Η συζήτηση γύρω από την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 έχει προκαλέσει νέο κύκλο γεωπολιτικών υπολογισμών στην Αθήνα. Αν και δεν υπάρχει ακόμη οριστική αμερικανική απόφαση, η αλλαγή του κλίματος στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Άγκυρας αναγκάζει την ελληνική πλευρά να επαναξιολογήσει τη στρατηγική της, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στα πολιτικά και διπλωματικά εργαλεία που διαθέτει.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο την αεροπορική ισορροπία στο Αιγαίο, αλλά συνολικά τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο και στο ΝΑΤΟ.
Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας πέρασαν από περίοδο έντονης κρίσης, κυρίως μετά την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, που οδήγησε στην αποπομπή της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35.
Σήμερα όμως το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η ανάγκη συνοχής της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και ο αυξημένος ρόλος της Τουρκίας σε περιφερειακές κρίσεις οδηγούν την Ουάσιγκτον σε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση απέναντι στην Άγκυρα.
Η συζήτηση για τα F-35 εντάσσεται σε αυτό το νέο πλαίσιο, χωρίς να σημαίνει ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την επανένταξη της Τουρκίας.
Στην Αθήνα εκτιμούν ότι η ισορροπία ισχύος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα.
Η Ελλάδα έχει ήδη διαμορφώσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα αποτροπής, το οποίο περιλαμβάνει:
Στο ελληνικό επιτελείο θεωρούν ότι η στρατηγική υπεροχή προκύπτει από τον συνδυασμό οπλικών συστημάτων, πληροφοριών, δικτύων διοίκησης και διεθνών συμμαχιών και όχι από μία μόνο πλατφόρμα.
Κομβικό ρόλο στη νέα στρατηγική κατέχει η Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών (MDCA).
Η συμφωνία έχει αναβαθμίσει σημαντικά τη γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας, μέσω της επέκτασης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας σε κρίσιμες περιοχές όπως:
Οι υποδομές αυτές αποτελούν πλέον βασικούς κόμβους για τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας ως αξιόπιστου στρατηγικού εταίρου των ΗΠΑ.
Παράλληλα με τη στρατιωτική διάσταση, η ελληνική διπλωματία επιδιώκει την ενίσχυση των πολιτικών δεσμεύσεων εντός της Συμμαχίας.
Στόχος είναι να διατηρηθεί η σαφής αμερικανική θέση υπέρ της σταθερότητας στο Αιγαίο και να αποτραπούν εξελίξεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν την περιφερειακή ισορροπία.
Η Αθήνα επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε μελλοντική εξέλιξη στις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας δεν θα επηρεάσει τις στρατηγικές δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον απέναντι στην Ελλάδα.
Η ελληνική στρατηγική δεν περιορίζεται στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα άμυνας και η ενεργός παρουσία στις πρωτοβουλίες της Ε.Ε. για την ευρωπαϊκή ασφάλεια αποτελούν εξίσου σημαντικούς πυλώνες της ελληνικής πολιτικής.
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι η Αθήνα επιδιώκει να λειτουργεί ταυτόχρονα ως αξιόπιστος εταίρος τόσο της Ουάσιγκτον όσο και των Βρυξελλών, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της θέση σε ένα ολοένα πιο σύνθετο διεθνές περιβάλλον.
Η πιθανή επαναπροσέγγιση ΗΠΑ–Τουρκίας δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει περιοχή υψηλής στρατηγικής σημασίας.
Οι ενεργειακές διαδρομές, οι θαλάσσιες μεταφορές, η ασφάλεια των υποδομών, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι μεταναστευτικές πιέσεις καθιστούν την περιοχή βασικό πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο της ως πυλώνας σταθερότητας, αξιοποιώντας το γεωγραφικό της πλεονέκτημα και τις συμμαχίες που έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια.
Η συζήτηση για τα F-35 αποτελεί μόνο μία πτυχή μιας πολύ ευρύτερης αναδιάταξης ισχύος.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Τουρκία, αποφεύγοντας τη δημιουργία νέων εστιών έντασης στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Για την Αθήνα, η απάντηση δεν είναι η αντιπαράθεση με τους συμμάχους, αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της γεωπολιτικής της αξίας. Η εμβάθυνση της MDCA, η ανάπτυξη ισχυρών ευρωπαϊκών συνεργασιών και η συνέχιση του εξοπλιστικού προγράμματος συνθέτουν τη στρατηγική με την οποία η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρήσει την αποτρεπτική ισορροπία, ανεξάρτητα από τις μεταβαλλόμενες σχέσεις Ουάσιγκτον–Άγκυρας.
Σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς, η ελληνική διπλωματία καλείται να προσαρμόζεται χωρίς να μεταβάλλει τον βασικό της στόχο: τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και της στρατηγικής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.