Η πράσινη μετάβαση έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο σταθερές δεσμεύσεις των χωρών της G20. Από τη Συμφωνία του Παρισιού έως τα διαδοχικά ανακοινωθέντα των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, η κατεύθυνση μοιάζει ξεκάθαρη: περισσότερες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, χαμηλότερες εκπομπές και σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Στην πράξη, όμως, εμφανίζεται ένα πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα.
Οι ίδιες χώρες που διακηρύσσουν την ανάγκη ταχείας ενεργειακής μετάβασης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ιδιαίτερα όταν η ενεργειακή ασφάλεια, η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα ή η κοινωνική σταθερότητα μπαίνουν στην εξίσωση.
Και εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της G20:
η ενεργειακή μετάβαση είναι συλλογικά επιθυμητή, αλλά το κόστος της παραμένει εθνικό.
Η θεωρία της «ορθολογικής επιλογής»
Η πολιτική αυτή αντίφαση μπορεί να εξηγηθεί μέσα από τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής.
Η βασική λογική είναι απλή: κάθε κράτος αξιολογεί τα οφέλη και τις απώλειες μιας πολιτικής και επιλέγει εκείνη που μεγιστοποιεί το εθνικό του συμφέρον.
Όταν η ενεργειακή μετάβαση συνεπάγεται:
υψηλότερο κόστος,
μεγάλες επενδύσεις,
πιθανές απώλειες θέσεων εργασίας,
κίνδυνο απώλειας βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας,
ή μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενες τεχνολογίες,
η πολιτική βούληση για ταχεία αλλαγή αρχίζει να υποχωρεί.
Έτσι δημιουργείται ένα κλασικό πρόβλημα συλλογικής δράσης.
Όλοι ωφελούνται μακροπρόθεσμα από χαμηλότερες παγκόσμιες εκπομπές.
Κάθε χώρα όμως έχει κίνητρο να αφήσει τους άλλους να πληρώσουν μεγαλύτερο μέρος του άμεσου κόστους.
Οι μεγαλύτεροι ρυπαντές βρίσκονται στην ίδια αίθουσα
Η G20 συγκεντρώνει ταυτόχρονα τις μεγαλύτερες οικονομίες και αρκετούς από τους μεγαλύτερους παραγωγούς εκπομπών στον κόσμο.
Κίνα, Ηνωμένες Πολιτείες, Ινδία, Ρωσία και Ιαπωνία βρίσκονται μεταξύ των χωρών με το μεγαλύτερο ενεργειακό και βιομηχανικό αποτύπωμα.
Το γεγονός δημιουργεί μια ιδιότυπη πολιτική πραγματικότητα:
οι χώρες που έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα να αλλάξουν την παγκόσμια ενεργειακή πορεία είναι και εκείνες που έχουν το μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από μια απότομη μετάβαση.
Η Κίνα χρειάζεται τεράστιες ποσότητες ενέργειας για τη βιομηχανία της.
Η Ινδία εξακολουθεί να αυξάνει δραματικά την ενεργειακή της ζήτηση καθώς αναπτύσσεται.
Οι ΗΠΑ παραμένουν ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς και καταναλωτές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Ρωσία στηρίζει σημαντικό μέρος των κρατικών της εσόδων στις εξαγωγές υδρογονανθράκων.
Και η Ιαπωνία, μετά τη Φουκουσίμα, αναγκάστηκε για χρόνια να καλύψει σημαντικό μέρος των ενεργειακών της αναγκών με εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Το πρόβλημα της λέξης «εθελοντικά»
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των διεθνών ενεργειακών δεσμεύσεων βρίσκεται στη λέξη «voluntary» – εθελοντικά.
Η G20 έχει υιοθετήσει επανειλημμένα σχέδια και κατευθύνσεις για την αύξηση των ΑΠΕ.
Όμως μεγάλο μέρος αυτών των δεσμεύσεων δεν συνοδεύεται από αυστηρό μηχανισμό επιβολής.
Κάθε κράτος διατηρεί σημαντική ελευθερία σχετικά με:
το πόσο γρήγορα θα κινηθεί,
ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιήσει,
πόσα χρήματα θα επενδύσει,
και ποιο χρονοδιάγραμμα θα ακολουθήσει.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το πολιτικό κόστος της αδράνειας παραμένει συχνά μικρότερο από το οικονομικό κόστος της άμεσης προσαρμογής.
Όλοι θέλουν πράσινη ενέργεια – μέχρι να ακριβύνει το ρεύμα
Η πραγματική δοκιμασία για κάθε κυβέρνηση έρχεται όταν οι περιβαλλοντικές δεσμεύσεις συγκρούονται με την καθημερινότητα.
Οι πολίτες μπορεί να υποστηρίζουν την πράσινη μετάβαση.
Όμως όταν οι λογαριασμοί ενέργειας αυξάνονται, η βιομηχανία απειλεί να μεταφέρει παραγωγή στο εξωτερικό ή χιλιάδες εργαζόμενοι φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους, οι πολιτικές προτεραιότητες αλλάζουν.
Αυτό εξηγεί γιατί κυβερνήσεις που προωθούν επιθετικά τις ΑΠΕ μπορούν ταυτόχρονα να ζητούν:
περισσότερη παραγωγή πετρελαίου,
νέα LNG,
παράταση λειτουργίας μονάδων άνθρακα,
ή κρατικές ενισχύσεις για ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Δεν πρόκειται πάντα για ιδεολογική αντίφαση.
Συχνά πρόκειται για πολιτική επιβίωση.
Κίνα και Ινδία: Η ανάπτυξη προηγείται
Η Κίνα αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης.
Είναι ταυτόχρονα ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές παγκοσμίως σε φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρικά οχήματα και μπαταρίες — αλλά και ο μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα.
Η Ινδία βρίσκεται σε παρόμοια θέση.
Η χώρα επενδύει μαζικά σε ΑΠΕ, αλλά το τεράστιο αναπτυξιακό της πρόγραμμα απαιτεί ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που σήμερα δεν μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από πράσινες πηγές.
Και για τις δύο κυβερνήσεις υπάρχει μια κόκκινη γραμμή:
η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ανάπτυξη.
Η ευρωπαϊκή αντίφαση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ως ένας από τους πιο φιλόδοξους παγκόσμιους παίκτες στην πολιτική για το κλίμα.
Ωστόσο, η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία απέδειξε πόσο γρήγορα αλλάζουν οι προτεραιότητες όταν απειλείται η επάρκεια ενέργειας.
Χώρες που είχαν θέσει στόχο τον περιορισμό των ορυκτών καυσίμων αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέες πηγές LNG και να επανεξετάσουν τη χρήση άνθρακα ή πυρηνικής ενέργειας.
Η εμπειρία αυτή άφησε ένα ισχυρό πολιτικό μάθημα:
καμία πράσινη μετάβαση δεν είναι βιώσιμη εάν προηγουμένως δεν εξασφαλιστεί ενεργειακή ασφάλεια.
Η παγίδα του carbon tax
Η φορολόγηση του άνθρακα αποτελεί θεωρητικά ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία για τη μείωση εκπομπών.
Όμως και εδώ υπάρχει το πρόβλημα του διεθνούς ανταγωνισμού.
Εάν μία χώρα επιβάλει υψηλό κόστος στις εγχώριες βιομηχανίες της και μια δεύτερη χώρα δεν το κάνει, η πρώτη κινδυνεύει να χάσει επενδύσεις και παραγωγή.
Η βιομηχανία μπορεί απλώς να μεταφερθεί σε περιοχή με χαμηλότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η λεγόμενη διαρροή άνθρακα:
η παραγωγή φεύγει, οι θέσεις εργασίας χάνονται, αλλά οι παγκόσμιες εκπομπές δεν μειώνονται αναλόγως.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει η ΕΕ με μηχανισμούς όπως ο συνοριακός φόρος άνθρακα.
Δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων
Η ενεργειακή μετάβαση συχνά παρουσιάζεται σαν να πρόκειται απλώς για ζήτημα χρηματοδότησης.
Δεν είναι.
Υπάρχουν σοβαρά τεχνικά, θεσμικά και κοινωνικά εμπόδια.
Οι ανεμογεννήτριες απαιτούν κατάλληλη γεωγραφία και ισχυρά δίκτυα.
Η ηλιακή παραγωγή απαιτεί αποθήκευση και διασυνδέσεις.
Η γεωθερμία εξαρτάται από ειδικά γεωλογικά χαρακτηριστικά.
Τα υδροηλεκτρικά μπορούν να προκαλέσουν συγκρούσεις για τη χρήση γης και νερού.
Και τα μεγάλα έργα ΑΠΕ συχνά συναντούν αντιδράσεις από τοπικές κοινωνίες.
Η πράσινη μετάβαση συνεπώς δεν είναι απλώς μετάβαση από έναν τύπο μονάδας παραγωγής σε έναν άλλον.
Είναι ανασχεδιασμός ολόκληρου του ενεργειακού συστήματος.
Το μεγάλο ζήτημα των δικτύων
Υπάρχει και ένα πρόβλημα που τα τελευταία χρόνια αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία: τα ηλεκτρικά δίκτυα.
Μπορεί μια χώρα να εγκαταστήσει τεράστιες ποσότητες φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών.
Εάν όμως το δίκτυο δεν μπορεί να μεταφέρει την ενέργεια εκεί όπου χρειάζεται, η πράσινη παραγωγή δεν αρκεί.
Τα επόμενα χρόνια, λοιπόν, μεγάλο μέρος της ενεργειακής μάχης δεν θα αφορά μόνο την εγκατάσταση νέων ΑΠΕ.
Θα αφορά:
νέες διασυνδέσεις,
ψηφιοποίηση δικτύων,
αποθήκευση,
μπαταρίες,
ευέλικτη κατανάλωση,
και ανθεκτικότητα των υποδομών.
Το G20 αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα χωρίς παγκόσμια κυβέρνηση
Εδώ βρίσκεται και η δομική αδυναμία της G20.
Το φόρουμ μπορεί να δημιουργήσει πολιτική πίεση.
Μπορεί να θέσει στόχους.
Μπορεί να συντονίσει χρηματοδότηση.
Δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει τις μεγαλύτερες οικονομίες να θυσιάσουν βραχυπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα για ένα παγκόσμιο όφελος που θα εμφανιστεί δεκαετίες αργότερα.
Γι’ αυτό και η πράσινη μετάβαση εξελίσσεται με διαφορετικές ταχύτητες.
Η πράσινη μετάβαση γίνεται μάχη ισχύος
Το μεγαλύτερο λάθος είναι να θεωρείται πλέον η ενεργειακή μετάβαση αποκλειστικά περιβαλλοντική πολιτική.
Έχει μετατραπεί σε γεωοικονομική μάχη.
Η Κίνα επιδιώκει κυριαρχία στις μπαταρίες, στα φωτοβολταϊκά και στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τεράστια χρηματοδοτικά κίνητρα για να επαναφέρουν πράσινες βιομηχανίες στο έδαφός τους.
Η Ευρώπη επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από κινεζικές τεχνολογίες.
Οι χώρες του Κόλπου επενδύουν σε υδρογόνο και ΑΠΕ, χωρίς να εγκαταλείπουν το πετρέλαιο.
Και οι αναδυόμενες οικονομίες ζητούν από τη Δύση να χρηματοδοτήσει μεγαλύτερο μέρος της μετάβασης.
Με άλλα λόγια, η συζήτηση δεν είναι πλέον μόνο:
«πώς θα μειώσουμε τις εκπομπές;»
Είναι:
«ποιος θα ελέγξει τις τεχνολογίες, τις πρώτες ύλες και τις βιομηχανίες της επόμενης ενεργειακής εποχής;»
Η πραγματική αμφισημία της G20
Η G20 δεν αποτυγχάνει επειδή οι κυβερνήσεις δεν αντιλαμβάνονται την κλιματική αλλαγή.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι την αντιλαμβάνονται, αλλά ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται και τα κόστη της μετάβασης.
Κάθε χώρα θέλει έναν καθαρότερο πλανήτη.
Κανείς όμως δεν θέλει:
να χάσει βιομηχανίες,
να αυξήσει υπερβολικά τις τιμές ενέργειας,
να εξαρτηθεί ενεργειακά από έναν αντίπαλο,
ή να πληρώσει δυσανάλογο μέρος του παγκόσμιου λογαριασμού.
Και γι’ αυτό η ενεργειακή μετάβαση παραμένει ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ενός διεθνούς προβλήματος όπου όλοι συμφωνούν στον τελικό προορισμό, αλλά διαφωνούν βαθιά για το ποιος θα πληρώσει το εισιτήριο και ποιος θα φτάσει πρώτος.
Πηγή: pagenews.gr
