Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αλλάζει μόνο τη βιομηχανία, την εργασία και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την τεχνολογία.
Αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές ανισορροπίες στον κόσμο: το αυξανόμενο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών προς το εξωτερικό.
Ξένα κεφάλαια εξακολουθούν να εισρέουν με μεγάλη ταχύτητα στις αμερικανικές αγορές, ενισχύοντας τις αποτιμήσεις στη Wall Street και τροφοδοτώντας την άνοδο των τεχνολογικών μετοχών. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εταιρείες που συνδέονται με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των κέντρων δεδομένων, του cloud computing και των προηγμένων ημιαγωγών.
Πίσω από τα νέα ιστορικά υψηλά των αγορών, όμως, βρίσκεται μια βαθύτερη πραγματικότητα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταναλώνουν, εισάγουν και δανείζονται από τον υπόλοιπο κόσμο περισσότερο απ’ όσο εξάγουν ή επενδύουν στο εξωτερικό. Για να συντηρήσουν αυτή τη διαφορά χρειάζονται σταθερή χρηματοδότηση από ξένες κυβερνήσεις, θεσμικούς επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία και ιδιωτικά κεφάλαια.
Για δεκαετίες, η χρηματοδότηση αυτή στηριζόταν κυρίως στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων από κεντρικές τράπεζες.
Σήμερα, το μοντέλο αλλάζει.
Το μόνιμο έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών
Οι ΗΠΑ καταγράφουν έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εδώ και δεκαετίες.
Αυτό σημαίνει ότι η χώρα εισάγει περισσότερα αγαθά, υπηρεσίες και εισοδήματα από επενδύσεις απ’ όσα εξάγει.
Η διαφορά δεν εξαφανίζεται. Πρέπει να χρηματοδοτηθεί.
Η χρηματοδότηση πραγματοποιείται μέσω της αγοράς αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων από ξένους επενδυτές, όπως:
- κρατικά ομόλογα,
- εταιρικό χρέος,
- μετοχές,
- ακίνητα,
- άμεσες επενδύσεις σε επιχειρήσεις και υποδομές.
Το εμπορικό έλλειμμα κινείται τα τελευταία χρόνια κοντά στο 3% του ΑΕΠ, ενώ το ευρύτερο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών πλησιάζει το 4% του ΑΕΠ.
Σε μια οικονομία αξίας περίπου 31 τρισ. δολαρίων, τα μεγέθη αυτά απαιτούν συνεχή και τεράστια εισροή ξένων κεφαλαίων.
Η αμερικανική οικονομία, συνεπώς, δεν εξαρτάται μόνο από την εσωτερική της δυναμική.
Εξαρτάται και από την εμπιστοσύνη του υπόλοιπου κόσμου.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως μαγνήτης κεφαλαίων
Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτικούς κύκλους στην ιστορία της τεχνολογίας.
Οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες δαπανούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για:
- κέντρα δεδομένων,
- προηγμένους επεξεργαστές,
- ενεργειακές υποδομές,
- δίκτυα cloud,
- μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης,
- νέες εφαρμογές και υπηρεσίες.
Οι ξένοι επενδυτές θεωρούν ότι οι αμερικανικοί τεχνολογικοί όμιλοι θα είναι οι βασικοί κερδισμένοι αυτής της επανάστασης.
Έτσι, αντί να κατευθύνουν το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τους προς τα αμερικανικά ομόλογα, αγοράζουν ολοένα και περισσότερο μετοχές εταιρειών όπως η Apple, η Microsoft και η Nvidia.
Η αλλαγή είναι κρίσιμη.
Το αμερικανικό εξωτερικό έλλειμμα δεν χρηματοδοτείται πλέον μόνο από κεντρικές τράπεζες που αναζητούν ασφαλή αποθεματικά.
Χρηματοδοτείται όλο και περισσότερο από ιδιώτες που κυνηγούν υψηλές αποδόσεις.
Από την Κίνα και την Ιαπωνία στους ιδιώτες επενδυτές
Πριν από περίπου είκοσι χρόνια, η εικόνα ήταν πολύ διαφορετική.
Κεντρικές τράπεζες χωρών όπως η Κίνα και η Ιαπωνία συσσώρευαν τεράστια αποθέματα αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Οι αγορές αυτές εξυπηρετούσαν πολλούς στόχους:
- σταθεροποιούσαν τα εθνικά τους νομίσματα,
- ενίσχυαν τα συναλλαγματικά αποθέματα,
- διατηρούσαν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών,
- προσέφεραν ασφαλή και ρευστά περιουσιακά στοιχεία.
