Χρέος: Η Ελλάδα κατεβαίνει από την κορυφή της Ευρώπης – Η παγίδα που κρύβεται μετά το 2030
Πηγή Φωτογραφίας: pixabay//Χρέος: Η Ελλάδα κατεβαίνει από την κορυφή της Ευρώπης – Η παγίδα που κρύβεται μετά το 2030
Η Ελλάδα μόλις έσβησε ακόμη 2,5 δισ. ευρώ από τον λογαριασμό του δημόσιου χρέους.
Η κίνηση έχει σημασία.
Όχι όμως μόνο για το ποσό.
Πίσω από την αποπληρωμή προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας – EFSF βρίσκεται μία πολύ μεγαλύτερη αλλαγή που θα ξεδιπλωθεί σταδιακά μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.
Η χώρα επιχειρεί να αφήσει πίσω της την περίοδο κατά την οποία βρισκόταν μονίμως στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης χρέους.
Και εφόσον οι σημερινές προβλέψεις επιβεβαιωθούν, τα επόμενα χρόνια θα περάσει διαδοχικά τρία μεγάλα ορόσημα:
Ιταλία – 120% – 100%.
Μόνο που υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Όσο υποχωρούν τα παλιά δάνεια της περιόδου των μνημονίων, τόσο μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης θα πρέπει να αναζητείται με τους όρους που θα επικρατούν στις αγορές.
Και αυτό σημαίνει:
περισσότερη έκθεση στα επιτόκια.
Τι ακριβώς συνέβη με τα 2,5 δισ.
Η τελευταία αποπληρωμή δεν χρηματοδοτήθηκε από κάποιο νέο φορολογικό έσοδο.
Τα χρήματα προήλθαν από την επαναϊδιωτικοποίηση των ελληνικών τραπεζών που είχαν στηριχθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Μετά τη συγχώνευση του ΤΧΣ με την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας υπήρχαν περίπου 4 δισ. ευρώδιαθέσιμων σχετικών εσόδων.
Οι EFSF και ESM διατηρούν συμβατικά δικαιώματα επί αυτών των ποσών λόγω των κεφαλαίων που είχαν χρησιμοποιηθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Ο EFSF ενεργοποίησε αυτό το δικαίωμα για 2,5 δισ. ευρώ.
Και υπήρχε οικονομικός λόγος για την επιλογή του συγκεκριμένου δανείου:
το κόστος των δανείων του EFSF είναι υψηλότερο από εκείνο των δανείων του ESM.
Άρα, από τη στιγμή που τα χρήματα επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για χρέος, είχε νόημα να κατευθυνθούν στην ακριβότερη από τις δύο υποχρεώσεις.
Η Ελλάδα πλησιάζει την Ιταλία
Το πρώτο μεγάλο ορόσημο είναι κυρίως συμβολικό αλλά και σημαντικό για τις αγορές.
Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στο να πάψει να είναι η χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Οι τελευταίες προβολές του ΔΝΤ δείχνουν την ελληνική αναλογία χρέους να συνεχίζει να υποχωρεί, ενώ η Ιταλία παραμένει κοντά στο 138% του ΑΕΠ.
Εφόσον οι δύο διαδρομές εξελιχθούν όπως προβλέπεται, η μεταξύ τους κατάταξη αντιστρέφεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό χρέος ξαφνικά γίνεται χαμηλό.
Παραμένει εξαιρετικά υψηλό.
Αλλά αλλάζει η κατεύθυνση.
Και στις αγορές δεν μετρά μόνο το ύψος ενός χρέους.
Μετρά επίσης εάν ανεβαίνει ή κατεβαίνει, πόσο κοστίζει η εξυπηρέτησή του και πότε πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί.
Το επόμενο σκαλοπάτι είναι το 120%
Η δεύτερη μεγάλη γραμμή βρίσκεται στο 120% του ΑΕΠ.
Οι προβολές του ΔΝΤ δείχνουν:
120,4% το 2029, 115,6% το 2030, 111,2% το 2031.
Άρα, με βάση το βασικό σενάριο του Ταμείου, η χώρα βρίσκεται πολύ κοντά στο όριο του 120% ήδη το 2029 και περνά καθαρά χαμηλότερα το επόμενο έτος.
Αυτές, όμως, είναι προβολές.
Δεν είναι εγγυημένη πορεία.
Για να πραγματοποιηθούν χρειάζεται να συνεχιστούν η ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η δημοσιονομική πειθαρχία.
Και εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη παγίδα.
Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης αρχίζει το δύσκολο μέρος
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει δεχθεί ισχυρή επενδυτική ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Αυτός ο εξαιρετικά μεγάλος ευρωπαϊκός χρηματοδοτικός κύκλος δεν θα διαρκεί για πάντα.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη περίοδο είναι επομένως:
μπορεί η οικονομία να διατηρήσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης όταν αυτή η ώθηση εξασθενήσει;
Εάν η απάντηση είναι θετική, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να συνεχίσει να πέφτει γρήγορα.
Εάν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί σημαντικά, η αριθμητική γίνεται δυσκολότερη.
Γιατί το χρέος δεν μειώνεται μόνο όταν αποπληρώνονται δάνεια.
Μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ και όταν μεγαλώνει αρκετά γρήγορα ο παρονομαστής:
η ίδια η οικονομία.
Ο μεγάλος στόχος: Κάτω από 100%
Η επόμενη ιστορική γραμμή είναι το 100% του ΑΕΠ.
Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, η προσέγγιση αυτού του επιπέδου τοποθετείται περίπου στη διετία 2033–2034.
Εάν επιτευχθεί, θα πρόκειται για μια εντυπωσιακή αλλαγή σε σχέση με την κορύφωση της προηγούμενης δεκαετίας.
Δεν θα σημαίνει, βέβαια, ότι η Ελλάδα θα έχει λύσει οριστικά το πρόβλημα του χρέους.
Χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι μεγάλο.
Αλλά η χώρα θα έχει διανύσει μία τεράστια απόσταση από τα επίπεδα που καταγράφηκαν στην περίοδο της πανδημίας.
Και μέχρι το 2031 θέλει να τελειώσει με τα πρώτα μνημονιακά δάνεια
Υπάρχει παράλληλα ένα δεύτερο ρολόι που τρέχει.
Η Αθήνα επιδιώκει να ολοκληρώσει μέχρι το 2031 την αποπληρωμή των υπόλοιπων διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος διάσωσης.
Δηλαδή περίπου μία δεκαετία νωρίτερα από την αρχική τελική ωρίμανσή τους.
Η πολιτική των πρόωρων αποπληρωμών έχει έναν συγκεκριμένο στόχο:
να μειώνει τις μελλοντικές υποχρεώσεις και να βελτιώνει το προφίλ του χρέους πριν φτάσουν οι μεγαλύτερες ανάγκες αναχρηματοδότησης.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη μετάβαση.
Η «κρυφή ασπίδα» του ελληνικού χρέους
Υπάρχει ένα παράδοξο με την Ελλάδα.
Έχει πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, αλλά μεγάλο μέρος του δεν λειτουργεί όπως το χρέος μιας χώρας που έχει δανειστεί αποκλειστικά από επενδυτές.
Τεράστιο κομμάτι βρίσκεται στα χέρια των ευρωπαϊκών μηχανισμών και συνοδεύεται από:
- πολύ μεγάλες διάρκειες,
- σχετικά ευνοϊκούς όρους,
- κατανεμημένες λήξεις,
- και περιορισμένο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
Αυτή είναι μία από τις βασικές εξηγήσεις γιατί οι αγορές μπορούν να αντιμετωπίζουν σήμερα διαφορετικά ένα ελληνικό χρέος άνω του 130% σε σχέση με το πώς το αντιμετώπιζαν στην προηγούμενη κρίση.
Το ονομαστικό μέγεθος είναι μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας.
Η παγίδα: Από τα φθηνά δάνεια στις αγορές
Καθώς όμως τα παλιά δάνεια αποπληρώνονται, η σύνθεση του χρέους θα αλλάζει.
Το ελληνικό Δημόσιο θα πρέπει σταδιακά να χρηματοδοτεί μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του μέσω εκδόσεων ομολόγων στις διεθνείς αγορές.
Και τα ομόλογα δεν συνοδεύονται από τους ειδικούς όρους των ευρωπαϊκών μηχανισμών.
Τιμολογούνται με βάση το επιτόκιο που απαιτούν οι επενδυτές εκείνη τη στιγμή.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας.
Η Ελλάδα θα έχει μικρότερο χρέος, αλλά μεγαλύτερη έκθεση στην τιμή του χρήματος.
Τι σημαίνει πρακτικά
Ας υποθέσουμε ότι μία παλιά υποχρέωση προς ευρωπαϊκό μηχανισμό αποπληρώνεται.
Εάν μελλοντικά το Δημόσιο χρειαστεί να καλύψει αντίστοιχη χρηματοδοτική ανάγκη μέσω μιας νέας έκδοσης ομολόγου, το κόστος της θα εξαρτάται από:
την ΕΚΤ, τα διεθνή επιτόκια, τον πληθωρισμό, την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας και το risk premium που θα ζητούν οι επενδυτές.
Γι’ αυτό η αποκλιμάκωση του χρέους πρέπει να διαβαστεί μαζί με τη μεταβολή της σύνθεσής του.
Δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο το ποσοστό επί του ΑΕΠ.
Γιατί η επενδυτική βαθμίδα γίνεται ακόμη πιο πολύτιμη
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η πιστοληπτική αξιολόγηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Όσο μεγαλύτερο τμήμα των αναγκών χρηματοδοτείται από τις αγορές, τόσο περισσότερο μετρά το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται το ελληνικό Δημόσιο.
Μερικές δεκάδες μονάδες βάσης μπορεί να φαίνονται μικρή διαφορά σε μία έκδοση.
Σε δανεισμό όμως δεκάδων δισεκατομμυρίων και σε βάθος πολλών ετών, η διαφορά μετατρέπεται σε πραγματικό δημοσιονομικό κόστος.
Γι’ αυτό και η αξιοπιστία που έχει ανακτηθεί στις αγορές πρέπει να διατηρείται διαρκώς.
Το 2070 θυμίζει πόσο μακρύς είναι ο δρόμος
Υπάρχει ακόμη ένας αριθμός που βάζει τα πράγματα σε προοπτική:
2070.
Οι υποχρεώσεις της Ελλάδας προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς εκτείνονται για πολλές ακόμη δεκαετίες.
Επομένως, η συζήτηση για «τέλος του χρέους» θα ήταν λανθασμένη.
Αυτό που αλλάζει είναι η διαχειρισιμότητά του.
Η χώρα επιχειρεί να μετατρέψει ένα εξαιρετικά μεγάλο χρέος από πηγή διαρκούς κινδύνου σε υποχρέωση που μπορεί να εξυπηρετείται χωρίς να στραγγαλίζει την οικονομία.
Τα τέσσερα πράγματα που μπορούν να χαλάσουν την εξίσωση
Η σημερινή πορεία δεν είναι αυτόματη.
Υπάρχουν τέσσερις βασικοί κίνδυνοι.
Πρώτον, η ανάπτυξη. Εάν το ΑΕΠ επιβραδυνθεί μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, η πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ γίνεται δυσκολότερη.
Δεύτερον, τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η μείωση του χρέους προϋποθέτει ότι το Δημόσιο δεν δημιουργεί ξανά μεγάλα ελλείμματα.
Τρίτον, τα επιτόκια. Μία νέα διεθνής περίοδος ακριβού χρήματος θα αυξήσει το κόστος των νέων εκδόσεων.
Τέταρτον, οι εξωτερικές κρίσεις. Ενέργεια, γεωπολιτική και διεθνής ύφεση μπορούν να αλλάξουν πολύ γρήγορα τις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίζονται οι σημερινές προβλέψεις.
Τι μας λέει πραγματικά η αποπληρωμή των 2,5 δισ.
Τα 2,5 δισ. ευρώ είναι επομένως περισσότερο από μία λογιστική κίνηση.
Ο επικεφαλής του EFSF Πιερ Γκραμένια χαρακτήρισε την αποπληρωμή ένδειξη της προόδου που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα.
Και υπάρχει ένας ενδιαφέρων κύκλος πίσω από τη συναλλαγή:
οι τράπεζες χρειάστηκαν κρατική και ευρωπαϊκή στήριξη στην κρίση.
Σταδιακά επέστρεψαν σε ιδιώτες.
Και μέρος των εσόδων αυτής της επαναϊδιωτικοποίησης χρησιμοποιείται τώρα για να μειωθεί το ίδιο το χρέος που συνδέθηκε με τη διάσωσή τους.
Το δύσκολο τεστ αρχίζει όσο πλησιάζουμε στο 2030
Το ελληνικό χρέος έχει πλέον καθαρή καθοδική τροχιά στις βασικές προβολές.
Αλλά το πραγματικό success story δεν θα κριθεί μόνο στο εάν η Ελλάδα περάσει κάτω από την Ιταλία.
Ούτε ακόμη στο εάν σπάσει το φράγμα του 120%.
Θα κριθεί στο αν μπορεί να φτάσει προς το 100% του ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα:
διατηρεί ανάπτυξη, παράγει πλεονάσματα, προστατεύει την επενδυτική της αξιοπιστία και δανείζεται από τις αγορές χωρίς να ξαναχτίζει έναν ακριβό λογαριασμό τόκων.
Γιατί υπάρχει ένα παράδοξο στην επόμενη ημέρα του ελληνικού χρέους:
όσο το χρέος θα μικραίνει, τόσο μεγαλύτερη σημασία θα αποκτά η αγορά που θα το χρηματοδοτεί.
Και αυτή θα είναι η πραγματική δοκιμασία της περιόδου 2030–2034.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο