Η παροιμία «κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε το βουνό» βρίσκει μια ιδιότυπη πολιτική εφαρμογή στη νέα αντιπαράθεση ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζονται αυτή τη στιγμή να τροφοδοτούν ο ένας την πολιτική χρησιμότητα του άλλου.
Για τον πρωθυπουργό, η επιστροφή του Τσίπρα προσφέρει ξανά έναν αναγνωρίσιμο αντίπαλο, απέναντι στον οποίο μπορεί να τεθεί το δίλημμα της διακυβέρνησης. Για τον πρώην πρωθυπουργό, η σύγκρουση με τη ΝΔ επαναφέρει την εικόνα ότι αποτελεί τον βασικό πόλο απέναντι στον Μητσοτάκη και όχι έναν ακόμη αρχηγό στον κατακερματισμένο χώρο της αντιπολίτευσης.
Οι τελευταίες μετρήσεις δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες, επειδή άλλες παρουσιάζουν πρόθεση ψήφου και άλλες εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος. Όλες, όμως, καταγράφουν την ίδια βασική τάση: πρώτη η ΝΔ, δεύτερη η ΕΛ.Α.Σ., τρίτο και πιεζόμενο το ΠΑΣΟΚ.
Παρά τις διαφορετικές μεθοδολογίες, η εικόνα είναι αρκετά καθαρή:
Αυτό ακριβώς είναι το έδαφος πάνω στο οποίο οικοδομείται η πόλωση.
Όσο δεύτερο κόμμα ήταν το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία δυσκολευόταν να παρουσιάσει μια εκλογική αναμέτρηση υπαρξιακού χαρακτήρα.
Η σχέση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, παρά τη σκληρή φραστική αντιπαράθεση, δεν δημιουργούσε στους ψηφοφόρους την αίσθηση ότι συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Η συγκυβέρνηση της περιόδου 2012–2014 έχει αφήσει την εντύπωση ότι, σε μια ακραία ανάγκη, τα δύο κόμματα θα μπορούσαν ξανά να συνεννοηθούν.
Με τον Τσίπρα, το σκηνικό αλλάζει.
Η ΝΔ μπορεί να επαναφέρει:
Έτσι, η κυβερνητική παράταξη αποκτά ξανά έναν αντίπαλο που μπορεί να λειτουργήσει ως φόβητρο για συντηρητικούς, κεντρώους και φιλελεύθερους ψηφοφόρους που σήμερα είναι απογοητευμένοι, αλλά δεν επιθυμούν επιστροφή στην εποχή Τσίπρα.
Η άνοδος της ΝΔ κατά μία μονάδα στην Prorata και η επάνοδός της γύρω ή πάνω από το 30% σε Pulse, Interview και Metron Analysis δείχνουν ότι αυτή η συσπείρωση έχει ήδη αρχίσει.
Η ίδια δυναμική λειτουργεί προς όφελος του Αλέξη Τσίπρα στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Όσο η πολιτική σύγκρουση παρουσιάζεται ως «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον Νίκο Ανδρουλάκη να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί τον πραγματικό κυβερνητικό αντίπαλο της ΝΔ.
Η ΕΛ.Α.Σ. κερδίζει από τρεις διαφορετικές δεξαμενές:
Η δεύτερη θέση της ΕΛ.Α.Σ. σε όλες σχεδόν τις τελευταίες μετρήσεις δεν είναι απλή φωτογραφία της στιγμής. Δημιουργεί αίσθηση εκλογικής χρησιμότητας: ο ψηφοφόρος που θέλει να πλήξει τη ΝΔ έχει πλέον έναν σαφή δεύτερο πόλο προς τον οποίο μπορεί να κινηθεί.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στη δυσκολότερη θέση.
Δεν αρκεί να ασκεί σκληρή αντιπολίτευση. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει κόμμα εξουσίας. Όμως όσο η πολιτική συζήτηση προσωποποιείται στη σύγκρουση Μητσοτάκη–Τσίπρα, ο Ανδρουλάκης κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στον ρόλο του τρίτου.
Η Prorata το εμφάνισε στο 8,5%, η Alco στο 10,4%, η Pulse στο 11%–11,5% και η Interview στο 12,3%. Η διακύμανση δεν αλλάζει τη βασική εικόνα: βρίσκεται πλέον καθαρά πίσω από την ΕΛ.Α.Σ. και δεν δείχνει ικανό να ανακτήσει άμεσα τη δεύτερη θέση.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη σοβαρή επιφύλαξη.
Η επίκληση του κινδύνου «να ξανάρθει ο Τσίπρας» μπορεί να συσπειρώνει μέρος της κεντροδεξιάς, δεν είναι όμως βέβαιο ότι επαρκεί για όλους τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ.
Ένα τμήμα των καραμανλικών ή περισσότερο κρατικιστών δεξιών δεν αντιμετωπίζει τον Τσίπρα με την ίδια ένταση που τον αντιμετωπίζει ο σκληρός πυρήνας του σημερινού Μαξίμου. Η προηγούμενη σχέση του με πρόσωπα της καραμανλικής παράδοσης, όπως και η επιλογή κεντροδεξιού Προέδρου της Δημοκρατίας κατά τη δική του διακυβέρνηση, περιορίζουν την αποτελεσματικότητα του απόλυτου φόβου.
Υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο μικρό μέρος δυσαρεστημένων δεξιών ψηφοφόρων να κινηθεί προς την ΕΛ.Α.Σ. ως ψήφο τιμωρίας, όχι επειδή ταυτίζεται ιδεολογικά με αυτήν, αλλά επειδή επιθυμεί να πλήξει προσωπικά τον Μητσοτάκη.
Προς το παρόν, πάντως, οι μετρήσεις για πιθανό κόμμα Σαμαρά δείχνουν περιορισμένη συνολική δυναμική, με 83% έως 87% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι είναι λίγο ή καθόλου πιθανό να το ψηφίσουν.
Αυτή είναι η δεύτερη και ίσως σημαντικότερη επιφύλαξη.
Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται σταθερά στη δεύτερη θέση, αλλά ακόμη δεν έχει περάσει το κρίσιμο όριο του 20%. Το υψηλότερο πρόσφατο ποσοστό της στις μετρήσεις που εξετάζονται είναι το 17,4% της Interview.
Για να δημιουργηθεί πραγματικό ρεύμα νίκης, ο Τσίπρας πρέπει:
Το δύσκολο σημείο είναι ότι η πόλωση που τον ενισχύει ως δεύτερο πόλο ταυτόχρονα ξυπνά και τις αρνητικές μνήμες της δικής του διακυβέρνησης. Όσο πιο πολύ προσωποποιείται η μάχη, τόσο περισσότερο ο Τσίπρας κερδίζει απέναντι στον Ανδρουλάκη, αλλά τόσο περισσότερο διευκολύνει τον Μητσοτάκη να συσπειρώσει το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σε καλύτερη αφετηρία, αλλά ούτε αυτή έχει λύσει το πρόβλημά της.
Σε τρεις πρόσφατες εκτιμήσεις κινείται γύρω από το 30%:
Ωστόσο, στην καθαρή πρόθεση ψήφου καταγράφεται χαμηλότερα, περίπου στο 24%–27%. Η απόσταση αυτή δείχνει ότι η πρώτη θέση είναι ασφαλής, όχι όμως και η πλήρης συσπείρωση.
Η ακρίβεια, η καθημερινότητα, η δυσπιστία προς τους θεσμούς και η κόπωση από την πολυετή διακυβέρνηση παραμένουν σοβαρά εμπόδια. Σε πρόσφατη μέτρηση της Alco, η ακρίβεια αναδείχθηκε ως σημαντικότερο πρόβλημα από το 51%, ενώ η διαφθορά ακολουθούσε με 22%.
Άρα, ο Τσίπρας μπορεί να βοηθά τη ΝΔ να συσπειρωθεί, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να θεραπεύσει τη φθορά της κυβέρνησης.
Ο Μητσοτάκης χρειάζεται τον Τσίπρα για να ξαναθέσει το δίλημμα της σταθερότητας και της διακυβέρνησης.
Ο Τσίπρας χρειάζεται τον Μητσοτάκη για να αποδείξει ότι είναι ο μόνος πραγματικός αντίπαλός του.
Αυτή είναι η ουσία της παροιμίας: ο ένας κρατά τον άλλον για να ανεβούν μαζί το πολιτικό βουνό — όχι, βέβαια, προς την ίδια κορυφή, αλλά εις βάρος όλων των ενδιάμεσων κομμάτων.
Η πόλωση ήδη λειτουργεί:
Το ανοιχτό ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η αμοιβαία ενίσχυση.
Θα οδηγήσει τον Μητσοτάκη σταθερά πάνω από το 30% και κοντά σε συνθήκες αυτοδυναμίας; Θα ανεβάσει τον Τσίπρα πάνω από το 20%, δημιουργώντας πραγματική δυναμική ανατροπής; Ή θα παγιώσει απλώς μια άνιση μονομαχία, με πρώτο τον Μητσοτάκη και δεύτερο, αλλά σε μεγάλη απόσταση, τον Τσίπρα;
Προς το παρόν, οι αριθμοί δείχνουν ότι η πόλωση είναι πράγματι ευεργετική και για τους δύο. Δεν δείχνουν ακόμη ότι αρκεί για να οδηγήσει οποιονδήποτε από τους δύο στον τελικό του στόχο. Η πιο καθαρή απάντηση θα δοθεί πιθανότατα από το φθινόπωρο, όταν η πρώτη εντύπωση της επιστροφής Τσίπρα θα έχει υποχωρήσει και οι πολίτες θα κληθούν να αξιολογήσουν όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και τις πραγματικές πολιτικές προτάσεις τους.
Πηγή: pagenews.gr