Οι αγορές αμερικανικών ομολόγων βοήθησαν να παραμείνει χαμηλό το κόστος δανεισμού των Ηνωμένων Πολιτειών ακόμη και όταν το δημόσιο χρέος αυξανόταν.
Ο πρώην πρόεδρος της Federal Reserve, Μπεν Μπερνάνκι, είχε περιγράψει το φαινόμενο ως «παγκόσμια πλημμυρίδα αποταμιεύσεων».
Η θεωρία του ήταν ότι οι υπερβολικές αποταμιεύσεις των αναδυόμενων οικονομιών κατευθύνονταν προς τα αμερικανικά ομόλογα, χρηματοδοτώντας έτσι τα ελλείμματα των ΗΠΑ πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Σήμερα, η συμμετοχή των ξένων κυβερνήσεων στην αγορά αμερικανικού χρέους έχει υποχωρήσει αισθητά.
Η Κίνα έχει μειώσει σημαντικά το μερίδιό της, ενώ και η Ιαπωνία κατέχει μικρότερο ποσοστό της συνολικής αγοράς ομολόγων σε σχέση με το παρελθόν.
Το κενό καλύπτεται από ιδιωτικά κεφάλαια.
Γιατί οι επενδυτές επιλέγουν τη Wall Street
Οι κεντρικές τράπεζες ενδιαφέρονται κυρίως για την ασφάλεια και τη ρευστότητα.
Οι ιδιώτες επενδυτές ενδιαφέρονται για την απόδοση.
Η διαφορά αυτή εξηγεί τη μετατόπιση από τα κρατικά ομόλογα στις μετοχές.
Οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες διαθέτουν:
- ισχυρούς ισολογισμούς,
- μεγάλα ταμειακά αποθέματα,
- παγκόσμια πελατειακή βάση,
- υψηλή κερδοφορία,
- κυριαρχία σε κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές.
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η χρηματοπιστωτική ισχύς εταιρειών όπως η Apple και η Microsoft μπορεί να συγκριθεί με εκείνη κρατών.
Οι όμιλοι αυτοί παράγουν τεράστιες ταμειακές ροές και διατηρούν κορυφαίες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας.
Για έναν θεσμικό επενδυτή, μια μετοχή ή ένα εταιρικό ομόλογο κορυφαίας τεχνολογικής εταιρείας μπορεί να φαίνεται πιο ελκυστικό από ένα κρατικό ομόλογο με χαμηλότερη πραγματική απόδοση και αυξανόμενο δημοσιονομικό κίνδυνο.
Η τεχνητή νοημοσύνη στηρίζει το δολάριο
Οι μεγάλες ξένες αγορές αμερικανικών μετοχών ενισχύουν και το δολάριο.
Για να αποκτήσει ένας ξένος επενδυτής μετοχές αμερικανικών εταιρειών, πρέπει πρώτα να αγοράσει δολάρια.
Όσο διατηρείται η παγκόσμια ζήτηση για αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, το νόμισμα παραμένει ισχυρό και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους με σχετικά ευνοϊκούς όρους.
Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προνόμια της αμερικανικής οικονομίας.
Οι ΗΠΑ μπορούν να δανείζονται στο δικό τους νόμισμα, ενώ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος εξακολουθεί να λειτουργεί σε δολάρια.
Η κυριαρχία του δολαρίου, όμως, δεν λειτουργεί αυτόματα.
Στηρίζεται στην πεποίθηση ότι οι αμερικανικές αγορές παραμένουν βαθιές, ασφαλείς και κερδοφόρες.
Η νέα χρηματοδότηση είναι πιο ευμετάβλητη
Η μετατόπιση προς τα ιδιωτικά κεφάλαια δημιουργεί νέους κινδύνους.
Οι κεντρικές τράπεζες συνήθως διατηρούν τα αποθέματά τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα και δεν αντιδρούν τόσο γρήγορα στις καθημερινές διακυμάνσεις των αγορών.
Οι ιδιώτες επενδυτές μπορούν να μετακινήσουν τα χρήματά τους πολύ γρηγορότερα.
Εάν οι αποδόσεις των αμερικανικών τεχνολογικών μετοχών υποχωρήσουν, η ξένη ζήτηση μπορεί να μειωθεί απότομα.
