Σε μια κίνηση με σαφές γεωπολιτικό βάθος, ο Χακάν Φιντάν επιχειρεί να αξιοποιήσει την αναθέρμανση των σχέσεων Τουρκίας–Αιγύπτου για κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια διμερή προσέγγιση: τη σταδιακή οικοδόμηση ενός νέου περιφερειακού πλέγματος ασφάλειας και πολιτικής επιρροής, στο οποίο η Άγκυρα θέλει να έχει κεντρικό ρόλο.
Η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών στην Αίγυπτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μόλις λίγες ημέρες μετά την υπογραφή, στις 7 Αυγούστου 2026, της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας ανάμεσα σε Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν.
Η συμφωνία προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, δημιουργώντας για πρώτη φορά ένα σαφές πλαίσιο συλλογικής αποτροπής ανάμεσα στην Άγκυρα, το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ.
Και το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι ένα:
Θα προστεθεί η Αίγυπτος;
Η κίνηση Φιντάν: Να μπει το Κάιρο στο νέο σχήμα
Η προσπάθεια δεν ξεκίνησε τώρα.
Ήδη στις 21 Ιουνίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών Αιγύπτου, Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν είχαν συνεδριάσει στο Κάιρο στο πλαίσιο του τετραμερούς σχήματος R4.
Η κοινή ανακοίνωση μιλούσε για εμβάθυνση του συντονισμού με στόχο την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή. Ο ίδιος ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι είχε τότε τονίσει ότι οι τέσσερις χώρες αποτελούν βασικούς πυλώνες της περιφερειακής ασφάλειας και είχε υποστηρίξει την εξέλιξη του σχήματος σε αποτελεσματικότερο θεσμικό μηχανισμό.
Μετά όμως τη Συμφωνία της Μέκκας, το πλαίσιο άλλαξε.
Το προηγούμενο τετραμερές σχήμα πολιτικής διαβούλευσης απέκτησε πλέον έναν σαφώς ισχυρότερο πυρήνα: Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν δεσμεύθηκαν και αμυντικά μεταξύ τους.
Ο Φιντάν έχει δηλώσει ότι και άλλες χώρες μπορούν να ενταχθούν στο νέο σύστημα και έχει κατονομάσει την Αίγυπτο ως πιθανό μελλοντικό εταίρο.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική σημασία της επίσκεψής του.
Η Άγκυρα δεν συζητά πλέον μόνο για αποκατάσταση σχέσεων με το Κάιρο.
Δοκιμάζει εάν η Αίγυπτος είναι έτοιμη να μετακινηθεί από την πολιτική συνεννόηση σε μια πολύ βαθύτερη στρατηγική σύγκλιση.
Η επίθεση στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η νέα επίθεση Φιντάν στην τριμερή συνεργασία Ελλάδας–Κυπριακής Δημοκρατίας–Ισραήλ.
Ο Τούρκος υπουργός δεν αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο σχήμα ως απλή συνεργασία τριών κρατών.
Το έχει επανειλημμένα παρουσιάσει ως μηχανισμό στρατηγικής περικύκλωσης της Τουρκίας.
Ήδη στις 13 Απριλίου 2026, σε συνέντευξή του στο Anadolu, είχε υποστηρίξει ότι η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο δίνει στην Άγκυρα την εντύπωση μιας προσπάθειας «περικύκλωσης» της Τουρκίας και είχε κατηγορήσει την Αθήνα ότι ακολουθεί «επικίνδυνη πολιτική».
Λίγες ημέρες αργότερα, στο Antalya Diplomacy Forum της 19ης Απριλίου, πήγε ένα βήμα παραπέρα, χαρακτηρίζοντας τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ στρατιωτική συμμαχία και υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν «συγκεκριμένες στρατιωτικές δομές».
Η τουρκική επιχειρηματολογία έχει επομένως συνέχεια.
Αλλά το κρίσιμο στοιχείο τώρα είναι ο τόπος στον οποίο επαναφέρεται: η Αίγυπτος.
Γιατί η αναφορά στην Αίγυπτο είναι το πραγματικό μήνυμα
Η Άγκυρα επιχειρεί να πείσει το Κάιρο ότι τα σχήματα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν απειλούν μόνο την Τουρκία αλλά μπορούν να περιορίσουν και τον περιφερειακό ρόλο της Αιγύπτου.
Αυτό αποτελεί σαφή προσπάθεια αλλαγής του τρόπου με τον οποίο το Κάιρο βλέπει την Ανατολική Μεσόγειο.
Μόνο που υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για την τουρκική στρατηγική:
η Αίγυπτος δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής των ελληνοκυπριακών σχημάτων συνεργασίας. Είναι ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες του υφιστάμενου συστήματος ισορροπιών.
Η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αίγυπτος έχουν θεσμοθετήσει τριμερή συνεργασία ήδη από το 2014 και μέχρι τις αρχές του 2025 είχαν πραγματοποιήσει δέκα τριμερείς συνόδους κορυφής.
Ακόμη σημαντικότερο: στις 6 Αυγούστου 2020, Ελλάδα και Αίγυπτος υπέγραψαν συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ, δημιουργώντας ένα νομικό και στρατηγικό πλαίσιο που συνδέει απευθείας το Κάιρο με την Αθήνα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Άρα η προσπάθεια Φιντάν δεν αφορά την προσέλκυση μιας «ουδέτερης» Αιγύπτου.
Αφορά την προσπάθεια να μετακινηθεί σταδιακά μια χώρα που έχει ήδη βαθιές στρατηγικές δεσμεύσεις με Ελλάδα και Κύπρο.
Το East Mediterranean Gas Forum δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την Άγκυρα
Υπάρχει και μια δεύτερη δομή που η Τουρκία δεν μπορεί να αγνοήσει.
Το East Mediterranean Gas Forum έχει έδρα το Κάιρο και συγκεντρώνει, μεταξύ άλλων, την Αίγυπτο, την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία.
Η Αίγυπτος δεν είναι απλώς ένας εταίρος της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Είναι το κράτος που φιλοξενεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς ενεργειακής συνεργασίας στην περιοχή, στον οποίο συμμετέχουν ταυτόχρονα Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ.
Επομένως, οποιαδήποτε τουρκική προσπάθεια να παρουσιαστεί η τριμερής ως απειλή για την Αίγυπτο συγκρούεται με την ίδια την πολυετή αιγυπτιακή πολιτική.
Η Συμφωνία της Μέκκας αλλάζει τα δεδομένα
Η πραγματική καινοτομία βρίσκεται αλλού.
Η νέα συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν δημιουργεί έναν άξονα με χαρακτηριστικά που κανένα προηγούμενο σχήμα δεν είχε.
Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομικό και πολιτικό βάρος στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.
Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων.
Το Πακιστάν προσθέτει μια παράμετρο τεράστιας στρατηγικής σημασίας: είναι πυρηνική δύναμη.
Η συμφωνία που υπογράφηκε στη Μέκκα προβλέπει μηχανισμό συλλογικής άμυνας, τακτικές συναντήσεις υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας και μόνιμη γραμματεία στη Σαουδική Αραβία.
Δεν είναι ακόμη «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ».
Αλλά σαφώς αποτελεί πολύ περισσότερο από ένα συνηθισμένο σχήμα διπλωματικών διαβουλεύσεων.
Το επιχείρημα της Άγκυρας: «Δεν στρεφόμαστε εναντίον κανενός»
Εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στην τουρκική στρατηγική.
Ο Φιντάν επιμένει ότι η Συμφωνία της Μέκκας δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους και ότι αποσκοπεί στη δημιουργία συλλογικής αποτροπής.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας είχε δηλώσει ότι το νέο σχήμα δεν στοχεύει ούτε το Ιράν ούτε άλλη χώρα.
Την ίδια στιγμή, όμως, η Άγκυρα περιγράφει τα σχήματα συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ως εχθρικές στρατιωτικές δομές.
Αυτό επιτρέπει στην Αθήνα να αντιστρέψει το επιχείρημα:
αν η Τουρκία έχει δικαίωμα να δημιουργεί δικές της περιφερειακές αμυντικές συνεργασίες, δεν μπορεί ταυτόχρονα να θεωρεί αυτομάτως εχθρική κάθε συνεργασία άλλων κρατών της περιοχής.
Το μεγάλο δίλημμα του Σίσι
Για τον πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, το ερώτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από το εάν επιθυμεί καλύτερες σχέσεις με την Τουρκία.
Αυτές ήδη βελτιώνονται.
Η πραγματική απόφαση είναι εάν το Κάιρο θέλει να ενταχθεί σε ένα νέο αμυντικό σύστημα στο οποίο τον ισχυρότερο πολιτικό ρόλο διεκδικούν η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία.
Η Αίγυπτος είναι η πολυπληθέστερη αραβική χώρα και ιστορικά θεωρεί τον εαυτό της φυσικό πυλώνα του αραβικού κόσμου.
Δεν είναι αυτονόητο ότι θα αποδεχθεί έναν ρόλο στον οποίο θα εμφανίζεται ως τέταρτος εταίρος ενός συστήματος που σχεδιάστηκε αλλού.
Και υπάρχει ο παράγοντας Ινδία
Η παρουσία του Πακιστάν δημιουργεί ακόμη ένα επίπεδο δυσκολίας.
Η Αίγυπτος έχει αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με την Ινδία και επιδιώκει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική χωρίς να παγιδεύεται στις αντιπαλότητες άλλων κρατών.
Η ένταξή της σε μια αμυντική συμφωνία με το Πακιστάν θα μπορούσε να απαιτήσει πολύ προσεκτική διαχείριση των σχέσεών της με το Νέο Δελχί.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το Κάιρο μπορεί να προτιμήσει να παραμείνει μέσα στο R4 ως πολιτικός και διπλωματικός εταίρος, χωρίς να περάσει υποχρεωτικά σε πλήρη αμυντική δέσμευση.
Η Γάζα ως κόλλα της νέας συνεννόησης
Εκεί όπου Τουρκία και Αίγυπτος βρίσκονται σήμερα πολύ πιο κοντά είναι η Γάζα.
Άγκυρα και Κάιρο έχουν υιοθετήσει πολύ σκληρή γραμμή απέναντι στην ισραηλινή πολιτική και συμμετέχουν επανειλημμένα σε κοινές δηλώσεις μαζί με Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιορδανία και άλλες μουσουλμανικές χώρες.
Ο Φιντάν έχει ήδη ζητήσει σε προηγούμενη επίσκεψή του στο Ελ Αλαμέιν κοινή διεθνή δράση απέναντι στα ισραηλινά σχέδια για τη Γάζα.
Η Γάζα λειτουργεί επομένως ως το ισχυρότερο πεδίο σύγκλισης Τουρκίας–Αιγύπτου.
Όμως αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και κοινή στρατηγική απέναντι στο Ισραήλ.
Γιατί η Αίγυπτος δεν μπορεί εύκολα να γίνει αντιισραηλινός πόλος
Η Αίγυπτος έχει έναν περιορισμό που η Τουρκία δεν έχει στον ίδιο βαθμό.
Μοιράζεται σύνορα με το Ισραήλ και τη Γάζα και είναι η πρώτη αραβική χώρα που αναγνώρισε το Ισραήλ, μετά τη συμφωνία ειρήνης του 1979.
Αυτό σημαίνει ότι το Κάιρο μπορεί να ασκεί πολύ σκληρή κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας με το Ισραήλ.
Χωρίς αυτούς, ο ρόλος της Αιγύπτου ως διαμεσολαβητή στη Γάζα θα αποδυναμωνόταν.
Γι’ αυτό η αιγυπτιακή εξωτερική πολιτική έχει συμφέρον να διατηρεί ταυτόχρονα:
σχέσεις με το Ισραήλ, στενή συνεργασία με Ελλάδα και Κύπρο, δίαυλο με την Τουρκία, συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και ισχυρές σχέσεις με ΗΠΑ και ΗΑΕ.
Αυτή η πολυκατευθυντική ισορροπία είναι ίσως η μεγαλύτερη γεωπολιτική δύναμη του Καΐρου.
Η Λιβύη είναι το δεύτερο μεγάλο τεστ
Ένα ακόμη πεδίο όπου η επαναπροσέγγιση Τουρκίας–Αιγύπτου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική είναι η Λιβύη.
Για χρόνια, οι δύο χώρες στήριζαν αντίπαλα στρατόπεδα.
Η Τουρκία είχε στρατιωτική παρουσία και ισχυρή επιρροή στη δυτική Λιβύη, ενώ η Αίγυπτος διατηρούσε στενούς δεσμούς με την ανατολική πλευρά και το στρατόπεδο Χαφτάρ.
Εάν Άγκυρα και Κάιρο καταφέρουν να μετατρέψουν τον ανταγωνισμό σε συνεννόηση, τότε ένα από τα βασικά ρήγματα της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να αρχίσει να κλείνει.
Αλλά για την Ελλάδα αυτό έχει διπλή σημασία.
Διότι η Λιβύη συνδέεται ευθέως και με το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο η Αθήνα απορρίπτει ως ανυπόστατο.
Το μεγάλο ελληνικό ερώτημα
Για την Αθήνα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι εάν η Τουρκία και η Αίγυπτος θα αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους.
Αυτό έχει ήδη συμβεί σε μεγάλο βαθμό και αποτελεί πραγματικότητα που η ελληνική διπλωματία έχει υπολογίσει.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η βελτίωση των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων θα αλλάξει τις στρατηγικές επιλογές του Καΐρου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μέχρι σήμερα, τα δεδομένα δεν δείχνουν εγκατάλειψη της ελληνοαιγυπτιακής σχέσης.
Η συμφωνία ΑΟΖ παραμένει σε ισχύ.
Η τριμερής Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος είναι θεσμοθετημένη.
Το East Mediterranean Gas Forum εξακολουθεί να έχει έδρα το Κάιρο.
Και η Αίγυπτος έχει επενδύσει επί χρόνια σε έναν ρόλο που της επιτρέπει να συνομιλεί με όλους χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από κανέναν.
Το δύσκολο παιχνίδι του Φιντάν
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τουρκική κίνηση δεν είναι σοβαρή.
Το αντίθετο.
Ο Χακάν Φιντάν επιχειρεί να κάνει κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν σχεδόν αδύνατο: να μετατρέψει μια σχέση βαθιάς εχθρότητας με την κυβέρνηση Σίσι σε στρατηγική συνεργασία.
Το ρήγμα είχε ανοίξει μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι το 2013, όταν η Άγκυρα βρέθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση με το νέο καθεστώς της Αιγύπτου.
Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Τουρκία δεν περιορίζεται στην αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων.
Θέλει το Κάιρο δίπλα της σε έναν νέο περιφερειακό μηχανισμό.
Αυτό από μόνο του αποτελεί μεγάλη αλλαγή των ισορροπιών.
Η «Μέκκα» δεν είναι ακόμη αντίπαλο ΝΑΤΟ – αλλά είναι μήνυμα
Θα ήταν υπερβολή να χαρακτηριστεί σήμερα το σχήμα Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν ένα πλήρως λειτουργικό «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ».
Δεν υπάρχει ακόμη η θεσμική, επιχειρησιακή και στρατιωτική ενοποίηση μιας συμμαχίας αυτού του επιπέδου.
Υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ των τριών χωρών σε εξοπλισμούς, στρατηγικές προτεραιότητες και περιφερειακές σχέσεις. Αναλυτές έχουν ήδη επισημάνει ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν να περιορίσουν την πραγματική στρατιωτική αποτελεσματικότητα του νέου σχήματος.
Αλλά η πολιτική σημασία είναι αδιαμφισβήτητη.
Για πρώτη φορά, τρεις από τις σημαντικότερες δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου δημιουργούν ρητό μηχανισμό αμοιβαίας άμυνας.
Και η Άγκυρα θέλει να μεγαλώσει τον κύκλο.
Η πραγματική μάχη είναι για την αρχιτεκτονική της περιοχής
Η επίσκεψη Φιντάν στην Αίγυπτο δεν αφορά τελικά μόνο τις σχέσεις δύο χωρών.
Αφορά μια πολύ μεγαλύτερη αναμέτρηση για το ποιος θα καθορίσει τη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Από τη μία πλευρά υπάρχουν τα ήδη διαμορφωμένα πλέγματα συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ, τα οποία αναπτύχθηκαν την προηγούμενη δεκαετία γύρω από την ενέργεια, τις θαλάσσιες ζώνες και την ασφάλεια.
Από την άλλη, η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει έναν νέο άξονα με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, εκμεταλλευόμενη την απογοήτευση πολλών περιφερειακών κρατών από τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας και την κρίση γύρω από τη Γάζα και το Ιράν.
Και ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η Αίγυπτος.
Το Κάιρο είναι ίσως το πολυτιμότερο γεωπολιτικό “έπαθλο” αυτής της αναδιάταξης.
Για την Τουρκία, η ένταξή του στη Συμφωνία της Μέκκας θα ήταν τεράστια στρατηγική επιτυχία.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, όμως, το πραγματικό ζητούμενο είναι διαφορετικό: να διατηρηθεί η Αίγυπτος ως σταθερός εταίρος στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς η βελτίωση των σχέσεών της με την Άγκυρα να μετατραπεί σε αναθεώρηση των υφιστάμενων συμφωνιών και ισορροπιών.
Ο Φιντάν άνοιξε το παιχνίδι.
Το αν ο Σίσι θα παίξει με τους όρους της Άγκυρας ή θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε όλα τα κέντρα ισχύος, είναι το ερώτημα που θα κρίνει πολύ περισσότερα από μία ακόμη διπλωματική επίσκεψη.
Πηγή: pagenews.gr
