Η προσωρινή παύση των αμερικανικών και ιρανικών επιθέσεων μπορεί να προσφέρει έναν περιορισμένο χρόνο στη διπλωματία, δεν έχει όμως σταματήσει τον οικονομικό πόλεμο που ασκείται πάνω στην Τεχεράνη.
Οι έμμεσες συνομιλίες ανάμεσα στο Ιράν και στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επαναληφθεί με τη μεσολάβηση του Ομάν, ενώ η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να αφήνει «χώρο» στη διαπραγμάτευση. Παράλληλα, όμως, ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών παραμένει ενεργός, η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ είναι σχεδόν παγωμένη και οι πολεμικές αναταράξεις επεκτείνονται πλέον σε τρεις διαφορετικούς θαλάσσιους διαδρόμους.
Στον Νότο, οι αμερικανικές δυνάμεις εμποδίζουν πλοία να προσεγγίσουν ή να αναχωρήσουν από ιρανικά λιμάνια. Στην Ερυθρά Θάλασσα, οι Χούθι έχουν μεταφέρει την πίεση προς τη Σαουδική Αραβία και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Στον Βορρά, η ουκρανική επίθεση κατά ιρανικού πλοίου άνοιξε τον κίνδυνο στρατιωτικοποίησης της Κασπίας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ιρανική οικονομία πιέζεται ταυτόχρονα από την απώλεια πετρελαϊκών εσόδων, την καταστροφή ενεργειακών υποδομών, τις ελλείψεις καυσίμων, την κατάρρευση του εμπορίου και τη συνεχιζόμενη υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Το πετρέλαιο παραμένει η οικονομική «αρτηρία» της Τεχεράνης
Το υπουργείο Πετρελαίου του Ιράν ανακοίνωσε ότι η χώρα πούλησε αργό πετρέλαιο αξίας 11,5 δισ. δολαρίων κατά τη διάρκεια του πολέμου και επιπλέον 6,5 δισ. δολαρίων κατά την περίοδο εφαρμογής του μνημονίου κατανόησης που είχε υπογραφεί με τις ΗΠΑ τον Ιούνιο.
Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, το άθροισμα αντιστοιχεί περίπου στο 60% του ετήσιου στόχου πετρελαϊκών εσόδωνπου έχει εγγραφεί στον κρατικό προϋπολογισμό. Η Τεχεράνη υποστηρίζει επίσης ότι η άνοδος των διεθνών τιμών προσέφερε πρόσθετη αξία περίπου 3 δισ. δολαρίων στο πρώτο εξάμηνο και ότι περίπου 11 δισ. δολάρια από τις πωλήσεις έχουν ήδη εισρεύσει στα δημόσια ταμεία.
Οι αριθμοί επιτρέπουν στην κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις δεν έχουν μηδενίσει τα έσοδα. Δεν αποτυπώνουν, όμως, πλήρως το κόστος της νέας πολεμικής πραγματικότητας.
Η επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού δημιουργεί τον κίνδυνο τα αποθέματα να συσσωρευτούν ξανά σε δεξαμενές και πλωτές αποθήκες. Εάν οι εξαγωγές παραμείνουν περιορισμένες, η Τεχεράνη θα αναγκαστεί σταδιακά να μειώσει την παραγωγή, επειδή δεν θα διαθέτει αρκετό χώρο για την αποθήκευση του αργού.
Ο κίνδυνος για το νησί Χαργκ
Κεντρικό σημείο της ιρανικής πετρελαϊκής αρχιτεκτονικής είναι το νησί Χαργκ, από το οποίο περνά περίπου το 90% των εξαγωγών αργού της χώρας.
Ένας παρατεταμένος αποκλεισμός θα μπορούσε να δημιουργήσει συμφόρηση στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης και φόρτωσης, αναγκάζοντας τις πετρελαϊκές εταιρείες να περιορίσουν την άντληση.
Η εξέλιξη αυτή δεν πλήττει μόνο τις εξαγωγές. Επηρεάζει ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα:
- μειώνει την παραγωγή πετρελαίου,
- περιορίζει την τροφοδοσία των διυλιστηρίων,
- διαταράσσει τις μονάδες πετροχημικών,
- επιβαρύνει την ηλεκτροπαραγωγή,
- αυξάνει το κόστος μιας μελλοντικής επανεκκίνησης.
Οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις δεν λειτουργούν σαν μια απλή βρύση που κλείνει και ανοίγει χωρίς συνέπειες. Η διακοπή ή η απότομη μείωση παραγωγής μπορεί να προκαλέσει τεχνικές βλάβες, απώλειες πίεσης και σημαντικό κόστος επαναφοράς.
Ο δεύτερος αμερικανικός αποκλεισμός
Η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση ανακοίνωσε ότι ο νέος αποκλεισμός τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουλίου, με στόχο πλοία που κινούνται προς ή από ιρανικά λιμάνια και παράκτιες εγκαταστάσεις.
Η CENTCOM αναφέρει ότι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ανακατευθύνει εμπορικά πλοία και έχουν ακινητοποιήσει όσα δεν συμμορφώθηκαν. Σε μία περίπτωση, αμερικανικό αεροσκάφος έπληξε την καπνοδόχο δεξαμενόπλοιου, ώστε να διακόψει την πορεία του προς το Ιράν.
Κατά τον προηγούμενο αποκλεισμό, που άρχισε στις 13 Απριλίου και διήρκεσε λίγο περισσότερο από δύο μήνες, η CENTCOM δήλωσε ότι ανακατεύθυνε περισσότερα από 140 πλοία, ακινητοποίησε εννέα και επέτρεψε τη διέλευση δεκάδων πλοίων που μετέφεραν ανθρωπιστική βοήθεια.
Η αμερικανική θέση είναι ότι δεν επιδιώκεται το γενικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, αλλά η απομόνωση των ιρανικών λιμανιών. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι πλοία με προορισμό μη ιρανικά λιμάνια μπορούν να συνεχίσουν τη διέλευση.
Στην πράξη, όμως, η στρατιωτικοποίηση της περιοχής αυξάνει τόσο πολύ τον κίνδυνο, ώστε πολλές ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες περιορίζουν τη δραστηριότητά τους ακόμη και όταν δεν υπάρχει επίσημη απαγόρευση.
Η περίπτωση του δεξαμενόπλοιου Charminar
Η αμερικανική πλευρά έδωσε στη δημοσιότητα εικόνες ενόπλων που κατέβηκαν με σχοινιά από ελικόπτερο στο κατάστρωμα του δεξαμενόπλοιου Charminar, το οποίο συνδέεται με το Ιράν και βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι το πλοίο ανήκει σε δίκτυο «σκιώδους στόλου» που συνδέεται με τον Ιρανό επιχειρηματία πετρελαίου Μοχάμαντ Χοσεΐν Σαμχανί και εξυπηρετεί μεταφορές ιρανικού και ρωσικού πετρελαίου.
Η επιχείρηση στέλνει ένα σαφές μήνυμα: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν περιορίζονται πλέον στον οικονομικό έλεγχο, στις κυρώσεις και στην παρακολούθηση τραπεζικών συναλλαγών. Είναι διατεθειμένες να εφαρμόσουν τον αποκλεισμό με φυσική παρουσία, επιβιβάσεις και στρατιωτική βία.
Αυτό αυξάνει δραματικά το ρίσκο ενός λάθους, μιας ανταλλαγής πυρών ή μιας σύγκρουσης με πλοίο τρίτης χώρας.
Η Τεχεράνη δεν υποχωρεί από τον έλεγχο των Στενών
Από την πλευρά του, το Ιράν συνεχίζει να ανακατευθύνει πλοία και να απαιτεί συμμόρφωση με τις οδηγίες που εκδίδουν οι ένοπλες δυνάμεις του.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι δεν θα αποδεχθεί αμερικανικό έλεγχο των θαλάσσιων διαδρόμων που βρίσκονται δίπλα στις ακτές της. Το περιστατικό με το πετρελαιοφόρο που, σύμφωνα με ιρανικές αναφορές, εξερράγη μετά από πρόσκρουση σε θαλάσσια νάρκη, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αβεβαιότητα.
Το περιστατικό δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως από ανεξάρτητες πηγές. Η ύπαρξη, όμως, ναρκών ή έστω η εκτεταμένη αντίληψη ότι υπάρχουν ναρκοθετημένες περιοχές είναι αρκετή για να εκτοξεύσει τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου και να κρατήσει πλοία μακριά από τη ζώνη.
Οι διαπραγματεύσεις δίνουν μόνο προσωρινή ανάσα
Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν περιορίσει τις εκτεταμένες επιδρομές των τελευταίων ημερών, ενώ και το Ιράν έχει σταματήσει προσωρινά τα πλήγματα αντιποίνων.
Ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ Μάικ Γουόλτς δήλωσε ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δίνει στις συνομιλίες «κάποιο χώρο». Παράλληλα, η ιρανική διπλωματία ανέφερε ότι οι συνομιλίες με το Ομάν για την επαναλειτουργία των Στενών έχουν υπάρξει παραγωγικές.
Η παύση των πληγμάτων δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με εκεχειρία ούτε με άρση του αποκλεισμού.
Όσο τα πλοία δεν μπορούν να κινηθούν κανονικά, η οικονομική πίεση συνεχίζεται. Η Τεχεράνη βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε θα προχωρήσει σε συμβιβασμούς που θα επιτρέψουν την αποκατάσταση των εξαγωγών είτε θα αποδεχθεί μια παρατεταμένη οικονομική αιμορραγία.
Το ενεργειακό σύστημα έχει υποστεί βαρύ πλήγμα
Πέρα από τις εξαγωγές πετρελαίου, το Ιράν αντιμετωπίζει εκτεταμένες ζημιές στις ενεργειακές του υποδομές.
Η κυβέρνηση έχει αναφέρει ότι από την προπολεμική ημερήσια παραγωγή περίπου 650 εκατ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, χάθηκαν περίπου 230 εκατ. κυβικά μέτρα εξαιτίας των αμερικανικών και ισραηλινών βομβαρδισμών.
Η απώλεια αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγικής ικανότητας και έχει συνέπειες στην ηλεκτροπαραγωγή, στη βιομηχανία, στα πετροχημικά και στην οικιακή κατανάλωση.
Η διοίκηση της ειδικής ενεργειακής ζώνης Παρς υποστηρίζει ότι πάνω από 100 εκατ. κυβικά μέτρα ημερήσιας παραγωγής θα μπορούσαν να αποκατασταθούν μέσα στους επόμενους μήνες. Ακόμη και σε αυτό το αισιόδοξο σενάριο, όμως, μεγάλο μέρος της προπολεμικής δυναμικότητας θα παραμείνει εκτός λειτουργίας.
Το παράδοξο μιας πετρελαιοπαραγωγού χώρας χωρίς αρκετή βενζίνη
Παρά τα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων, το Ιράν αντιμετωπίζει ημερήσιο έλλειμμα βενζίνης άνω των 20 εκατ. λίτρων.
Το έλλειμμα καλύπτεται με έναν συνδυασμό:
- περιορισμένων εισαγωγών,
- ανάμειξης διαφορετικών καυσίμων,
- χρήσης στρατηγικών αποθεμάτων,
- περιορισμών στην κατανάλωση,
- εκκλήσεων προς τους πολίτες να μειώσουν τις μετακινήσεις.
Το υπουργείο Πετρελαίου έχει προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να επιβληθούν αυστηρότερα μηνιαία όρια κατανάλωσης εάν το ισοζύγιο δεν βελτιωθεί.
Η κατάσταση φανερώνει ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της ιρανικής οικονομίας: η χώρα παράγει τεράστιες ποσότητες αργού, αλλά δεν διαθέτει επαρκή και σύγχρονη διυλιστική υποδομή για να καλύψει με σταθερότητα τις ανάγκες της σε τελικά προϊόντα.
Η αύξηση της βενζίνης ως πολιτική «βόμβα»
Η κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά τον διπλασιασμό της τιμής της τρίτης βαθμίδας κατανάλωσης βενζίνης, δηλαδή της ποσότητας που αγοράζεται πέρα από τις βασικές επιδοτούμενες ποσοστώσεις.
Οικονομικά, μια αύξηση θα μπορούσε να περιορίσει την κατανάλωση, να μειώσει το δημοσιονομικό κόστος των επιδοτήσεων και να περιορίσει τις εισαγωγές.
Πολιτικά, όμως, πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνη απόφαση.
Μία προηγούμενη αιφνιδιαστική αύξηση της τιμής των καυσίμων, τον Νοέμβριο του 2019, είχε προκαλέσει μαζικές και αιματηρές διαδηλώσεις. Νέα αύξηση εφαρμόστηκε και τον Δεκέμβριο, λίγο πριν από ένα νέο κύμα κοινωνικών κινητοποιήσεων και σκληρής κρατικής καταστολής.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η βενζίνη δεν είναι απλώς ένα οικονομικό προϊόν. Στη συνείδηση πολλών Ιρανών αποτελεί ένα από τα ελάχιστα απτά ανταλλάγματα που προσφέρει ένα ενεργειακά πλούσιο κράτος στους πολίτες του.
Διακοπές ρεύματος, νερού και επικοινωνιών
Η Τεχεράνη και άλλες μεγάλες πόλεις αντιμετωπίζουν κυλιόμενες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι διακοπές δεν επηρεάζουν μόνο τα νοικοκυριά. Προκαλούν προβλήματα:
- στην υδροδότηση,
- στις τηλεπικοινωνίες,
- στα νοσοκομεία,
- στα καταστήματα,
- στις μικρές βιοτεχνίες,
- στη βιομηχανική παραγωγή.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει αναγνωρίσει εδώ και καιρό το ενεργειακό έλλειμμα ως μία από τις θεμελιώδεις αδυναμίες της χώρας, ζητώντας καλύτερη διαχείριση και περιορισμό της κατανάλωσης.
Σύμφωνα με τις τελευταίες κυβερνητικές οδηγίες, οι βιομηχανίες δεν θα πρέπει να αποσυνδέονται από το δίκτυο μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, ώστε να προστατευθεί η απασχόληση.
Η απόφαση μεταφέρει όμως μεγαλύτερο μέρος του κόστους στα νοικοκυριά και στις μικρότερες επιχειρήσεις, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια.
Η οικονομία είχε προβλήματα και πριν από τον πόλεμο
Ο πόλεμος επιδείνωσε μια οικονομία που ήδη αντιμετώπιζε:
- χρόνια υψηλό πληθωρισμό,
- διολίσθηση του ριάλ,
- διαφθορά,
- χαμηλές επενδύσεις,
- ανεπαρκείς υποδομές,
- τραπεζική απομόνωση,
- φυγή εξειδικευμένου προσωπικού,
- χαμηλή παραγωγικότητα.
Οι κυρώσεις έχουν σαφώς περιορίσει την πρόσβαση της χώρας σε διεθνή κεφάλαια και τεχνολογία. Δεν είναι, όμως, η μοναδική αιτία της κρίσης.
Η κακοδιοίκηση, οι στρεβλές επιδοτήσεις, η υπερβολική κατανάλωση ενέργειας και η οικονομική ισχύς κρατικών και παρακρατικών δικτύων έχουν δημιουργήσει μια οικονομία που δυσκολεύεται να μετατρέψει τον φυσικό της πλούτο σε βιώσιμη ανάπτυξη.
Η φτώχεια διευρύνεται
Μελέτη ινστιτούτου που συνδέεται με το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα του Ιράν εκτιμούσε ότι λίγο περισσότερο από το 30% του πληθυσμού ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας πριν από πέντε χρόνια.
Η ίδια μελέτη προέβλεπε ότι το ποσοστό θα μπορούσε να φτάσει περίπου στο 45% μέσα στο 2026, πριν ακόμη αποτιμηθούν πλήρως οι συνέπειες του πολέμου, του αποκλεισμού και της καταστροφής υποδομών.
Η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης είναι ίσως ο μεγαλύτερος εσωτερικός κίνδυνος για την κυβέρνηση.
Οι πολίτες δεν βιώνουν την κρίση μέσα από τους μακροοικονομικούς δείκτες αλλά μέσα από:
- την τιμή του ψωμιού,
- το κόστος ενοικίου,
- την έλλειψη φαρμάκων,
- τις διακοπές ρεύματος,
- τη βενζίνη,
- την αδυναμία αποταμίευσης.
Το πλήγμα στις σχέσεις με την Κίνα
Η Κίνα είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος του Ιράν και ο βασικός αγοραστής του πετρελαίου που η χώρα καταφέρνει να εξάγει παρά τις κυρώσεις.
Το σχεδόν κλειστό Ορμούζ έχει αναγκάσει το Πεκίνο να μειώσει τις συνολικές εισαγωγές αργού και να προσαρμόσει τα δρομολόγια και τις προμήθειές του.
Η κρίση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Σύμφωνα με κινεζικά τελωνειακά στοιχεία που επικαλείται η σχετική ανάλυση, το μη πετρελαϊκό εμπόριο Ιράν–Κίνας μειώθηκε κατά περίπου 75% τον Μάρτιο και τον Ιούνιο σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του προηγούμενου έτους. Οι κινεζικές τελωνειακές αρχές δημοσιεύουν τα στοιχεία εμπορίου ανά χώρα και περίοδο, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη αναστάτωση στις εμπορικές ροές του πρώτου εξαμήνου.
Η εξέλιξη είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για την Τεχεράνη. Αν ακόμη και η Κίνα περιορίσει τις εισαγωγές ή απαιτήσει μεγαλύτερες εκπτώσεις, το Ιράν θα έχει ελάχιστες εναλλακτικές αγορές.
Τα δύο μπλακάουτ στο διαδίκτυο
Η οικονομία επιβαρύνθηκε επιπλέον από δύο σχεδόν καθολικές διακοπές πρόσβασης στο διαδίκτυο: μία κατά τη διάρκεια των κοινωνικών αναταραχών του Ιανουαρίου και μία μετά την έναρξη του πολέμου.
Οι αρχές χρησιμοποιούν τα μπλακάουτ ως εργαλείο ασφαλείας, για να περιορίσουν την επικοινωνία διαδηλωτών, τη διαρροή πληροφοριών και την πρόσβαση σε ξένα μέσα.
Το οικονομικό κόστος, όμως, είναι τεράστιο.
Οι διακοπές πλήττουν:
- το ηλεκτρονικό εμπόριο,
- τις τραπεζικές συναλλαγές,
- τις εξαγωγικές επιχειρήσεις,
- τις εταιρείες τεχνολογίας,
- τους ελεύθερους επαγγελματίες,
- την εφοδιαστική αλυσίδα.
Έτσι, ένα μέτρο που λαμβάνεται για τη διατήρηση του πολιτικού ελέγχου επιδεινώνει τις οικονομικές συνθήκες που τροφοδοτούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Το μέτωπο επεκτείνεται στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στον Περσικό Κόλπο.
Οι Χούθι της Υεμένης έχουν ανακοινώσει αποκλεισμό κατά της Σαουδικής Αραβίας, αναγκάζοντας πλοία να αλλάξουν πορεία και πραγματοποιώντας επιθέσεις κοντά στο στενό του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και σε σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Η Σαουδική Αραβία απάντησε με ευρείας κλίμακας αεροπορικούς βομβαρδισμούς στην Υεμένη.
Παρά το γεγονός ότι αρκετά εμπορικά πλοία συνεχίζουν να διέρχονται, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου έχουν αυξηθεί.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και φορτία που δεν δέχονται επίθεση γίνονται ακριβότερα, επειδή αυξάνεται το κόστος ασφάλισης, ναύλωσης, πληρωμάτων και καθυστερήσεων.
Από τον Ορμούζ στην Κασπία
Η ουκρανική επίθεση κατά ιρανικού πλοίου στην Κασπία δημιούργησε έναν ακόμη κίνδυνο.
Η Ουκρανία υποστηρίζει ότι το πλοίο μετέφερε στρατιωτικό φορτίο που συνδεόταν με τη συνεργασία Ιράν–Ρωσίας. Η Τεχεράνη αναφέρει ότι επρόκειτο για εμπορικό πλοίο που μετέφερε σίδηρο από το ρωσικό λιμάνι του Αστραχάν προς το Μπαντάρ Ανζαλί.
Ένας ναυτικός σκοτώθηκε και άλλοι τραυματίστηκαν, σύμφωνα με τις ιρανικές αρχές, οι οποίες κάλεσαν τον Ουκρανό επιτετραμμένο και προειδοποίησαν ότι η ενέργεια δεν θα μείνει αναπάντητη.
Η Κασπία θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα σχετικά προστατευμένος εμπορικός διάδρομος. Η μετατροπή της σε επιχειρησιακό πεδίο απειλεί τις εισαγωγές του Ιράν από τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν και το Αζερμπαϊτζάν.
Οι κρίσιμες εισαγωγές από τον Βορρά
Μέσω της Κασπίας, το Ιράν εισάγει βασικά αγαθά όπως:
- σιτάρι και δημητριακά,
- καλαμπόκι,
- κριθάρι,
- ζωοτροφές,
- ξυλεία,
- λιπάσματα.
Πρόκειται για προϊόντα άμεσα συνδεδεμένα με τη διατροφική ασφάλεια και την αγροτική παραγωγή.
Η διατάραξη των συγκεκριμένων ροών μπορεί να προκαλέσει αύξηση στις τιμές των τροφίμων σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά έχουν ήδη εξαντλήσει μεγάλο μέρος των οικονομικών τους αντοχών.
Οι εξαγωγές του Ιράν προς τον Βορρά περιλαμβάνουν δομικά υλικά, χάλυβα, αγροτικά προϊόντα και επεξεργασμένα πετροχημικά. Επομένως, η αστάθεια πλήττει τόσο τις εισαγωγές όσο και την παραγωγική δραστηριότητα.
Δύο πόλεμοι, ένα οικονομικό μέτωπο
Η επίθεση στην Κασπία ενισχύει την άποψη ότι τα μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Ουκρανίας συγχωνεύονται.
Η Ρωσία εξαρτάται από ιρανικά δίκτυα μεταφοράς, όπλα και τεχνολογία. Το Ιράν εξαρτάται από τη Ρωσία για εμπορική πρόσβαση, στρατιωτική συνεργασία και πολιτική υποστήριξη.
Η Ουκρανία, επομένως, θεωρεί ότι το πλήγμα στις ιρανικές γραμμές μεταφοράς αποτελεί μέρος της προσπάθειας αποδυνάμωσης της ρωσικής πολεμικής μηχανής.
Για την Τεχεράνη, όμως, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλέον ασφαλές γεωγραφικό καταφύγιο. Η πίεση ασκείται στον Περσικό Κόλπο, στην Ερυθρά Θάλασσα και τώρα στην Κασπία.
Η στροφή προς Ρωσία και Κίνα
Σκληροπυρηνικοί αναλυτές στο Ιράν υποστηρίζουν ότι η μόνη απάντηση είναι η ακόμη στενότερη στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η λογική τους είναι ότι οι δύο χώρες έχουν κοινό συμφέρον να περιορίσουν τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ελέγχουν θαλάσσιες μεταφορές, χρηματοπιστωτικά συστήματα και ενεργειακές ροές.
Η επιλογή, όμως, ενέχει κινδύνους.
Η Κίνα και η Ρωσία μπορούν να προσφέρουν αγορές, τεχνολογία και πολιτική κάλυψη, αλλά συνήθως διαπραγματεύονται από θέση ισχύος. Ένα οικονομικά αποκλεισμένο Ιράν μπορεί να αναγκαστεί να πουλά πετρέλαιο με μεγάλες εκπτώσεις, να αποδέχεται δυσμενείς όρους και να αυξάνει τη στρατηγική του εξάρτηση.
Τα τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα
Η ιρανική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε τρεις βασικές διαδρομές.
1. Συμφωνία και σταδιακή αποκλιμάκωση
Σε περίπτωση που οι συνομιλίες μέσω Ομάν καταλήξουν σε συμφωνία, θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν σταδιακά τα Στενά, να αρθεί ο αποκλεισμός και να απελευθερωθούν οι αποθηκευμένες ποσότητες πετρελαίου.
Αυτό θα έδινε άμεση ανάσα στα κρατικά έσοδα, στην παραγωγή και στην αγορά συναλλάγματος.
Δεν θα έλυνε, όμως, τα βαθύτερα προβλήματα της ιρανικής οικονομίας.
2. Παρατεταμένη ένοπλη αναμονή
Το πιθανότερο ενδιάμεσο σενάριο είναι η διατήρηση μιας κατάστασης ούτε πολέμου ούτε ειρήνης.
Οι επιθέσεις θα περιορίζονται, αλλά ο αποκλεισμός, τα υψηλά ασφάλιστρα και οι κυρώσεις θα παραμένουν. Το κράτος θα συνεχίσει να έχει έσοδα από λαθραίες ή έμμεσες εξαγωγές, αλλά όχι αρκετά για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες.
Σε αυτό το σενάριο, η οικονομική και κοινωνική φθορά θα είναι αργή αλλά συνεχής.
3. Νέα γενικευμένη κλιμάκωση
Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν και επαναληφθούν οι μεγάλης κλίμακας επιθέσεις, το Ιράν κινδυνεύει με:
- βαθύτερη καταστροφή ενεργειακών υποδομών,
- πλήρη απώλεια πετρελαϊκών εξαγωγών,
- περαιτέρω πτώση του ριάλ,
- ελλείψεις τροφίμων και καυσίμων,
- κλείσιμο βιομηχανιών,
- νέο κύμα κοινωνικών εξεγέρσεων.
Το οικονομικό αδιέξοδο γίνεται πολιτική απειλή
Η μεγαλύτερη απειλή για την ιρανική ηγεσία μπορεί τελικά να μην βρίσκεται στα αμερικανικά πολεμικά πλοία ή στα ισραηλινά αεροσκάφη.
Βρίσκεται στην καθημερινότητα των πολιτών.
Όσο αυξάνονται οι τιμές, μειώνεται η ηλεκτροδότηση, περιορίζεται η βενζίνη και εξαφανίζονται οι θέσεις εργασίας, το κράτος δυσκολεύεται να διατηρήσει την κοινωνική ανοχή.
Η κυβέρνηση καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα:
- την άμυνα,
- την επισκευή των υποδομών,
- τις επιδοτήσεις ενέργειας,
- τις εισαγωγές τροφίμων,
- τους μισθούς,
- τις συντάξεις,
- τη στήριξη του νομίσματος.
Οι πόροι, όμως, μειώνονται την ώρα που οι ανάγκες εκτοξεύονται.
Η οικονομία θα κρίνει τη διάρκεια του πολέμου
Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει κυρώσεις, απομόνωση και στρατιωτική πίεση για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η σημερινή κρίση είναι διαφορετική επειδή συνδυάζει όλα τα προβλήματα ταυτόχρονα: πόλεμο, αποκλεισμό, κατεστραμμένες ενεργειακές υποδομές, εσωτερική έλλειψη καυσίμων και διαταραχή των εμπορικών οδών τόσο στον Νότο όσο και στον Βορρά.
Η Τεχεράνη μπορεί να συνεχίσει να πολεμά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο χωρίς να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη στο εσωτερικό της.
Η διπλωματία του Ομάν ίσως προσφέρει μια προσωρινή έξοδο. Εάν όμως ο αποκλεισμός διατηρηθεί και οι θαλάσσιες συγκρούσεις συνεχίσουν να εξαπλώνονται, η ιρανική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη όχι απλώς με ύφεση αλλά με μια βαθιά κρίση αντοχής του ίδιου του πολιτικού συστήματος.
Πηγή: pagenews.gr