Σε ένα τέτοιο σενάριο:
- η Wall Street μπορεί να δεχθεί μεγαλύτερες πιέσεις,
- το δολάριο μπορεί να υποχωρήσει,
- οι αποδόσεις των ομολόγων μπορεί να αυξηθούν,
- το αμερικανικό κράτος μπορεί να χρειαστεί να πληρώνει υψηλότερο επιτόκιο,
- οι επιχειρήσεις μπορεί να αντιμετωπίσουν ακριβότερη χρηματοδότηση.
Η εξάρτηση από την επενδυτική ψυχολογία καθιστά το σύστημα πιο ευαίσθητο στις απότομες αλλαγές προσδοκιών.
Το αμερικανικό εξωτερικό χρέος αυξάνεται
Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση των ΗΠΑ επιδεινώνεται σταθερά.
Ο δείκτης υπολογίζει τη διαφορά ανάμεσα στα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν ξένοι και στα ξένα περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν Αμερικανοί.
Το καθαρό αρνητικό υπόλοιπο έχει φτάσει περίπου τα 21 τρισ. δολάρια, δηλαδή κοντά στο 70% του αμερικανικού ΑΕΠ.
Πριν από δύο δεκαετίες, το αντίστοιχο μέγεθος ήταν περίπου 10% του ΑΕΠ.
Η τεράστια αυτή μεταβολή δείχνει ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού πλούτου βρίσκεται στα χέρια ξένων επενδυτών.
Δεν σημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται άμεσα σε κρίση.
Σημαίνει, όμως, ότι η μελλοντική της οικονομική σταθερότητα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη διατήρηση της διεθνούς εμπιστοσύνης.
Η ειρωνεία της έκρηξης της AI
Η τεχνητή νοημοσύνη βοηθά τις Ηνωμένες Πολιτείες να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια.
Ταυτόχρονα, μπορεί να διευρύνει ακόμη περισσότερο το εξωτερικό τους έλλειμμα.
Η κατασκευή των υποδομών AI απαιτεί τεράστιες εισαγωγές:
- ημιαγωγών,
- εξειδικευμένων servers,
- ηλεκτρονικών εξαρτημάτων,
- μηχανημάτων κατασκευής chips,
- συστημάτων ψύξης,
- δικτυακού εξοπλισμού.
Μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγής πραγματοποιείται στην Ανατολική Ασία.
Καθώς οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν περισσότερο στην AI, οι εισαγωγές εξοπλισμού μπορεί να αυξάνονται.
Έτσι, η ίδια τεχνολογική άνθηση που προσελκύει ξένα κεφάλαια μπορεί να διευρύνει το εμπορικό και το εξωτερικό έλλειμμα που αυτά τα κεφάλαια καλούνται να χρηματοδοτήσουν.
Οι δασμοί δεν έλυσαν το πρόβλημα
Η κυβέρνηση Τραμπ προσπάθησε να περιορίσει τις εξωτερικές ανισορροπίες μέσω:
- υψηλότερων δασμών,
- κινήτρων για εγχώρια παραγωγή,
- αυστηρότερης εμπορικής πολιτικής,
- περιορισμών στη μετανάστευση,
- προγραμμάτων επαναβιομηχάνισης.
Παρά τις παρεμβάσεις, το έλλειμμα παραμένει υψηλό.
Οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν ορισμένες εισαγωγές, αλλά δεν αντιμετωπίζουν από μόνοι τους τις βαθύτερες αιτίες.
Η αμερικανική οικονομία χαρακτηρίζεται από υψηλή κατανάλωση, χαμηλότερη αποταμίευση και μεγάλη δημοσιονομική επέκταση.
Όσο η εγχώρια ζήτηση υπερβαίνει την παραγωγική ικανότητα, οι εισαγωγές παραμένουν υψηλές και το εξωτερικό έλλειμμα συνεχίζεται.
Μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον;
Η σημερινή κατάσταση μπορεί να παραμείνει βιώσιμη για μεγάλο διάστημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν:
- το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα,
- τις βαθύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές,
- τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες,
- υψηλή θεσμική και επιχειρηματική ικανότητα,
- ισχυρή γεωπολιτική επιρροή.
Δεν υπάρχει σήμερα άλλη αγορά που να μπορεί εύκολα να απορροφήσει αντίστοιχο όγκο παγκόσμιων κεφαλαίων.
Αυτό δίνει στις ΗΠΑ ένα σημαντικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, το πλεονέκτημα δεν σημαίνει ότι το εξωτερικό χρέος μπορεί να αυξάνεται χωρίς όριο.
Κάποια στιγμή, οι ξένοι επενδυτές μπορεί να απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το αμερικανικό έλλειμμα.
Τι θα μπορούσε να ανατρέψει την ισορροπία
Η σημερινή ισορροπία στηρίζεται σε τρεις βασικές παραδοχές:
Πρώτον, ότι οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες θα συνεχίσουν να κυριαρχούν.
Δεύτερον, ότι το δολάριο θα παραμείνει το βασικό νόμισμα του διεθνούς συστήματος.
Τρίτον, ότι οι αμερικανικοί θεσμοί και οι αγορές θα συνεχίσουν να εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Η ισορροπία θα μπορούσε να διαταραχθεί από:
- μεγάλη διόρθωση στις μετοχές AI,
- απογοητευτικά εταιρικά κέρδη,
- δημοσιονομική κρίση,
- υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας,
- γεωπολιτικές συγκρούσεις,
- αυξημένη διαφοροποίηση των αποθεμάτων μακριά από το δολάριο,
- ανάπτυξη ανταγωνιστικών τεχνολογικών οικοσυστημάτων στην Ασία ή την Ευρώπη.
Η πιθανότητα μαζικής και άμεσης φυγής κεφαλαίων παραμένει περιορισμένη.
Ακόμη και μια σταδιακή μείωση των εισροών, όμως, θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Wall Street χρηματοδοτεί πλέον και την αμερικανική ισχύ
Η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι απλώς μια τεχνολογική ιστορία.
Είναι πλέον και μια ιστορία μακροοικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες προσελκύουν ξένα κεφάλαια, στηρίζουν το δολάριο και διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των αμερικανικών ελλειμμάτων.
Η σχέση αυτή ενισχύει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια νέα μορφή εξάρτησης.
Η οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την ικανότητα λίγων τεχνολογικών κολοσσών να συνεχίσουν να παράγουν κέρδη και να πείθουν τον κόσμο ότι η αμερικανική AI θα παραμείνει αξεπέραστη.
Η επόμενη κρίση μπορεί να ξεκινήσει από τις αποτιμήσεις
Για την ώρα, το σύστημα λειτουργεί.
Τα ξένα κεφάλαια συνεχίζουν να εισρέουν, οι τεχνολογικές εταιρείες παραμένουν κυρίαρχες και η αμερικανική οικονομία χρηματοδοτεί τα ελλείμματά της χωρίς σοβαρή δυσκολία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν η αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη υποχωρήσει.
Μια διόρθωση στις αποτιμήσεις δεν θα επηρέαζε μόνο τους επενδυτές.
Θα μπορούσε να επηρεάσει:
- τη χρηματοδότηση του αμερικανικού εξωτερικού ελλείμματος,
- τη ζήτηση για δολάρια,
- τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων,
- το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους,
- τις παγκόσμιες αγορές.
Η νέα αρχιτεκτονική χρηματοδότησης των ΗΠΑ είναι περισσότερο δυναμική, αλλά και περισσότερο εύθραυστη.
Το αμερικανικό παράδοξο
Η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου παραμένει το βασικό καταφύγιο του διεθνούς κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα, είναι και ο μεγαλύτερος καθαρός οφειλέτης του πλανήτη.
Η δύναμή της επιτρέπει την αύξηση του χρέους της.
Το αυξανόμενο χρέος, όμως, την καθιστά περισσότερο εξαρτημένη από τη συνέχιση αυτής της δύναμης.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ενισχύσει προσωρινά αυτόν τον κύκλο, προσελκύοντας δισεκατομμύρια δολάρια προς τη Wall Street.
Παράλληλα, μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του βάρους χρηματοδότησης από τις υπομονετικές κεντρικές τράπεζες στους πιο ευμετάβλητους ιδιώτες επενδυτές.
Η Αμερική εξακολουθεί να μπορεί να δανείζεται από ολόκληρο τον κόσμο επειδή ο κόσμος πιστεύει στις αγορές, στις εταιρείες και στην τεχνολογική της υπεροχή.
Το πραγματικό ρίσκο δεν είναι ότι αυτή η εμπιστοσύνη θα εξαφανιστεί αύριο.
Είναι ότι η χρηματοδότηση μιας οικονομίας 31 τρισ. δολαρίων εξαρτάται πλέον περισσότερο από ποτέ από το αν το παγκόσμιο στοίχημα στην τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχίσει να αποδίδει.
Πηγή: pagenews.gr
