Η πιθανή αποστολή ακόμη 30.000 Βορειοκορεατών στρατιωτών στη Ρωσία δεν είναι απλώς μια ακόμη συμφωνία ανθρώπινου δυναμικού μεταξύ Βλαντίμιρ Πούτιν και Κιμ Γιονγκ Ουν.
Μπορεί να είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: μια μακροπρόθεσμη επένδυση της Πιονγκγιάνγκ στον επόμενο πόλεμο της Κορεατικής Χερσονήσου.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι η Ρωσία προετοιμάζεται να δεχθεί επιπλέον 30.000 Βορειοκορεάτες στρατιώτες, ενώ η Πιονγκγιάνγκ φέρεται να σχεδιάζει και νέες αποστολές εκτοξευτών βαλλιστικών πυραύλων. Η Νότια Κορέα δηλώνει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, χωρίς να επιβεβαιώνει ανεξάρτητα τις ουκρανικές πληροφορίες.
Το πραγματικό κέρδος του Κιμ δεν είναι στην Ουκρανία
Η άμεση στρατιωτική επίδραση 30.000 επιπλέον στρατιωτών στο ουκρανικό μέτωπο μπορεί να είναι σημαντική αλλά όχι καθοριστική.
Η Ρωσία μπορεί να τους χρησιμοποιήσει για άμυνα, επιθέσεις πεζικού, μηχανικό, φύλαξη τομέων και απελευθέρωση ρωσικών μονάδων για δυσκολότερες αποστολές.
Το σημαντικότερο όμως είναι τι θα επιστρέψει μαζί τους στη Βόρεια Κορέα.
Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί της Πιονγκγιάνγκ αποκτούν πρόσβαση σε έναν πόλεμο που έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο εργαστήριο σύγχρονης συμβατικής μάχης στον κόσμο.
Drones, FPV επιθέσεις, ηλεκτρονικός πόλεμος, συνεχής δορυφορική και εναέρια επιτήρηση, παρεμβολές στις επικοινωνίες, πυροβολικό συνδεδεμένο με UAV και ταχύτατη προσαρμογή τακτικών αποτελούν πλέον καθημερινότητα στην Ουκρανία.
Το πόσο καθοριστική έχει γίνει αυτή η εμπειρία φαίνεται ακόμη και από το γεγονός ότι δυτικές δυνάμεις μαθαίνουν πλέον από τους ίδιους τους Ουκρανούς πάνω σε drones και electronic warfare.
Η «στρατηγική του Πεδεμοντίου»
Η ιστορική αναλογία είναι εντυπωσιακή.
Το 1855 το μικρό Βασίλειο του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας έστειλε περίπου 15.000 στρατιώτες στον Κριμαϊκό Πόλεμο στο πλευρό της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Δεν πήγε στην Κριμαία επειδή είχε άμεσο εδαφικό συμφέρον εκεί.
Ο Καμίλο Καβούρ ήθελε κάτι πολύ μεγαλύτερο: θέση στο τραπέζι των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η στρατιωτική συνεισφορά άνοιξε την πόρτα στο Συνέδριο των Παρισίων, ενίσχυσε τη σχέση με τη Γαλλία και τελικά βοήθησε το Πεδεμόντιο να αποκτήσει τη γαλλική υποστήριξη που χρειαζόταν απέναντι στην Αυστρία.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ιταλία είχε αλλάξει.
Η Βόρεια Κορέα μπορεί να επιχειρεί κάτι ανάλογο: περιορισμένη στρατιωτική συνεισφορά σε έναν μακρινό πόλεμο με αντάλλαγμα πολύ μεγαλύτερα οφέλη στην περιοχή όπου πραγματικά ενδιαφέρεται — την Κορεατική Χερσόνησο.
Τέσσερα μεγάλα ανταλλάγματα από τον Πούτιν
Η Πιονγκγιάνγκ μπορεί να βγει από τον πόλεμο με τέσσερα μεγάλα κέρδη.
Το πρώτο είναι η πραγματική πολεμική εμπειρία.
Στρατιώτες και αξιωματικοί μαθαίνουν πώς επιβιώνει μια μονάδα όταν βρίσκεται μόνιμα υπό παρακολούθηση drones, πώς αποκρύπτονται οχήματα και εκτοξευτές, πώς λειτουργούν σε περιβάλλον ισχυρών παρεμβολών και πώς συνδυάζονται πυροβολικό, UAV, ηλεκτρονικός και κυβερνοπόλεμος.
Το δεύτερο είναι η πρόσβαση στους ίδιους τους ρωσικούς στρατιωτικούς θεσμούς.
Οι σχέσεις με διοικήσεις, εκπαιδευτικά κέντρα, υπηρεσίες πληροφοριών και αμυντικές βιομηχανίες μπορεί μακροπρόθεσμα να αποδειχθούν πολυτιμότερες από μία μεμονωμένη παρτίδα όπλων.
Το τρίτο είναι η τεχνολογία.
Η μεγάλη ανησυχία για ΗΠΑ, Νότια Κορέα και Ιαπωνία είναι εάν η Ρωσία ανταποδώσει την υποστήριξη με βοήθεια σε κατευθυνόμενους πυραύλους, στρατιωτικούς δορυφόρους, αεράμυνα, αεροσκάφη, υποβρύχια, ηλεκτρονικό πόλεμο ή παραγωγή όπλων.
Και το τέταρτο είναι η πολιτική κάλυψη.
Μια στενότερη σχέση με τη Μόσχα μπορεί να κάνει την Πιονγκγιάνγκ πιο δύσκολο να απομονωθεί και να περιορίσει ακόμη περισσότερο την αποτελεσματικότητα των διεθνών κυρώσεων.
Οι βετεράνοι θα επιστρέψουν στην Κορέα
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη απειλή.
Οι Βορειοκορεάτες που θα επιβιώσουν από το ουκρανικό μέτωπο δεν θα επιστρέψουν απλώς ως στρατιώτες με μετάλλια.
Μπορούν να γίνουν εκπαιδευτές.
Να αναλάβουν νέες μονάδες drones και ηλεκτρονικού πολέμου.
Να μεταφέρουν τις τακτικές που είδαν στη Ρωσία στην εκπαίδευση ολόκληρου του βορειοκορεατικού στρατού.
Και να αλλάξουν το δόγμα μιας δύναμης που για δεκαετίες στηριζόταν περισσότερο σε τεράστιους αριθμούς πυροβολικού και ανθρώπινου δυναμικού παρά σε πραγματική σύγχρονη πολεμική εμπειρία.
Αυτό δεν θα εξαλείψει το τεχνολογικό πλεονέκτημα της Νότιας Κορέας και των ΗΠΑ.
Μπορεί όμως να κάνει τον βορειοκορεατικό στρατό πολύ δυσκολότερο αντίπαλο.
Drones και ηλεκτρονικός πόλεμος αλλάζουν το παιχνίδι
Το μάθημα της Ουκρανίας είναι ότι ακόμη και ο πιο προηγμένος στρατός μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα απέναντι σε φθηνά drones, αποκεντρωμένα δίκτυα επιτήρησης και ηλεκτρονικές παρεμβολές.
Πρόσφατη αμερικανοουκρανική άσκηση στη Γερμανία έδειξε μάλιστα πόσο αποτελεσματικές μπορούν να είναι οι ουκρανικές drone units απέναντι σε βαριές τεθωρακισμένες μονάδες των ΗΠΑ.
Για την Κορεατική Χερσόνησο, αυτό έχει άμεση σημασία.
Η Βόρεια Κορέα διαθέτει ήδη τεράστιο πυραυλικό και πυροβολικό οπλοστάσιο.
Εάν προσθέσει αποτελεσματικά συστήματα drones, καλύτερο electronic warfare, βελτιωμένη απόκρυψη κινητών εκτοξευτών και μεγαλύτερη ικανότητα συντονισμού πυραύλων, artillery, cyber και UAV, τότε μπορεί να δυσκολέψει σημαντικά την αμερικανονοτιοκορεατική προσπάθεια ταχείας καταστροφής των επιθετικών της δυνατοτήτων.
Η Πιονγκγιάνγκ μπορεί να γίνει πιο τολμηρή
Υπάρχει όμως και πολιτική συνέπεια.
Εάν ο Κιμ πιστέψει ότι διαθέτει πλέον ισχυρότερη ρωσική προστασία και πιο έμπειρες ένοπλες δυνάμεις, μπορεί να αλλάξει και η διάθεσή του για ανάληψη κινδύνων.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα γενικευμένο πόλεμο.
Μπορεί να σημαίνει περισσότερες ναυτικές προκλήσεις, εισβολές drones, περιορισμένα επεισόδια στα σύνορα ή επιθετικότερες στρατιωτικές επιδείξεις με την εκτίμηση ότι η Νότια Κορέα και οι ΗΠΑ θα αποφύγουν την κλιμάκωση.
Και η σημερινή συγκυρία είναι ακόμη πιο ευαίσθητη, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ μόλις περιόρισε τις κοινές ασκήσεις ΗΠΑ–Νότιας Κορέας, ενώ Νοτιοκορεάτες αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η Βόρεια Κορέα αποκτά από τη Ρωσία πραγματική εμπειρία στη χρήση drones.
Ο πόλεμος της Ευρώπης επιστρέφει στην Ασία
Αυτό είναι το μεγαλύτερο γεωπολιτικό συμπέρασμα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία παύει να είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκός.
Βορειοκορεατικό ανθρώπινο δυναμικό και οπλικά συστήματα επηρεάζουν το ευρωπαϊκό πεδίο μάχης.
Αντίστροφα, ρωσική τεχνολογία, επιχειρησιακή γνώση και πολεμική εμπειρία μπορεί να επιστρέψουν στην Ανατολική Ασία.
Έτσι δημιουργείται μια πραγματική διασύνδεση των δύο μετώπων.
Αυτό που συμβαίνει στο Κουρσκ, στο Ντονμπάς ή στη νότια Ουκρανία μπορεί σε λίγα χρόνια να επηρεάζει το πώς ο βορειοκορεατικός στρατός επιχειρεί απέναντι στη Σεούλ.
Τι πρέπει να φοβάται περισσότερο η Δύση
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι εάν οι 30.000 στρατιώτες θα ανατρέψουν την ισορροπία στην Ουκρανία.
Είναι τι παίρνει ο Κιμ σε αντάλλαγμα.
Μια συνηθισμένη μεταφορά drones ή εξοπλισμού είναι διαχειρίσιμη.
Αν όμως η Μόσχα αρχίσει να μεταφέρει προηγμένα συστήματα αεράμυνας, τεχνολογία βαλλιστικών πυραύλων, υποβρυχίων, στρατιωτικών δορυφόρων ή ακόμη πιο ευαίσθητη πυρηνική τεχνογνωσία, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να αλλάξει στρατηγικά την ισορροπία στην Κορεατική Χερσόνησο.
Γι’ αυτό ΗΠΑ, Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Ουκρανία και Ευρωπαίοι έχουν λόγο να παρακολουθούν όχι μόνο τους Βορειοκορεάτες που φεύγουν για τη Ρωσία.
Αλλά κυρίως τι φεύγει από τη Ρωσία προς τη Βόρεια Κορέα.
Ο πόλεμος μετά τον πόλεμο
Η ιστορία του Πεδεμοντίου δείχνει ότι μια μικρότερη δύναμη δεν χρειάζεται να κερδίσει έναν μακρινό πόλεμο για να βγει στρατηγικά κερδισμένη από αυτόν.
Αρκεί να μετατρέψει τη συμμετοχή της σε πρόσβαση, τεχνολογία και πολιτική υποστήριξη.
Ο Κιμ μπορεί να κάνει ακριβώς αυτό.
Και τότε η πραγματική κληρονομιά της συμμετοχής της Βόρειας Κορέας στον πόλεμο της Ουκρανίας δεν θα φανεί στα χαρακώματα της Ευρώπης.
Θα φανεί χρόνια αργότερα, όταν οι στρατιώτες της επιστρέψουν στην Ασία με πραγματική πολεμική εμπειρία και ένας πολύ στενότερος στρατιωτικός δεσμός με τη Ρωσία θα έχει ήδη εδραιωθεί.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν 30.000 Βορειοκορεάτες μπορούν να αλλάξουν την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία.
Είναι αν η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Βόρεια Κορέα θα πολεμήσει τον επόμενο δικό της πόλεμο.
Πηγή: pagenews.gr
