Γεωπολιτική Ενέργεια

«Ώρα μηδέν» για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Το επόμενο μεγάλο τεστ με την Τουρκία

«Ώρα μηδέν» για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Το επόμενο μεγάλο τεστ με την Τουρκία
Η Αθήνα ετοιμάζεται για την επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών του Great Sea Interconnector – Η είσοδος της γαλλικής Meridiam αλλάζει τις ισορροπίες, το προηγούμενο της Κάσου παραμένει ανοιχτή πληγή και το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν η Άγκυρα επιχειρήσει ξανά να μπλοκάρει ένα έργο στρατηγικής σημασίας για Ελλάδα, Κύπρο και Ευρώπη

Το επόμενο μεγάλο κρας τεστ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορεί να μην προέλθει από ένα πολεμικό πλοίο, ένα μαχητικό ή μια γεώτρηση.

Μπορεί να προέλθει από ένα καλώδιο στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου.

Η επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών για τον Great Sea Interconnector (GSI), την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα δυσκολότερα γεωπολιτικά ζητήματα ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα.

Και αυτή τη φορά το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο.

Στις 5 Αυγούστου, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, υπογράφηκε η συμφωνία για την είσοδο της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στον GSI, ενώ παράλληλα υπεγράφη τριμερής συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για τις θαλάσσιες έρευνες βυθού που απαιτούνται για την υλοποίηση του έργου.

Η εξέλιξη ουσιαστικά ξαναβάζει μπροστά ένα έργο που είχε βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με οικονομικές και τεχνικές δυσκολίες, αλλά με την ίδια τη γεωπολιτική αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το καλώδιο που μπορεί να ξαναφέρει ελληνικά και τουρκικά πολεμικά απέναντι

Το πρόβλημα είναι γνωστό στην Αθήνα.

Το καλοκαίρι του 2024, το ιταλικό ερευνητικό πλοίο Ievoli Relume πραγματοποιούσε έρευνες για το έργο νοτίως της Κάσου και της Καρπάθου.

Στις 22 και 23 Ιουλίου, η παρουσία του στην περιοχή προκάλεσε μία από τις σοβαρότερες ελληνοτουρκικές εντάσεις εκείνης της περιόδου.

Τουρκικές ναυτικές μονάδες εμφανίστηκαν στην περιοχή, η Ελλάδα ανέπτυξε δικά της πολεμικά πλοία και για περίπου 40 ώρες οι δύο πλευρές βρέθηκαν σε μια επικίνδυνη αντιπαράθεση που τελικά αποκλιμακώθηκε μέσω διπλωματικών διαύλων.

Ο ΑΔΜΗΕ ανακοίνωσε τότε ότι το Ievoli Relume ολοκλήρωσε τις προβλεπόμενες εργασίες του στα διεθνή ύδατα μεταξύ Κάσου και Καρπάθου.

Το περιστατικό, όμως, άφησε πίσω του ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα.

Τι θα συμβεί όταν οι έρευνες κινηθούν ξανά σε περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει δικές της αξιώσεις;

Η Άγκυρα βάζει στο τραπέζι το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Η τουρκική αντίδραση δεν αφορά το ίδιο το ηλεκτρικό καλώδιο.

Αφορά το ποιος έχει δικαιοδοσία στις θαλάσσιες περιοχές από τις οποίες πρέπει να περάσει.

Η Άγκυρα έχει χρησιμοποιήσει τις αξιώσεις που απορρέουν από το τουρκολιβυκό μνημόνιο για να υποστηρίξει ότι δραστηριότητες σε τμήματα της περιοχής δεν μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς τουρκική συναίνεση.

Η Αθήνα απορρίπτει αυτή τη θέση.

Κατά την κρίση της Κάσου, η ελληνική πλευρά υποστήριζε ότι οι έρευνες πραγματοποιούνταν τόσο εντός ελληνικών χωρικών υδάτων όσο και σε περιοχή ελληνικής ΑΟΖ που έχει οριοθετηθεί μέσω της συμφωνίας Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020.

Έτσι, ένα τεχνικό έργο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο:

σε πρακτική δοκιμή των ανταγωνιστικών ελληνικών και τουρκικών θέσεων για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Γαλλία μπαίνει τώρα στο παιχνίδι

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλλαγή του 2026.

Η είσοδος της Meridiam μεταβάλλει όχι μόνο την οικονομική αλλά και τη γεωπολιτική εξίσωση.

Ο γαλλικός επενδυτικός όμιλος απέκτησε την πλειοψηφία στην εταιρεία του GSI, περιορίζοντας τον ΑΔΜΗΕ από τον προηγούμενο ρόλο του ως ελέγχοντος μετόχου.

Η κίνηση προσφέρει στο έργο έναν ισχυρό διεθνή επενδυτή και διαμοιράζει μέρος του χρηματοδοτικού κινδύνου.

Παράλληλα, όμως, προσθέτει ένα σαφές γαλλικό αποτύπωμα σε ένα έργο που βρίσκεται αντιμέτωπο με τουρκικές αντιρρήσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση περιέγραψε άλλωστε την είσοδο της Meridiam ως ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης όχι μόνο στον ελληνικό ενεργειακό τομέα αλλά και στη στρατηγική αξία της διασύνδεσης για την Ευρώπη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Γαλλία έχει αναλάβει κάποια στρατιωτική υποχρέωση προστασίας των ερευνών.

Σημαίνει όμως ότι το κόστος μιας νέας κρίσης δεν θα αφορά πλέον αποκλειστικά Αθήνα, Λευκωσία και Άγκυρα.

Από ελληνοτουρκικό πρόβλημα σε ευρωπαϊκό έργο

Αυτό είναι και το ισχυρότερο χαρτί που επιχειρεί να χρησιμοποιήσει η Αθήνα.

Ο Great Sea Interconnector δεν αποτελεί απλώς ένα διμερές ενεργειακό project Ελλάδας και Κύπρου.

Έχει χαρακτηριστεί Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Κομισιόν να έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι θα χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα διπλωματικά μέσα για την αντιμετώπιση του γεωπολιτικού κινδύνου γύρω από την υλοποίησή του.

Για την Αθήνα, επομένως, η στρατηγική είναι προφανής:

όσο περισσότερο το καλώδιο μετατρέπεται από «ελληνικό έργο» σε ευρωπαϊκή στρατηγική υποδομή με γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Τουρκία να παρουσιάζει την υπόθεση ως ακόμη μία διμερή διαφορά με την Ελλάδα.

Γιατί το καλώδιο είναι τόσο σημαντικό για την Κύπρο

Για την Κύπρο, το έργο έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Το νησί παραμένει ενεργειακά απομονωμένο από το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.

Η υποθαλάσσια διασύνδεση φιλοδοξεί να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα, επιτρέποντας στην Κύπρο να συνδεθεί ηλεκτρικά με την Ελλάδα και, μέσω αυτής, με την ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό έχει στρατηγική σημασία για την ενεργειακή ασφάλεια, την καλύτερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών και τη μείωση της ενεργειακής απομόνωσης του νησιού.

Γι’ αυτό και ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το έργο στρατηγικής σημασίας όχι μόνο για την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά για την Ευρώπη συνολικά.

Υπάρχει όμως και οικονομικό αγκάθι

Η γεωπολιτική δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα.

Το έργο έχει περάσει επίσης από σημαντικές χρηματοδοτικές αβεβαιότητες και διαφωνίες για τον τρόπο κατανομής του κόστους και του επενδυτικού κινδύνου.

Η είσοδος της Meridiam επιχειρεί να απαντήσει σε μέρος αυτών των προβλημάτων.

Δεν τα εξαφανίζει.

Αναλύσεις μετά τη συμφωνία επισημαίνουν ότι οι τουρκικές αντιρρήσεις παραμένουν, το μακροπρόθεσμο χρηματοδοτικό πλαίσιο χρειάζεται περαιτέρω σταθεροποίηση και οι εκκρεμότητες με τη Λευκωσία δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως.

Άρα η νέα συμφωνία δεν αποτελεί το τέλος της περιπέτειας.

Είναι περισσότερο μια προσπάθεια επανεκκίνησης ενός έργου που είχε κολλήσει ανάμεσα στη χρηματοδότηση και τη γεωπολιτική.

Το πραγματικό τεστ θα γίνει στη θάλασσα

Όλες οι συμφωνίες, οι επενδυτές και οι διπλωματικές δηλώσεις θα κριθούν τελικά σε ένα σημείο:

όταν τα ερευνητικά πλοία επιστρέψουν στη θάλασσα.

Εάν οι εργασίες προχωρήσουν χωρίς αντίδραση, θα πρόκειται για σημαντική εξέλιξη και πιθανό σημάδι ότι Αθήνα και Άγκυρα επιθυμούν να κρατήσουν το συγκεκριμένο ζήτημα μακριά από μια νέα κρίση.

Εάν όμως εμφανιστούν ξανά τουρκικές ναυτικές μονάδες με στόχο να αμφισβητήσουν τις εργασίες, τότε η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε ένα πολύ δύσκολο δίλημμα.

Να επιμείνει στην εκτέλεση των ερευνών, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο κλιμάκωσης;

Ή να αναζητήσει ξανά διπλωματική αποκλιμάκωση, με τον κίνδυνο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Τουρκία μπορεί στην πράξη να επηρεάζει έργα που η Αθήνα θεωρεί ότι πραγματοποιούνται νομίμως;

Η Κάσος δημιούργησε προηγούμενο – τώρα η Αθήνα θέλει να το ξεπεράσει

Το επεισόδιο του 2024 παραμένει σημαντικό ακριβώς επειδή αποκάλυψε πόσο εύκολα ένα ερευνητικό πλοίο μπορεί να μετατραπεί σε επίκεντρο στρατιωτικής κρίσης.

Τότε, ελληνικά και τουρκικά πολεμικά βρέθηκαν στην ίδια περιοχή και χρειάστηκε διπλωματική διαχείριση για να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση.

Δύο χρόνια αργότερα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει.

Υπάρχει νέος πλειοψηφικός επενδυτής.

Υπάρχει νέα συμφωνία για τις έρευνες.

Και υπάρχει σαφής προσπάθεια της Αθήνας να προσδώσει στο έργο ακόμη ισχυρότερο γαλλικό και ευρωπαϊκό χαρακτήρα.

Το βασικό πρόβλημα όμως παραμένει το ίδιο:

η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τις θέσεις της για τις θαλάσσιες ζώνες.

Δεν είναι απλώς ένα καλώδιο

Γι’ αυτό και ο Great Sea Interconnector έχει σημασία πολύ πέρα από την ενέργεια.

Για την Κύπρο είναι δρόμος εξόδου από την ηλεκτρική απομόνωση.

Για την Ελλάδα είναι στρατηγική ενεργειακή υποδομή και ταυτόχρονα δοκιμή της δυνατότητάς της να υλοποιεί έργα σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει ανταγωνιστικές αξιώσεις.

Για τη Γαλλία αποτελεί πλέον και επενδυτικό συμφέρον.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι έργο που έχει ενταχθεί στον σχεδιασμό των διευρωπαϊκών ενεργειακών υποδομών.

Και για την Τουρκία αγγίζει τον πυρήνα μιας πολύ μεγαλύτερης διεκδίκησης για τη διαμόρφωση των θαλάσσιων ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επόμενη ελληνοτουρκική κρίση μπορεί να ξεκινήσει στον βυθό

Αθήνα και Άγκυρα έχουν κάθε λόγο να αποφύγουν μια νέα στρατιωτική κρίση.

Αλλά το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου δημιουργεί ακριβώς το είδος της κατάστασης όπου οι διαφορετικές νομικές και γεωπολιτικές θέσεις των δύο χωρών μετατρέπονται από θεωρία σε πρακτική αντιπαράθεση επί του πεδίου.

Όσο το έργο βρίσκεται πάνω σε χάρτες, οι διαφωνίες μπορούν να παραμένουν διπλωματικές.

Όταν όμως ένα ερευνητικό πλοίο βγει στη θάλασσα και αρχίσει να κινείται πάνω στη σχεδιαζόμενη διαδρομή του καλωδίου, κάποιος πρέπει να αποφασίσει εάν θα το αφήσει να συνεχίσει.

Εκεί θα βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία.

Η είσοδος της Meridiam έχει δώσει στο Great Sea Interconnector νέα οικονομική και πολιτική δυναμική. Η συμφωνία με τη Nexans ανοίγει τον δρόμο για την επανεκκίνηση των ερευνών.

Αλλά το δυσκολότερο κομμάτι δεν βρίσκεται στα γραφεία της Αθήνας, του Παρισιού ή των Βρυξελλών.

Βρίσκεται στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου – και εκεί θα φανεί αν το καλώδιο που πρέπει να ενώσει Ελλάδα και Κύπρο μπορεί να περάσει χωρίς να πυροδοτήσει την επόμενη μεγάλη δοκιμασία με την Τουρκία.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο