Οικονομία

Στουρνάρας: «Φοβόμασταν ακόμη και αιματοχυσία» το 2015 – Γιατί λέει «όχι» σε γενική μείωση ΦΠΑ

Στουρνάρας: «Φοβόμασταν ακόμη και αιματοχυσία» το 2015 – Γιατί λέει «όχι» σε γενική μείωση ΦΠΑ

Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Στουρνάρας: «Φοβόμασταν ακόμη και αιματοχυσία» το 2015 – Γιατί λέει «όχι» σε γενική μείωση ΦΠΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος επιστρέφει στις δραματικές ημέρες των capital controls και προειδοποιεί ότι μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ κοστίζει ακριβά, δεν περνά πλήρως στις τιμές και μπορεί τελικά να ευνοήσει περισσότερο όσους καταναλώνουν περισσότερο. Η δική του συνταγή: στοχευμένη στήριξη, περισσότερος ανταγωνισμός και φορολογικές ελαφρύνσεις στην εργασία.

Ο Γιάννης Στουρνάρας ανοίγει ξανά ένα από τα πιο φορτισμένα κεφάλαια της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της χώρας και ταυτόχρονα τοποθετείται καθαρά στη σημερινή συζήτηση για την ακρίβεια και τον ΦΠΑ.

Σε συνέντευξή του στο «Μανιφέστο», ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος περιγράφει τις ημέρες πριν από τα capital controls ως την πιο δύσκολη περίοδο της διαδρομής του.

«Το Σαββατοκύριακο που αποφασίστηκε ότι οι τράπεζες δεν μπορούσαν να ανοίξουν τη Δευτέρα παραμένει χαραγμένο στη μνήμη μου. Βλέπαμε την αγωνία των πολιτών, τις ουρές στα ΑΤΜ και τον φόβο να εξαπλώνεται. Να το πω ωμά: φοβόμασταν ακόμη και αιματοχυσία».

Η φράση συμπυκνώνει το κλίμα του Ιουνίου και του Ιουλίου του 2015, όταν οι τράπεζες έκλεισαν, επιβλήθηκαν capital controls και η χώρα βρέθηκε, όπως λέει ο ίδιος, πιο κοντά από ποτέ στο χείλος του γκρεμού.

«Η χώρα έφθασε πιο κοντά από ποτέ στο χείλος του γκρεμού»

Ο Στουρνάρας επιλέγει ως πιο δύσκολη και «μοναχική» στιγμή της πορείας του τις ημέρες από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος έως τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015.

«Οι τράπεζες είχαν κλείσει, είχαν επιβληθεί περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και ο κίνδυνος μιας ανεξέλεγκτης εξέλιξης δεν ήταν πλέον θεωρητικός. Ήταν άμεσος και πραγματικός».

Για τον ίδιο, η περίοδος εκείνη είχε και προσωπικό βάρος.

Είχε συμμετάσχει από το 1994 έως το 2000 στην προετοιμασία και στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ως διοικητής της ΤτΕ, κλήθηκε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο ανατροπής ολόκληρης αυτής της πορείας.

Η κριτική του προς τη διαχείριση εκείνης της περιόδου είναι σαφής.

«Ο κίνδυνος αυτός δεν προέκυψε ως αναπόφευκτη συνέπεια κάποιου εξωτερικού γεγονότος. Επιδεινώθηκε από την ανεπαρκή πολιτική διαχείριση, από μια διαπραγμάτευση χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών».

Όπως σημειώνει, όσο η διαπραγμάτευση παρατεινόταν, η οικονομία έχανε ρευστότητα και η εμπιστοσύνη που είχε αποκατασταθεί τα προηγούμενα χρόνια εξαφανιζόταν.

Η «μοναξιά της ευθύνης»

Ο διοικητής της ΤτΕ περιγράφει και το θεσμικό δίλημμα που βίωνε εκείνη την περίοδο.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, λέει, όφειλε να προειδοποιεί για τις συνέπειες μιας αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις, παρά το εξαιρετικά πολωμένο πολιτικό περιβάλλον.

«Έπρεπε να επιμένω ότι η Ελλάδα όφειλε να παραμείνει στο ευρώ, όταν γύρω μας υπήρχαν φωνές που αντιμετώπιζαν τη ρήξη σχεδόν ως μια εύκολη ή ανώδυνη επιλογή».

Και προσθέτει:

«Είχα εργαστεί για να μπει η χώρα στον πυρήνα της Ευρώπης· δεν μπορούσα να παρακολουθήσω αμέτοχος μια πορεία που θα οδηγούσε σε ρήξη με την Ευρώπη και θα ήταν καταστροφική για τη χώρα».

Από το 2015 στο σήμερα: Το νέο μέτωπο είναι η ακρίβεια

Έντεκα χρόνια μετά, το οικονομικό πρόβλημα έχει αλλάξει μορφή.

Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επενδύσεις αυξάνονται και η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί.

Παράλληλα όμως, τα νοικοκυριά συνεχίζουν να πιέζονται από τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση.

Ο Στουρνάρας αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση.

Μεταξύ 2020 και 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε περίπου 80% σε πραγματικούς όρους και το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ από 12,3% σε 16,9%.

Την ίδια στιγμή, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών το 2025 ήταν περίπου 9% υψηλότερο από το 2022.

Αλλά, όπως επισημαίνει, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα νοικοκυριά ωφελήθηκαν το ίδιο.

Οι σωρευτικές αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, ενέργειας και στέγασης εξακολουθούν να χτυπούν περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα.

Η μεγάλη διαφωνία: Γιατί απορρίπτει τη γενικευμένη μείωση ΦΠΑ

Εδώ ο διοικητής της ΤτΕ παίρνει σαφή θέση.

«Μια γενικευμένη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ αποτελεί οριζόντιο και ανεπαρκώς στοχευμένο μέτρο».

Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι μία καθολική μείωση ωφελεί όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως εισοδήματος και, σε απόλυτους όρους, περισσότερο όσους καταναλώνουν περισσότερο.

Εάν ο στόχος είναι να στηριχθούν τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, θεωρεί αποτελεσματικότερα τα στοχευμένα εισοδηματικά μέτρα.

Η διαφορά είναι κρίσιμη:

με τον ίδιο δημοσιονομικό χώρο, το κράτος μπορεί είτε να μειώσει οριζόντια έναν φόρο για όλους είτε να συγκεντρώσει τη στήριξη σε όσους πιέζονται περισσότερο.

Ο Στουρνάρας επιλέγει καθαρά τη δεύτερη λύση.

Το «τουριστικό» πρόβλημα του ΦΠΑ

Υπάρχει όμως και μία ιδιαίτερη ελληνική διάσταση.

Σημαντικό μέρος των εσόδων ΦΠΑ προέρχεται από την κατανάλωση ξένων επισκεπτών.

Μία οριζόντια μείωση θα μείωνε επομένως και τα φορολογικά έσοδα που προέρχονται από τον τουρισμό.

Και εφόσον η μείωση περνούσε στις τελικές τιμές, θα ωφελούσε και μη κατοίκους.

Η λογική του Στουρνάρα είναι ότι το Δημόσιο θα αναλάμβανε δημοσιονομικό κόστος για μια παρέμβαση της οποίας μέρος του οφέλους θα κατευθυνόταν σε επισκέπτες από το εξωτερικό, αντί να αξιοποιήσει τους ίδιους πόρους για στοχευμένη στήριξη των ελληνικών νοικοκυριών.

Μείωση ΦΠΑ δεν σημαίνει αυτόματα φθηνότερο ράφι

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό οικονομικό επιχείρημα.

Η ΤτΕ αμφισβητεί την υπόθεση ότι μία μείωση ΦΠΑ περνά αυτομάτως και ολόκληρη στις τελικές τιμές.

Σύμφωνα με τον Στουρνάρα, η μετακύλιση εξαρτάται από τον ανταγωνισμό στην αγορά και συχνά είναι ασύμμετρη.

Οι επιχειρήσεις μεταφέρουν ευκολότερα μια αύξηση φόρου στην τιμή από ό,τι μία μείωση.

Μέρος επομένως μιας φορολογικής ελάφρυνσης μπορεί να καταλήξει σε υψηλότερο περιθώριο κέρδους αντί σε χαμηλότερη τιμή για τον καταναλωτή.

Πρόσφατη μελέτη της ΤτΕ, όπως αναφέρει, εκτιμά ότι η βραχυχρόνια μετακύλιση μιας προσωρινής μείωσης ΦΠΑ στις τιμές βρίσκεται μόλις μεταξύ 19% και 25%.

Αυτό αλλάζει σημαντικά τη συζήτηση.

Για κάθε ένα ευρώ δημοσιονομικού κόστους, μόνο ένα μέρος ενδέχεται να φτάσει τελικά στον καταναλωτή μέσω χαμηλότερης τιμής.

Ολιγοπώλια και ανταγωνισμός

Ο Στουρνάρας συνδέει ευθέως την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας παρέμβασης με το επίπεδο ανταγωνισμού.

Δεν αποδίδει τη διαφορά του ελληνικού πληθωρισμού από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης αποκλειστικά σε ολιγοπωλιακές πρακτικές.

Επισημαίνει όμως ότι σε επιμέρους αγορές εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα συγκέντρωσης και περιορισμένου ανταγωνισμού.

Και προτείνει:

  • ισχυρότερη εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού,
  • άρση διοικητικών και κανονιστικών εμποδίων,
  • μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές,
  • ευκολότερη αλλαγή προμηθευτή,
  • μεγαλύτερη πρόσβαση νέων και μικρότερων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση.

Το μήνυμα είναι σαφές:

η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μόνο από τη φορολογία.

Αν η αγορά δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά, ακόμα και μια φορολογική ελάφρυνση μπορεί να μην καταλήξει πλήρως στην τσέπη του πολίτη.

«Προτεραιότητα στην εργασία, όχι στην κατανάλωση»

Ο Στουρνάρας προτείνει και διαφορετική κατεύθυνση για τις επόμενες φορολογικές ελαφρύνσεις.

Θεωρεί προτιμότερο να δοθεί προτεραιότητα στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας, στις παραγωγικές επενδύσεις και στην ανταγωνιστικότητα.

Ο λόγος είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ μέρος της πρόσθετης ζήτησης κατευθύνεται σε εισαγόμενα προϊόντα.

Έτσι, μια γενικευμένη ενίσχυση της κατανάλωσης μπορεί να επιδεινώσει και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Η δική του συνταγή είναι πιο παραγωγική:

περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερη παραγωγικότητα, υψηλότεροι μισθοί και ισχυρότερη εγχώρια παραγωγή.

Τράπεζες: Γιατί παραμένει μεγάλη η ψαλίδα επιτοκίων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παρέμβαση του διοικητή για τις τράπεζες.

Αναγνωρίζει ότι το επιτοκιακό περιθώριο μεταξύ νέων καταθέσεων και δανείων στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Εξηγεί ότι αυτό συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την υψηλή ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών.

Οι τράπεζες δεν χρειάζεται να προσφέρουν πολύ υψηλά επιτόκια καταθέσεων για να προσελκύσουν χρήματα, επειδή ήδη διαθέτουν σημαντική ρευστότητα.

Ταυτόχρονα, η μεγάλη παρουσία πολύ μικρών επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία αυξάνει το κόστος αξιολόγησης και παρακολούθησης των δανείων.

Η ΤτΕ, όπως ξεκαθαρίζει, δεν μπορεί να καθορίζει τα επιτόκια.

Μπορεί όμως να ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Και γι’ αυτό ο Στουρνάρας επαναφέρει τη σημασία ενός «πέμπτου πόλου» στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ώστε να ασκηθούν μεγαλύτερες ανταγωνιστικές πιέσεις στις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

ΕΚΤ: «Τα επιτόκια δεν μπορούν να αποκαταστήσουν την προσφορά»

Η τοποθέτηση του Στουρνάρα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και λόγω της σημερινής ενεργειακής κρίσης.

Ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, αναγνωρίζει ότι η νομισματική πολιτική έχει περιορισμένες δυνατότητες όταν ο πληθωρισμός προέρχεται από την προσφορά.

«Η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να αποκαταστήσει τις ελλείψεις στην προσφορά».

Ωστόσο, προσθέτει ότι εάν οι πληθωριστικές πιέσεις απειλούν να περάσουν σε μισθούς, υπηρεσίες και προσδοκίες, η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής καθίσταται αναγκαία.

Η ΕΚΤ, σημειώνει, επιχειρεί με τις αυξήσεις του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου να εμποδίσει τον πληθωρισμό να παγιωθεί, χωρίς να επιβαρύνει περισσότερο από όσο χρειάζεται την οικονομική δραστηριότητα.

Η «συνταγή» Στουρνάρα

Πίσω από όλες τις επιμέρους παρεμβάσεις υπάρχει μία συνεκτική οικονομική γραμμή.

Όχι γενικευμένες παροχές.

Όχι μόνιμες μειώσεις εσόδων χωρίς κάλυψη.

Όχι επιστροφή σε ένα αναπτυξιακό μοντέλο που βασίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση.

Αλλά:

παραγωγικότητα,

επενδύσεις,

ανταγωνισμός,

δημοσιονομική σταθερότητα,

και στοχευμένη στήριξη εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη.

Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «Ευρωπαίος, προοδευτικός μεταρρυθμιστής» και απορρίπτει την ιδέα ότι δημοσιονομική υπευθυνότητα και κοινωνική πολιτική βρίσκονται σε σύγκρουση.

«Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή», τονίζει.

Έντεκα χρόνια μετά το 2015, το μήνυμά του είναι ίσως πιο πολιτικό από όσο ακούγεται:

η Ελλάδα έχει πλέον πολύ περισσότερα περιθώρια από τότε.

Αλλά ακριβώς επειδή έχει περισσότερα περιθώρια, το ερώτημα είναι πού θα τα χρησιμοποιήσει — και όχι απλώς πόσα θα ξοδέψει.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο