Γεωπολιτική Ενέργεια

Ο πόλεμος με το Ιράν εκτοξεύει τα κέρδη των διυλιστηρίων – Γιατί η «χρυσή εποχή» δεν θα κρατήσει

Ο πόλεμος με το Ιράν εκτοξεύει τα κέρδη των διυλιστηρίων – Γιατί η «χρυσή εποχή» δεν θα κρατήσει
Οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ, τα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και η μείωση των ρωσικών εξαγωγών ντίζελ έχουν εκτινάξει τα περιθώρια διύλισης σε ιστορικά επίπεδα. Οι πετρελαϊκοί όμιλοι καταγράφουν απρόσμενα κέρδη, αλλά η αγορά γνωρίζει ότι πρόκειται για μια άνθηση που στηρίζεται στον πόλεμο και στη σπανιότητα — όχι σε μόνιμη αύξηση της ζήτησης.

Ο πόλεμος με το Ιράν έχει μετατρέψει έναν από τους λιγότερο ελκυστικούς κλάδους της ενεργειακής βιομηχανίας σε μία από τις ισχυρότερες πηγές κερδοφορίας για τους μεγάλους πετρελαϊκούς ομίλους.

Τα περιθώρια διύλισης —η διαφορά ανάμεσα στην τιμή αγοράς του αργού και στην αξία των καυσίμων που παράγονται από αυτό— έχουν εκτιναχθεί, καθώς οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις και οι περιορισμένες εξαγωγές καυσίμων από την Κίνα έχουν δημιουργήσει ένα ασυνήθιστα στενό παγκόσμιο ισοζύγιο.

Για τις πετρελαϊκές εταιρείες, χρόνια υποεπένδυσης στα διυλιστήρια μετατρέπονται ξαφνικά σε πλεονέκτημα: οι μονάδες που παραμένουν σε λειτουργία παράγουν σχεδόν στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους και μπορούν να επιβάλλουν υψηλότερες τιμές.

Ωστόσο, η σημερινή έκρηξη κερδών δεν συνιστά μόνιμη αναγέννηση της διύλισης. Είναι προϊόν πολέμου, περιορισμένης προσφοράς και κατεστραμμένων υποδομών — παράγοντες που αργά ή γρήγορα θα αρχίσουν να υποχωρούν.

Από «κλάδος σε παρακμή» σε μηχανή κερδών

Για μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, η διύλιση αντιμετωπιζόταν ως δραστηριότητα περιορισμένων προοπτικών.

Οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες μείωναν σταδιακά την παρουσία τους, καθώς:

  • τα περιθώρια κέρδους παρουσίαζαν έντονες διακυμάνσεις,
  • το κόστος περιβαλλοντικής συμμόρφωσης αυξανόταν,
  • τα κρατικά διυλιστήρια της Ασίας και της Μέσης Ανατολής ενίσχυαν τον ανταγωνισμό,
  • η άνοδος των ηλεκτρικών οχημάτων δημιουργούσε προσδοκίες μελλοντικής κάμψης της ζήτησης καυσίμων.

Μεταξύ 2005 και 2025, η συνολική δυναμικότητα διύλισης των BP, Chevron, ExxonMobil, Shell και TotalEnergies μειώθηκε από περίπου 16,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε 10,4 εκατ. βαρέλια.

Το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά υποχώρησε από περίπου 22% στο 13%, ενώ η Shell περιόρισε το χαρτοφυλάκιό της από 40 διυλιστήρια σε μόλις επτά.

Η στρατηγική αυτή έμοιαζε λογική σε έναν κόσμο που προετοιμαζόταν για σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, ανέτρεψε προσωρινά ολόκληρη την εξίσωση.

Πώς ο πόλεμος στένεψε την παγκόσμια αγορά καυσίμων

Οι παρατεταμένες διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ περιόρισαν τις ροές αργού προς διυλιστήρια σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, ιρανικά πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής έθεσαν μέρος της περιφερειακής παραγωγικής δυναμικότητας εκτός λειτουργίας.

Η κρίση επιδεινώθηκε από δύο ακόμη παράγοντες.

Η Κίνα περιόρισε τη λειτουργία ορισμένων διυλιστηρίων και μείωσε τις εξαγωγές καυσίμων, καθώς οι εισαγωγές αργού υποχώρησαν. Την ίδια στιγμή, οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικά διυλιστήρια ανάγκασαν τη Μόσχα να περιορίσει ή να αναστείλει εξαγωγές ντίζελ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται, περίπου 5 εκατ. βαρέλια ημερήσιας δυναμικότητας διύλισης αποσύρθηκαν από την παγκόσμια αγορά κατά το δεύτερο τρίμηνο.

Το αποτέλεσμα ήταν μια αγορά στην οποία δεν λείπει μόνο το αργό πετρέλαιο. Λείπει κυρίως η δυνατότητα μετατροπής του σε:

  • ντίζελ,
  • βενζίνη,
  • αεροπορικά καύσιμα,
  • πετροχημικά προϊόντα.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει αργό πετρέλαιο, αλλά χωρίς επαρκή διυλιστική ικανότητα δεν μπορεί να καλύψει άμεσα τις ανάγκες μεταφορών και βιομηχανίας.

Ιστορικά περιθώρια για τη BP

Η ενίσχυση των περιθωρίων διύλισης αποτυπώθηκε άμεσα στα αποτελέσματα των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.

Ο παγκόσμιος δείκτης περιθωρίου διύλισης της BP αυξήθηκε από περίπου 12 δολάρια ανά βαρέλι έναν χρόνο νωρίτερα στα 30 δολάρια κατά το δεύτερο τρίμηνο, πριν κινηθεί κατά μέσο όρο κοντά στα 42 δολάρια το τρίτο τρίμηνο.

Η άνοδος αυτή δείχνει πόσο απότομα μεταβλήθηκε η αξία κάθε βαρελιού που εισέρχεται σε ένα λειτουργικό διυλιστήριο.

Σε κανονικές συνθήκες, τόσο υψηλά περιθώρια θα προσέλκυαν γρήγορα πρόσθετη παραγωγή. Στη σημερινή συγκυρία, όμως, οι περισσότερες μονάδες ήδη λειτουργούν κοντά στα τεχνικά τους όρια.

Exxon, Chevron και Shell με απρόσμενα κέρδη

Η ExxonMobil ανακοίνωσε κέρδη περίπου 5,5 δισ. δολαρίων από τις δραστηριότητες διύλισης και εμπορίας, την ισχυρότερη επίδοση από το 2022. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η παραγωγή ντίζελ, η τιμή του οποίου ενισχύθηκε από τις διαταραχές στη Ρωσία και στη Μέση Ανατολή.

Η Chevron κατέγραψε περίπου 4,9 δισ. δολάρια κερδών από τη διύλιση, σημειώνοντας την καλύτερη επίδοση της δεκαετίας στον συγκεκριμένο τομέα.

Ισχυρά αποτελέσματα παρουσίασε και η Shell, με προσαρμοσμένα κέρδη περίπου 2,5 δισ. δολαρίων από τον κλάδο προϊόντων, ενώ η αξιοποίηση των διυλιστηρίων της ξεπέρασε το 100% της ονομαστικής δυναμικότητας λόγω τεχνικών και λειτουργικών βελτιώσεων.

Ο επικεφαλής της TotalEnergies, Πατρίκ Πουγιανέ, χαρακτήρισε την επίδοση της διύλισης «εξαιρετική», αποτυπώνοντας το εύρος της κερδοφορίας σε ολόκληρο τον κλάδο.

Γιατί η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί γρήγορα

Η σημερινή άνθηση διαφέρει από προηγούμενους κύκλους υψηλών περιθωρίων, επειδή η διαθέσιμη εφεδρική διυλιστική δυναμικότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Τα αμερικανικά διυλιστήρια, τα οποία εξελίχθηκαν σε κρίσιμους προμηθευτές της παγκόσμιας αγοράς, λειτουργούν κοντά στο 97% της δυναμικότητάς τους.

Σε τέτοια επίπεδα δεν υπάρχει ουσιαστικά μεγάλος περιθωριακός όγκος που να μπορεί να ενεργοποιηθεί άμεσα. Επιπλέον, η συνεχής λειτουργία στο μέγιστο αυξάνει τον κίνδυνο βλαβών, ατυχημάτων και απρογραμμάτιστων διακοπών.

Παράλληλα, η επισκευή μονάδων που υπέστησαν ζημιές στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία μπορεί να απαιτήσει από μήνες έως και χρόνια, ανάλογα με:

  • την έκταση των καταστροφών,
  • τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών,
  • τις κυρώσεις,
  • την ασφάλεια των τεχνικών συνεργείων,
  • την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και εξειδικευμένο εξοπλισμό.

Η σπανιότητα αυτή προσφέρει στους ενεργούς παραγωγούς ισχυρή τιμολογιακή δύναμη.

Η ενεργειακή ασφάλεια αυξάνει τη ζήτηση

Η κρίση δεν επηρεάζει μόνο την καθημερινή κατανάλωση. Αναγκάζει και τις κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα.

Πολλές χώρες επιδιώκουν να αυξήσουν τα αποθέματα όχι μόνο αργού πετρελαίου, αλλά και έτοιμων καυσίμων, καθώς ο πόλεμος έδειξε ότι η ύπαρξη αργού δεν εγγυάται επάρκεια σε ντίζελ ή αεροπορικό καύσιμο.

Τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου και καυσίμων μειώθηκαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, κατά περισσότερο από 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως κατά το δεύτερο τρίμηνο, με νέες απώλειες να αναμένονται και στο τρίτο.

Η αναπλήρωση αυτών των αποθεμάτων μπορεί να στηρίξει τα διυλιστήρια για αρκετά χρόνια, ακόμη και αν η ένταση στη Μέση Ανατολή αρχίσει να περιορίζεται.

Η Wood Mackenzie εκτιμά ότι τα περιθώρια διύλισης θα παραμείνουν σχετικά ισχυρά έως το τέλος της δεκαετίας, λόγω του συνδυασμού:

  • αναπλήρωσης αποθεμάτων,
  • περιορισμένης δυναμικότητας,
  • σταθερής παγκόσμιας ζήτησης καυσίμων.

Το παράδοξο της χρόνιας υποεπένδυσης

Για χρόνια, οι δυτικοί ενεργειακοί όμιλοι κατηγορούνταν ότι εγκατέλειπαν πρόωρα τη διύλιση. Σήμερα, η ίδια αυτή υποεπένδυση έχει δημιουργήσει το περιβάλλον που επιτρέπει στα εναπομείναντα διυλιστήρια να αποκομίζουν εξαιρετικά περιθώρια.

Δεν πρόκειται, όμως, για μία υγιή ισορροπία.

Η κερδοφορία στηρίζεται στη σπανιότητα, όχι στην αύξηση της παραγωγικότητας. Όσο λιγότερες μονάδες μπορούν να καλύψουν την παγκόσμια ζήτηση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ευαισθησία της αγοράς σε κάθε βλάβη, απεργία, κυβερνοεπίθεση ή στρατιωτικό πλήγμα.

Έτσι, η αγορά μπορεί να παραμένει εξαιρετικά κερδοφόρα για τους παραγωγούς αλλά ταυτόχρονα εύθραυστη για τις κυβερνήσεις και τους καταναλωτές.

Γιατί η άνθηση δεν θα γίνει μόνιμη

Παρά τη σημερινή εικόνα, οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις του κλάδου δεν έχουν εξαφανιστεί.

Η αυξημένη κερδοφορία δεν προκύπτει από μια μόνιμη ενίσχυση της ζήτησης, αλλά κυρίως από:

  • καταστροφή παραγωγικών εγκαταστάσεων,
  • διακοπές θαλάσσιων διαδρομών,
  • περιορισμένες εξαγωγές,
  • χαμηλή εφεδρική δυναμικότητα,
  • φόβους για ενεργειακή ασφάλεια.

Καθώς η κατάσταση σταθεροποιείται, οι κατεστραμμένες μονάδες θα επιστρέφουν σταδιακά σε λειτουργία. Ταυτόχρονα, χώρες που βίωσαν ελλείψεις μπορεί να επενδύσουν σε νέα εγχώρια διυλιστική δυναμικότητα ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από εισαγωγές.

Η Αυστραλία εξετάζει ήδη τη δυνατότητα ενίσχυσης των υποδομών διύλισης, ενώ ανάλογες συζητήσεις μπορεί να εμφανιστούν σε άλλες οικονομίες που διαπίστωσαν πόσο ευάλωτες είναι σε μια διεθνή κρίση καυσίμων.

Η νέα δυναμικότητα, όταν τεθεί σε λειτουργία, θα περιορίσει ξανά την τιμολογιακή ισχύ των υφιστάμενων διυλιστηρίων.

Η ηλεκτροκίνηση δεν εξαφανίστηκε

Η γεωπολιτική κρίση έχει μεταθέσει, αλλά δεν έχει ακυρώσει, τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή μετάβαση.

Η διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων, η αυστηρότερη περιβαλλοντική νομοθεσία, η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η σταδιακή μείωση της ζήτησης βενζίνης σε ορισμένες ανεπτυγμένες οικονομίες θα συνεχίσουν να πιέζουν τον κλάδο.

Το ντίζελ, η αεροπορία και τα πετροχημικά μπορεί να παραμείνουν ισχυρά για περισσότερο χρόνο, όμως η συνολική δομή της ζήτησης θα μεταβάλλεται.

Καμία μεγάλη εταιρεία δεν μπορεί να υποθέσει ότι τα σημερινά περιθώρια των 30 ή 40 δολαρίων ανά βαρέλι αποτελούν τη νέα κανονικότητα.

Ενεργειακή και γεωπολιτική ανάλυση | Τα διυλιστήρια έγιναν ξανά στρατηγική υποδομή

Ο πόλεμος με το Ιράν αποκάλυψε ένα κρίσιμο κενό στη δυτική ενεργειακή στρατηγική.

Για χρόνια, οι κυβερνήσεις επικεντρώνονταν κυρίως στην ασφάλεια προμήθειας αργού πετρελαίου. Η σημερινή κρίση δείχνει ότι εξίσου σημαντική είναι η ικανότητα μετατροπής του αργού σε καύσιμα που χρησιμοποιούν τα αεροπλάνα, τα φορτηγά, ο στρατός και η βιομηχανία.

Τα διυλιστήρια δεν αποτελούν πλέον απλώς εμπορικές μονάδες. Επανέρχονται ως κρίσιμες υποδομές εθνικής ασφάλειας.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε:

  • αυξημένη κρατική στήριξη,
  • στρατηγικά αποθέματα έτοιμων καυσίμων,
  • κίνητρα διατήρησης εγχώριας παραγωγής,
  • αυστηρότερο έλεγχο ξένων επενδύσεων,
  • νέα έργα προστασίας και κυβερνοασφάλειας.

Η στροφή αυτή ενδέχεται να παρατείνει τον κύκλο κερδοφορίας, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ότι τα σημερινά επίπεδα θα διατηρηθούν.

Μια προσωρινή «χρυσή εποχή»

Η διύλιση βρίσκεται σήμερα σε μια σπάνια συγκυρία.

Η ζήτηση παραμένει ισχυρή, η προσφορά είναι περιορισμένη, τα στρατηγικά αποθέματα χρειάζονται αναπλήρωση και οι εναπομείνασες μονάδες λειτουργούν στο μέγιστο.

Για τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, αυτή είναι μια εξαιρετικά επικερδής στιγμή. Οι αποφάσεις τους να μειώσουν τη διυλιστική δυναμικότητα έχουν δημιουργήσει μια αγορά στην οποία η σπανιότητα αυξάνει θεαματικά την αξία των εγκαταστάσεων που διατήρησαν.

Όμως η σημερινή επιτυχία αποτελεί περισσότερο πολεμικό μέρισμα παρά μόνιμη βιομηχανική αναγέννηση.

Καθώς οι διαδρομές εφοδιασμού αποκαθίστανται, οι κατεστραμμένες εγκαταστάσεις επισκευάζονται και νέα διυλιστήρια τίθενται σε λειτουργία, τα περιθώρια θα αρχίσουν να υποχωρούν.

Ο πόλεμος με το Ιράν χάρισε στα διυλιστήρια μια απρόσμενη «χρυσή εποχή». Δεν άλλαξε, όμως, τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο