Μάτα Χάρι

Το «κρυφό αγκάθι» στο σχέδιο Τσίπρα: Αποκέντρωση χωρίς καθαρή απάντηση για την απλή αναλογική

Το «κρυφό αγκάθι» στο σχέδιο Τσίπρα: Αποκέντρωση χωρίς καθαρή απάντηση για την απλή αναλογική
Το σχέδιο «Αριστοτέλης» υπόσχεται περισσότερη εξουσία στους δήμους, συμμετοχικούς θεσμούς και επιστροφή της πολιτικής στις τοπικές κοινωνίες. Αφήνει, όμως, ανοιχτό το πιο κρίσιμο ερώτημα: θα αποτυπώνεται πραγματικά η ψήφος των πολιτών στη σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων ή η «κυβερνησιμότητα» θα λειτουργήσει ξανά ως άλλοθι για ενισχυμένες πλειοψηφίες;

Μια φιλόδοξη πρόταση με μία κρίσιμη πολιτική ασάφεια

Το σχέδιο «Αριστοτέλης» που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επαναφέρει την Τοπική Αυτοδιοίκηση στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης, προτείνοντας ένα νέο μοντέλο αποκέντρωσης, ενίσχυσης των κοινοτήτων, μεταφοράς αρμοδιοτήτων και πόρων, συμμετοχικών προϋπολογισμών και τοπικών δημοψηφισμάτων.

Ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. περιέγραψε την πρόταση ως μια νέα διοικητική αρχιτεκτονική «από κάτω προς τα πάνω», με ισχυρότερους δήμους, κατάργηση των αποκεντρωμένων διοικήσεων, ανασύσταση δήμων που συγχωνεύθηκαν και νέο πλαίσιο μητροπολιτικής συνεργασίας.

Ωστόσο, πίσω από τη θεσμική φιλοδοξία του σχεδίου παραμένει μια πολιτικά κρίσιμη ασάφεια: η απλή αναλογική δεν παρουσιάζεται ως δεσμευτική επιλογή, αλλά ως ένα ζήτημα που «αξίζει να συζητηθεί», υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίζεται βιώσιμη διοίκηση.

Και ακριβώς εκεί αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.

Η απλή αναλογική δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια

Το εκλογικό σύστημα στην Αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί μια ουδέτερη τεχνική ρύθμιση. Καθορίζει ποιος κυβερνά, ποιος ελέγχει, ποιος έχει φωνή και αν το δημοτικό συμβούλιο θα λειτουργεί ως αντιπροσωπευτικό πολιτικό σώμα ή ως μηχανισμός επικύρωσης των επιλογών του δημάρχου.

Δεν μπορεί κανείς να υπόσχεται συμμετοχικούς προϋπολογισμούς, τοπικά δημοψηφίσματα και ενίσχυση της λαϊκής συμμετοχής, αλλά να αφήνει ανοιχτό το εάν η ψήφος των πολιτών θα μετατρέπεται αναλογικά σε έδρες.

Διότι η δημοκρατική συμμετοχή δεν αρχίζει μετά τις εκλογές. Αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται τα όργανα που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Η πιο ουσιαστική μορφή συμμετοχής δεν είναι να καλείται περιοδικά ο πολίτης να εκφράζει γνώμη. Είναι να γνωρίζει ότι η ψήφος του δεν αλλοιώνεται από μπόνους εδρών και τεχνητές πλειοψηφίες.

Ο «Κλεισθένης» και το εργαστήριο των συνεργασιών

Με τον νόμο 4555/2018, τον λεγόμενο «Κλεισθένη Ι», θεσπίστηκε η αναλογική κατανομή των εδρών στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια. Ο νόμος είχε ως διακηρυγμένο στόχο την εμβάθυνση της δημοκρατίας, την ενίσχυση της συμμετοχής και τη μεταρρύθμιση της λειτουργίας των ΟΤΑ.

Η εφαρμογή του αποκάλυψε δυσκολίες, αλλά ανέδειξε και μια διαφορετική κουλτούρα διοίκησης: ο εκλεγμένος δήμαρχος δεν διέθετε αυτομάτως ανεξέλεγκτη πλειοψηφία και ήταν υποχρεωμένος να αναζητά συνεργασίες, να διαπραγματεύεται και να πείθει.

Για τους επικριτές του συστήματος, αυτό οδήγησε σε καθυστερήσεις και αδυναμία λήψης αποφάσεων. Για τους υποστηρικτές του, όμως, δεν επρόκειτο για ακυβερνησία αλλά για δημοκρατικό έλεγχο.

Η διαφορά είναι βαθιά πολιτική: άλλο πράγμα η αποτελεσματικότητα μιας μονοπαραταξιακής εξουσίας και άλλο η λειτουργία ενός αντιπροσωπευτικού συλλογικού οργάνου.

Σε αρκετούς δήμους οι συνεργασίες αποδείχθηκαν δυνατές. Παρατάξεις διαφορετικής προέλευσης συνέθεσαν πλειοψηφίες, τροποποίησαν αποφάσεις και υποχρέωσαν τις δημοτικές αρχές να λογοδοτούν. Σε άλλους δήμους, πράγματι, το σύστημα δημιούργησε συγκρούσεις και δυσλειτουργίες.

Όμως η ύπαρξη προβλημάτων δεν ακυρώνει την αρχή της αναλογικότητας. Επιβάλλει θεσμικές διορθώσεις, όχι επιστροφή στη λογική ότι ο πρώτος πρέπει να ελέγχει σχεδόν τα πάντα.

Η «κυβερνησιμότητα» ως πολιτικός κωδικός

Η Νέα Δημοκρατία αμφισβήτησε από την αρχή το μοντέλο του «Κλεισθένη», υποστηρίζοντας ότι οι δήμοι χρειάζονται σταθερές πλειοψηφίες για να διοικηθούν.

Στο όνομα της κυβερνησιμότητας μεταφέρθηκαν κρίσιμες αρμοδιότητες από τα δημοτικά συμβούλια στην Οικονομική Επιτροπή και σε άλλα όργανα, στα οποία διαμορφώθηκαν ενισχυμένες πλειοψηφίες υπέρ της παράταξης του δημάρχου.

Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή αποδυνάμωση της αναλογικής σύνθεσης των συμβουλίων. Η ψήφος παρέμενε αναλογική στα χαρτιά, αλλά η ουσιαστική εξουσία μεταφερόταν σε όργανα με διαφορετική σύνθεση.

Αυτό το μοντέλο βασίστηκε σε μια συγκεκριμένη αντίληψη: ότι η ισχυρή εκτελεστική διοίκηση πρέπει να προηγείται της αντιπροσωπευτικότητας.

Όταν, όμως, το σχέδιο «Αριστοτέλης» συνδέει και πάλι την απλή αναλογική με την προϋπόθεση της «βιώσιμης και πραγματικής διοίκησης», κινδυνεύει να υιοθετήσει, έστω με ηπιότερη φρασεολογία, την ίδια αφετηρία.

Δηλαδή ότι η αναλογική εκπροσώπηση πρέπει πρώτα να αποδείξει πως δεν ενοχλεί την εξουσία.

Η αντίφαση στο πολιτικό αφήγημα Τσίπρα

Ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια και επικρίνει το ισχύον αυτοδιοικητικό σύστημα ως μηχανισμό ενίσχυσης της κομματοκρατίας.

Αυτή η θέση είναι πολιτικά συνεπής με τους συμμετοχικούς προϋπολογισμούς, τα τοπικά δημοψηφίσματα και την ενδυνάμωση των κοινοτήτων.

Δεν είναι, όμως, πλήρως συνεπής με την απουσία καθαρής δέσμευσης για την αναλογική εκπροσώπηση.

Διότι δεν μπορείς να λες ότι θέλεις την εξουσία πιο κοντά στον πολίτη, αλλά να μην ξεκαθαρίζεις εάν ο δήμαρχος θα εξακολουθήσει να λαμβάνει τεχνητή πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο.

Δεν μπορείς να επικρίνεις την παντοδυναμία του κεντρικού κράτους, αλλά να αφήνεις ανοιχτή την παντοδυναμία του δημάρχου.

Και δεν μπορείς να μιλάς για οριζόντια δημοκρατία, εάν στο κορυφαίο επίπεδο της τοπικής πολιτικής εκπροσώπησης διατηρείται η λογική της κάθετης εξουσίας.

Γιατί ο Τσίπρας κρατά ανοιχτό το θέμα

Η ασάφεια δεν είναι απαραίτητα τυχαία. Μπορεί να αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να συγκροτήσει μια πρόταση που να απευθύνεται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά ακροατήρια.

Από τη μία βρίσκονται στελέχη της Αριστεράς, δημοτικές κινήσεις, ενεργοί πολίτες και μικρότερες παρατάξεις που θεωρούν την απλή αναλογική θεμελιώδη δημοκρατική κατάκτηση.

Από την άλλη βρίσκονται δήμαρχοι, αυτοδιοικητικά στελέχη και τοπικοί μηχανισμοί που αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα συστήματα συνεργασιών και ζητούν καθαρές πλειοψηφίες για να διοικήσουν.

Μια κατηγορηματική επιστροφή στην απλή αναλογική θα ενθουσίαζε την πρώτη ομάδα, αλλά θα μπορούσε να απομακρύνει τη δεύτερη. Αντίθετα, μια πρόταση ενισχυμένης αναλογικής θα διευκόλυνε τους δημάρχους, αλλά θα ακύρωνε ένα από τα βασικά ιδεολογικά σημεία διαφοροποίησης της ΕΛ.Α.Σ. από τη Νέα Δημοκρατία.

Η διατύπωση περί «συζήτησης» επιτρέπει προσωρινά στον Τσίπρα να μην επιλέξει πλευρά.

Αυτό προσφέρει πολιτική ευελιξία, αλλά περιορίζει τη θεσμική καθαρότητα του σχεδίου.

Το σχέδιο αναζητά συμμαχίες πριν από τις εκλογές

Η πρόταση για την Αυτοδιοίκηση δεν αφορά μόνο τη διοικητική μεταρρύθμιση. Αποτελεί και εργαλείο πολιτικής διείσδυσης στην περιφέρεια.

Η ΕΛ.Α.Σ. χρειάζεται ερείσματα σε δήμους, περιφέρειες και τοπικές κοινωνίες, εάν θέλει να εξελιχθεί από νέο κομματικό φορέα σε δύναμη με οργανωτική παρουσία σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι αυτοδιοικητικές εκλογές αποτελούν παραδοσιακά πεδίο συγκρότησης συμμαχιών, ανάδειξης νέων στελεχών και δοκιμής πολιτικών συνεργασιών.

Με αυτή την έννοια, το σχέδιο «Αριστοτέλης» δεν είναι απλώς μια προγραμματική πρόταση. Είναι και μια πρόσκληση προς δημάρχους, περιφερειακούς συμβούλους, τοπικά κινήματα και ανεξάρτητες παρατάξεις να συνομιλήσουν με τον νέο πολιτικό φορέα του Αλέξη Τσίπρα.

Η ανοιχτή διατύπωση για το εκλογικό σύστημα διευκολύνει αυτή την προσπάθεια, καθώς δεν αποκλείει εκ των προτέρων κανέναν. Όμως ακριβώς γι’ αυτό δημιουργεί την υποψία ότι η πολιτική διεύρυνση προηγείται της θεσμικής δέσμευσης.

Το πραγματικό δίλημμα: πλειοψηφία ή αντιπροσώπευση;

Η συζήτηση για την απλή αναλογική παρουσιάζεται συχνά ως σύγκρουση μεταξύ δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας.

Το δίλημμα αυτό είναι παραπλανητικό.

Καμία σοβαρή πρόταση δεν μπορεί να αγνοεί την ανάγκη οι δήμοι να λαμβάνουν αποφάσεις, να εκτελούν έργα και να υλοποιούν προϋπολογισμούς. Από την άλλη, η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη μονοπαραταξιακή κυριαρχία.

Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν κανόνες συνεργασίας:

  • σαφή χρονοδιαγράμματα λήψης αποφάσεων,
  • προγραμματικές συμφωνίες μεταξύ παρατάξεων,
  • θεσμικές διαδικασίες διαμεσολάβησης,
  • αυξημένη λογοδοσία,
  • μηχανισμοί υπέρβασης πραγματικών αδιεξόδων,
  • διαφάνεια στις τοπικές συμμαχίες.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται έναν δήμαρχο ανίσχυρο. Χρειάζεται έναν δήμαρχο ισχυρό μέσα από τη συναίνεση και όχι πανίσχυρο μέσω ενός εκλογικού μπόνους.

Η απλή αναλογική ως δοκιμασία πολιτικής ταυτότητας

Για την ΕΛ.Α.Σ. το ζήτημα δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι και ταυτοτικό.

Ένα κόμμα που τοποθετείται στον προοδευτικό χώρο και επικαλείται τη συμμετοχική δημοκρατία οφείλει να εξηγήσει με σαφήνεια πώς αντιλαμβάνεται την ισοτιμία της ψήφου.

Εάν η απλή αναλογική παραμείνει μια γενική κατεύθυνση προς συζήτηση, τότε το σχέδιο «Αριστοτέλης» θα κινδυνεύσει να εμφανιστεί ως θεσμικά φιλόδοξο αλλά πολιτικά προσεκτικό.

Εάν, αντίθετα, συνοδευτεί από σαφή δέσμευση και συγκεκριμένους κανόνες συνεργασίας, τότε μπορεί να αποτελέσει πραγματική εναλλακτική απέναντι στο δημαρχοκεντρικό μοντέλο της Νέας Δημοκρατίας.

Η Αριστερά δεν μπορεί να φοβάται την πολυφωνία. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει τις συνεργασίες ως αναγκαίο κακό που πρέπει κάθε φορά να περνά από τη δοκιμασία της κυβερνησιμότητας.

Η καθαρή απάντηση που ακόμη λείπει

Το σχέδιο «Αριστοτέλης» ανοίγει μια αναγκαία συζήτηση για τον συγκεντρωτισμό του ελληνικού κράτους, την οικονομική ασφυξία των δήμων, την εγκατάλειψη των κοινοτήτων και την απόσταση των πολιτών από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Δεν αρκεί, όμως, να μεταφερθεί εξουσία από το κράτος στους δήμους. Πρέπει να απαντηθεί και πώς θα κατανέμεται αυτή η εξουσία μέσα στους ίδιους τους δήμους.

Θα συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του δημάρχου ή θα μοιράζεται αναλογικά στο δημοτικό συμβούλιο;

Θα απαιτούνται προγραμματικές συνεργασίες ή θα κατασκευάζονται πλειοψηφίες από τον εκλογικό νόμο;

Θα θεωρείται η σύνθεση αρετή ή εμπόδιο;

Αυτές είναι οι απαντήσεις που θα καθορίσουν εάν ο «Αριστοτέλης» αποτελεί πράγματι σχέδιο δημοκρατικής αναγέννησης ή απλώς μια πιο σύγχρονη εκδοχή της παλιάς αρχιτεκτονικής εξουσίας.

Η απλή αναλογική δεν μπορεί να παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Είναι το σημείο στο οποίο κάθε πρόταση για συμμετοχική δημοκρατία αποδεικνύει αν πιστεύει πραγματικά στην ισότητα της ψήφου — ή μόνο στη ρητορική της.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο