Γεωπολιτικά

Η Αθήνα στέλνει μήνυμα στο Ριάντ:Οι ελληνικοί Patriot μπαίνουν σε μηνιαίο έλεγχο μετά το σύμφωνο με Τουρκία

Η Αθήνα στέλνει μήνυμα στο Ριάντ:Οι ελληνικοί Patriot μπαίνουν σε μηνιαίο έλεγχο μετά το σύμφωνο με Τουρκία
Η Συμφωνία της Μέκκας αλλάζει τους ελληνικούς υπολογισμούς – Η αποστολή στη Σαουδική Αραβία δεν ακυρώνεται, αλλά η Αθήνα θέλει πλέον μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, καθώς το Ριάντ δένει αμυντικά με την Άγκυρα και το Πακιστάν

Η Ελλάδα δεν διακόπτει τη στρατηγική συνεργασία της με τη Σαουδική Αραβία.

Δεν ανακαλεί, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, την ελληνική πυροβολαρχία Patriot που προστατεύει κρίσιμες σαουδαραβικές υποδομές.

Αλλά η νέα αμυντική πραγματικότητα που δημιουργεί η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν φαίνεται να υποχρεώνει την Αθήνα να κρατήσει το χέρι πολύ πιο κοντά στο «κουμπί» της επανεξέτασης.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν στην Αθήνα, η ελληνική αποστολή στη Σαουδική Αραβία δεν θα αντιμετωπίζεται πλέον μόνο μέσα από μια μακρά ετήσια διαδικασία αξιολόγησης, αλλά θα βρίσκεται υπό πολύ συχνότερη – ακόμη και μηνιαία – επανεξέταση.

Η πληροφορία αυτή δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί με δημόσια ανακοίνωση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ή του ΚΥΣΕΑ. Συνεπώς πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημοσιογραφική πληροφορία και όχι ως επισήμως ανακοινωμένη αλλαγή καθεστώτος.

Εάν όμως επιβεβαιωθεί, η πολιτική σημασία της είναι σαφής:

η Αθήνα δεν εγκαταλείπει το Ριάντ, αλλά θέλει να μπορεί να επανεξετάσει πολύ γρηγορότερα το στρατιωτικό της αποτύπωμα εάν η σαουδαραβική προσέγγιση με την Τουρκία αρχίσει να επηρεάζει ελληνικά συμφέροντα.

Οι Patriot δεν είναι μια συμβολική ελληνική παρουσία

Η ελληνική πυροβολαρχία βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία από το 2021, στο πλαίσιο της στενότερης αμυντικής σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ Αθήνας και Ριάντ.

Η αποστολή είχε σχεδιαστεί ως αμιγώς αμυντική.

Ο στόχος ήταν η προστασία κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων του βασιλείου απέναντι σε επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Χούθι της Υεμένης είχαν αποδείξει ότι μπορούσαν να πλήξουν βαθιά μέσα στη Σαουδική Αραβία.

Η σημασία αυτής της αποστολής φάνηκε ακόμη περισσότερο το 2026.

Τον Μάρτιο, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβεβαίωσε ότι οι ελληνικοί Patriot είχαν αναχαιτίσει ιρανικά βλήματα που κατευθύνονταν προς σαουδαραβικό έδαφος, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια «αυστηρά αμυντική» και εντός του πλαισίου της συμφωνίας με το Ριάντ.

Άρα η Ελλάδα δεν παρέχει στη Σαουδική Αραβία απλώς πολιτική υποστήριξη.

Παρέχει πραγματική στρατιωτική δυνατότητα αεράμυνας.

Και εδώ εμφανίζεται η Τουρκία

Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, αυτή η σχέση μπορούσε να αντιμετωπίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως άξονας Αθήνας–Ριάντ.

Η Συμφωνία της Μέκκας αλλάζει την εικόνα.

Η Σαουδική Αραβία έχει πλέον υπογράψει με Τουρκία και Πακιστάν συμφωνία συλλογικής άμυνας, βάσει της οποίας ένοπλη επίθεση σε ένα από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.

Για την Αθήνα, η συμμετοχή του Πακιστάν έχει γεωπολιτικό ενδιαφέρον.

Η συμμετοχή της Τουρκίας όμως δημιουργεί άμεσο ελληνικό ερώτημα ασφαλείας.

Διότι η Ελλάδα βρίσκεται στη θέση να διαθέτει στρατιωτικό προσωπικό και ένα κρίσιμο οπλικό σύστημα για την προστασία μιας χώρας που μόλις ανέλαβε αμοιβαίες αμυντικές δεσμεύσεις απέναντι στην Τουρκία.

Και αυτό απαιτεί νέα στάθμιση.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι Ριάντ και Άγκυρα συνεργάζονται

Η Αθήνα δεν μπορεί –ούτε θα ήταν προς το συμφέρον της– να απαιτήσει από τη Σαουδική Αραβία να επιλέξει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Το Ριάντ ακολουθεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.

Συνεργάζεται με τις ΗΠΑ.

Με την Κίνα.

Με την Ελλάδα.

Με την Τουρκία.

Με το Πακιστάν.

Και ταυτόχρονα διατηρεί ανοικτό δίαυλο με το Ιράν.

Αυτό είναι μέρος της σαουδαραβικής στρατηγικής αυτονομίας.

Το ελληνικό ζήτημα είναι διαφορετικό:

μέχρι πού μπορεί να φτάσει η νέα αμυντική δέσμευση του Ριάντ προς την Άγκυρα;

Το ελληνικό σενάριο που κανείς δεν θέλει να δοκιμαστεί

Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή υπάρχει σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση.

Όχι απαραίτητα πόλεμος.

Μια μεγάλη στρατιωτική αντιπαράθεση στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο θα αρκούσε.

Τι θα έκανε τότε η Σαουδική Αραβία;

Η νέα συμφωνία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το Ριάντ θα πολεμούσε την Ελλάδα.

Ακόμη και η νατοϊκή διατύπωση της συλλογικής άμυνας δεν μεταφράζεται κατ’ ανάγκην σε αυτόματη αποστολή στρατευμάτων.

Όμως η Σαουδική Αραβία θα βρισκόταν μπροστά σε μια πρωτοφανή σύγκρουση συμφερόντων:

από τη μία μια χώρα –η Ελλάδα– που της έχει διαθέσει πραγματική αεράμυνα,

και από την άλλη μια νέα συμβατική υποχρέωση αμοιβαίας υποστήριξης προς την Τουρκία.

Για την Αθήνα, ακόμη και η ύπαρξη αυτής της αβεβαιότητας αρκεί για να δικαιολογήσει μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία.

Γι’ αυτό η «μηνιαία αξιολόγηση» έχει νόημα

Εάν η σχετική πληροφορία επιβεβαιωθεί, η μετάβαση από την ετήσια στη μηνιαία επανεξέταση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται να αποσύρει τους Patriot.

Σημαίνει κάτι πιο λεπτό.

Ότι δεν θέλει να δεσμεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα περιβάλλον που μπορεί να αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα.

Η μηνιαία αξιολόγηση θα επιτρέπει στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να εξετάζει συνεχώς:

τις σχέσεις Ριάντ–Άγκυρας,

την εφαρμογή της Συμφωνίας της Μέκκας,

την κατάσταση στο Ιράν,

τις επιθέσεις των Χούθι,

τις ελληνικές ανάγκες αεράμυνας,

και το συνολικό περιβάλλον ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Με μία λέξη:

ευελιξία.

Ο Δένδιας έχει και δεύτερο λόγο να το εξετάζει

Υπάρχει ακόμη μία παράμετρος.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε περίοδο μεγάλης αναδιοργάνωσης της αεράμυνάς της.

Το σχέδιο για τη νέα πολυεπίπεδη «Ασπίδα του Αχιλλέα» και η συνολική αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων αυξάνουν τη σημασία κάθε υφιστάμενου συστήματος Patriot.

Μια ελληνική συστοιχία που βρίσκεται στο εξωτερικό δεν είναι αμελητέος πόρος.

Σε περίοδο αυξημένης έντασης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, η δυνατότητα γρήγορης επαναφοράς της θα αποκτούσε προφανή επιχειρησιακή αξία.

Άρα για το Υπουργείο Άμυνας το ερώτημα δεν είναι μόνο:

«εμπιστευόμαστε τη Σαουδική Αραβία;»

Είναι και:

«πού χρειάζεται περισσότερο η Ελλάδα κάθε κρίσιμο αντιαεροπορικό μέσο που διαθέτει;»

Η μεγάλη ελληνική επένδυση στο Ριάντ

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο λεπτή επειδή οι ελληνοσαουδαραβικές σχέσεις βρίσκονται σήμερα σε ιστορικά υψηλό επίπεδο.

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτηρίζει επίσημα τις διμερείς σχέσεις «εξαιρετικές» και αναβαθμισμένες σε στρατηγικό επίπεδο.

Υπάρχει Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας με επτά επιμέρους επιτροπές, μεταξύ των οποίων Άμυνας και Ασφάλειας, Ενέργειας και Επενδύσεων. Η Αθήνα χαρακτηρίζει επίσης τη Σαουδική Αραβία σημαντικό σταθεροποιητικό παράγοντα στον Κόλπο.

Τον Μάρτιο, μέσα στην κρίση με το Ιράν, Μητσοτάκης και Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχαν επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες για τις περιφερειακές εξελίξεις.

Άρα η Αθήνα έχει ισχυρό συμφέρον να μη μετατρέψει τη νέα σαουδοτουρκική σχέση σε διμερή κρίση με το Ριάντ.

Το μήνυμα επομένως πρέπει να είναι προσεκτικό

Η Ελλάδα έχει δύο στόχους που πρέπει να υπηρετήσει ταυτόχρονα.

Να κρατήσει τη Σαουδική Αραβία κοντά της.

Και να καταστήσει σαφές ότι η στρατιωτική βοήθεια που παρέχει δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάρτητη από τις επιλογές ασφαλείας του Ριάντ.

Αυτό δεν είναι τελεσίγραφο.

Είναι κλασική στρατηγική conditionality.

Η λογική είναι:

«Η συνεργασία συνεχίζεται όσο το στρατηγικό περιβάλλον παραμένει συμβατό με τα ελληνικά συμφέροντα».

Και το Ριάντ έχει λόγο να ακούσει την Αθήνα

Η σαουδαραβική πλευρά δεν έχει κανένα συμφέρον να χάσει την ελληνική στρατιωτική συνεργασία.

Οι Patriot έχουν ήδη αποδείξει επιχειρησιακά τη χρησιμότητά τους.

Η Ελλάδα αποτελεί ευρωπαϊκό εταίρο του βασιλείου.

Οι δύο χώρες έχουν κοινά ενεργειακά και επενδυτικά συμφέροντα.

Και η Αθήνα προσφέρει στο Ριάντ κάτι διαφορετικό από αυτό που του προσφέρει η Άγκυρα:

πρόσβαση σε έναν σταθερό ευρωπαϊκό και ανατολικομεσογειακό εταίρο χωρίς ανταγωνιστική ατζέντα στον αραβικό κόσμο.

Αυτό έχει αξία για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Το λάθος θα ήταν να θεωρήσει η Ελλάδα τη Σαουδική Αραβία «χαμένη»

Η Συμφωνία της Μέκκας δεν μετατρέπει αυτομάτως το Ριάντ σε τουρκικό σύμμαχο εναντίον της Ελλάδας.

Αυτό θα ήταν υπεραπλούστευση.

Η σαουδαραβική πολιτική βασίζεται ακριβώς στην αποφυγή τέτοιων αποκλειστικών στρατοπέδων.

Η σωστή ελληνική στρατηγική επομένως δεν είναι η απομάκρυνση.

Είναι η ακόμη βαθύτερη εμπλοκή.

Περισσότερος πολιτικός διάλογος.

Περισσότερη αμυντική συνεργασία.

Περισσότερες επενδύσεις.

Περισσότερη σαφήνεια σχετικά με τις ελληνικές κόκκινες γραμμές.

Γιατί εάν η Ελλάδα αποχωρήσει από το Ριάντ, το κενό δεν θα μείνει κενό.

Θα το καλύψει πιθανότατα η Τουρκία.

Η πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: Η Αθήνα είχε αρχίσει να επανεξετάζει το θέμα πριν από τη Μέκκα

Το αρχικό δημοσίευμα αναφέρει ότι η συχνότερη επαναξιολόγηση είχε αποφασιστεί ήδη από συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ τον Μάρτιο.

Εάν αυτό είναι ακριβές, αλλάζει σημαντικά την ανάγνωση.

Σημαίνει ότι η Αθήνα δεν αντέδρασε σπασμωδικά στη συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν.

Είχε ήδη αντιληφθεί, μέσα στην περιφερειακή κρίση, ότι η αποστολή ενός τόσο σημαντικού οπλικού συστήματος στο εξωτερικό πρέπει να βρίσκεται υπό συνεχή αξιολόγηση.

Η Μέκκα απλώς κάνει αυτή την επιλογή πολύ πιο πολιτικά επίκαιρη.

Δεν είναι «απόσυρση Patriot» – είναι επαναφορά του leverage

Αυτό είναι ίσως το βασικό συμπέρασμα.

Η Αθήνα δεν χρειάζεται να αποσύρει τώρα τους Patriot για να στείλει μήνυμα.

Αρκεί το Ριάντ να γνωρίζει ότι η παραμονή τους δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη και ανεξάρτητη από το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον.

Αυτό δημιουργεί ελληνικό leverage.

Η Σαουδική Αραβία απέκτησε νέα στρατηγική επιλογή μέσω της Τουρκίας και του Πακιστάν.

Η Ελλάδα υπενθυμίζει ότι διαθέτει και εκείνη επιλογές.

Η μεγάλη εικόνα

Η συμφωνία της Μέκκας δεν διαλύει τον άξονα Αθήνας–Ριάντ.

Τον κάνει όμως πιο σύνθετο.

Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να οικοδομήσει πολλαπλές ομπρέλες ασφαλείας.

Η Ελλάδα πρέπει αντίστοιχα να διασφαλίσει ότι η στρατιωτική της συνεισφορά δεν θα λειτουργήσει κάποια στιγμή μέσα σε ένα περιβάλλον αντίθετο προς τα δικά της συμφέροντα.

Οι ελληνικοί Patriot αποτελούν ταυτόχρονα όπλο, εγγύηση ασφαλείας και διπλωματικό κεφάλαιο.

Και γι’ αυτό η σημαντικότερη αλλαγή δεν είναι εάν αύριο θα φορτωθούν σε αεροσκάφη για να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Είναι ότι η Αθήνα εμφανίζεται πλέον αποφασισμένη να κρατά σε πολύ μικρότερη απόσταση την επιλογή της επιστροφής τους.

Το μήνυμα προς το Ριάντ μπορεί επομένως να συνοψιστεί σε μία φράση:

Η στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία παραμένει ισχυρή – αλλά μετά τη Μέκκα, τίποτα στην ελληνική στρατιωτική παρουσία δεν μπορεί να θεωρείται αυτόματο.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο