενναίες κρατικές επιδοτήσεις του Πεκίνου δημιουργούν τεχνητά πλεονεκτήματα για τις κινεζικές επιχειρήσεις, οδηγώντας σε υπερπαραγωγή και πλημμυρίζοντας τις διεθνείς αγορές με φθηνά προϊόντα. Ιδιαίτερα οι τομείς των ηλεκτρικών οχημάτων, των μπαταριών, του βιομηχανικού εξοπλισμού και των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Ευρωπαίων.
Η κατάσταση θυμίζει σε πολλούς οικονομολόγους το λεγόμενο «China Shock» της δεκαετίας του 2000, όταν η ένταξη της Κίνας στην παγκόσμια οικονομία προκάλεσε τεράστιες ανακατατάξεις στη δυτική μεταποίηση. Μόνο που αυτή τη φορά το πρόβλημα θεωρείται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς αφορά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους που η Ευρώπη θεωρούσε δικό της ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Ο Μακρόν προσπαθεί να αποφύγει μια ευθεία αντιπαράθεση με το Πεκίνο. Αντί να μιλά ανοιχτά για «κινεζική απειλή», επιλέγει να παρουσιάζει το ζήτημα ως πρόβλημα παγκόσμιων ανισορροπιών, υποστηρίζοντας ότι τόσο η υπερπαραγωγή της Κίνας όσο και η υποεπένδυση της Ευρώπης συμβάλλουν στο σημερινό αδιέξοδο.
Παρά τη διπλωματική γλώσσα, η Ευρώπη σκληραίνει σταδιακά τη στάση της. Η Γαλλία πρωτοστατεί στις πιέσεις για νέα εργαλεία εμπορικής άμυνας, ενώ στις Βρυξέλλες ενισχύεται η άποψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποκτήσει πιο επιθετικά μέσα προστασίας απέναντι στις κινεζικές εξαγωγές, στα πρότυπα των αμερικανικών εμπορικών πολιτικών.
Το πρόβλημα για τον Μακρόν είναι ότι η ενότητα της Δύσης δεν είναι δεδομένη.
Παρότι ΗΠΑ και Ευρώπη συμφωνούν ότι η κινεζική οικονομική πολιτική δημιουργεί στρεβλώσεις, δεν υπάρχει ακόμη κοινή στρατηγική. Η Ουάσιγκτον συνεχίζει να κινείται με δικές της πρωτοβουλίες και δασμολογικά εργαλεία, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην κινεζική αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η G7 εμφανίζεται αποφασισμένη να συζητήσει την Κίνα, αλλά όχι ακόμη έτοιμη να δράσει συντονισμένα.
Για τον Γάλλο πρόεδρο, η μάχη του Εβιάν δεν αφορά μόνο το εμπόριο. Αφορά το αν η Δύση μπορεί να διαμορφώσει κοινή απάντηση απέναντι στη μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση του 21ου αιώνα. Και προς το παρόν, το Πεκίνο δείχνει να πιστεύει ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ του.
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι, ενώ η G7 επιδιώκει να περιορίσει την κινεζική επιρροή, η ίδια η ατζέντα της Συνόδου αποδεικνύει πόσο κεντρικός παίκτης έχει γίνει πλέον η Κίνα στην παγκόσμια οικονομία. Χωρίς τη συμμετοχή της, καμία συζήτηση για το εμπόριο, την ανάπτυξη, την ενέργεια ή τις αλυσίδες εφοδιασμού δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.
