Ένα θεσμικό ερώτημα με σαφή πολιτική αιχμή φέρνει στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Γιατί η Προεδρία της Δημοκρατίας δεν περιλαμβάνεται ρητά στους φορείς που υπάγονται στους κανόνες ψηφιακής διαφάνειας της «Διαύγειας»;
Με πρωτοβουλία της βουλευτού Επικρατείας Έλενας Ακρίτα, τέσσερις βουλευτές του κόμματος ζητούν από την κυβέρνηση να εξηγήσει τη νομική και θεσμική βάση της σημερινής κατάστασης και να απαντήσει εάν προτίθεται να προχωρήσει σε νομοθετική αλλαγή.
Την κοινοβουλευτική ερώτηση, με ημερομηνία 18 Αυγούστου 2026, υπογράφουν μαζί με την Έλενα Ακρίτα η Θεοδώρα Ακριώτου, η Ρένα Δούρου και ο Γιώργος Παπαηλιού.
Η παρέμβαση δεν αμφισβητεί τον θεσμό της Προεδρίας.
Αντίθετα, το πολιτικό επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η μεγαλύτερη διαφάνεια ενισχύει και δεν αποδυναμώνει το κύρος του ανώτατου πολιτειακού θεσμού.
Το ερώτημα Ακρίτα: Γιατί όχι στη «Διαύγεια»;
Στον πυρήνα της παρέμβασης βρίσκεται ο ν. 4727/2020 για την Ψηφιακή Διακυβέρνηση.
Το άρθρο 76 καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της ψηφιακής διαφάνειας και απαριθμεί σειρά κρατικών οργάνων και δημόσιων φορέων των οποίων οι αποφάσεις και πράξεις υπάγονται στο σχετικό καθεστώς δημοσιότητας.
Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ο Πρωθυπουργός, το Υπουργικό Συμβούλιο, υπουργοί και υφυπουργοί, γενικοί και ειδικοί γραμματείς, όργανα διοίκησης ΝΠΔΔ, ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η Προεδρία της Δημοκρατίας δεν κατονομάζεται ρητά στην απαρίθμηση.
Και πάνω σε αυτό ακριβώς το σημείο οικοδομείται η κοινοβουλευτική παρέμβαση.
«Δημόσιο χρήμα χωρίς διαφορετικές βαθμίδες λογοδοσίας»
Το επιχείρημα των βουλευτών είναι απλό:
η Προεδρία της Δημοκρατίας αποτελεί δημόσια υπηρεσία, χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και επομένως η διαχείριση των οικονομικών της αφορά δημόσιο χρήμα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι ο πολίτης θα πρέπει να μπορεί να έχει εύχρηστη πρόσβαση όχι μόνο στο συνολικό ποσό που εγγράφεται στον προϋπολογισμό, αλλά και στις επιμέρους οικονομικές πράξεις που μπορούν νομίμως να δημοσιοποιηθούν.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ερώτηση:
«Η διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος δεν θίγει το κύρος του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αντιθέτως, το ενισχύει».
Η πολιτική αιχμή ακολουθεί:
«Σε μια δημοκρατική Πολιτεία δεν μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές βαθμίδες λογοδοσίας».
4,951 εκατ. ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό
Υπάρχει πάντως μια κρίσιμη διάκριση που πρέπει να γίνει.
Ο προϋπολογισμός της Προεδρίας δεν είναι κρυφός.
Στον ψηφισμένο κρατικό προϋπολογισμό του 2026 προβλέπονται για την Προεδρία της Δημοκρατίας δαπάνες 4,951 εκατ. ευρώ. Το ποσό εμφανίζεται επισήμως στα δημοσιευμένα έγγραφα του κρατικού προϋπολογισμού.
Άρα το ζήτημα που θέτει η αντιπολίτευση δεν είναι εάν γνωρίζουμε το συνολικό κονδύλι.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Μπορεί ο πολίτης να παρακολουθεί με την ίδια ευκολία τις επιμέρους οικονομικές πράξεις και αποφάσεις, όπως συμβαίνει με φορείς που αναρτούν τις σχετικές πράξεις στη «Διαύγεια»;
Αυτή είναι ουσιαστικά η πολιτική και θεσμική διαφορά.
Η Ακρίτα ζητά τη νομική βάση της εξαίρεσης
Η πρώτη απαίτηση της κοινοβουλευτικής ερώτησης είναι να ξεκαθαριστεί γιατί υπάρχει αυτή η κατάσταση.
Οι βουλευτές ζητούν από τους υπουργούς Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να απαντήσουν ποιος είναι ο συγκεκριμένος νομικός και θεσμικός λόγος για τον οποίο η Προεδρία δεν περιλαμβάνεται ρητά στο πεδίο εφαρμογής της ψηφιακής διαφάνειας.
Ζητούν επίσης να πληροφορηθούν εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ή συνταγματική αιτιολογία.
Και εδώ χρειάζεται προσοχή:
η θέση ότι δεν υπάρχει συνταγματικός λόγος εξαίρεσης αποτελεί επιχείρημα των βουλευτών που υπογράφουν την ερώτηση. Η οριστική νομική απάντηση είναι ακριβώς αυτό που καλείται τώρα να δώσει η κυβέρνηση.
Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά να δημοσιοποιούνται τα απόρρητα
Η ερώτηση προβλέπει ρητά και το προφανές ζήτημα της ασφάλειας του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Οι βουλευτές αναγνωρίζουν ότι πληροφορίες που αφορούν την ασφάλεια του Προέδρου, την προστασία προσώπων ή άλλα δεδομένα που νομίμως χαρακτηρίζονται απόρρητα πρέπει να παραμένουν προστατευμένα.
Το αίτημά τους επομένως δεν είναι «όλα στο φως χωρίς εξαιρέσεις».
Είναι:
Διαύγεια για τις συνήθεις οικονομικές πράξεις – εξαίρεση μόνο εκεί όπου υπάρχει συγκεκριμένος νόμιμος λόγος απορρήτου.
Αυτό κάνει και πολιτικά ισχυρότερη την επιχειρηματολογία της αντιπολίτευσης, καθώς επιχειρεί να διαχωρίσει την οικονομική λογοδοσία από τα πραγματικά ζητήματα εθνικής και προσωπικής ασφάλειας.
«Αφού είναι δημόσια υπηρεσία, γιατί να αποτελεί εξαίρεση;»
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση.
Η Προεδρία αποτελεί ξεχωριστό φορέα της Κεντρικής Διοίκησης στον κρατικό προϋπολογισμό. Ακόμη και η διοικητική ταξινόμηση του προϋπολογισμού του 2026 περιλαμβάνει ρητά το Γραφείο του Προέδρου, υπηρεσίες και μονάδες της Προεδρίας.
Έτσι δημιουργείται το βασικό πολιτικό επιχείρημα της παρέμβασης:
εφόσον υπάρχει δημόσια χρηματοδότηση και διοικητική δομή, γιατί να μην υπάρχει αντίστοιχη ψηφιακή δημοσιότητα των οικονομικών πράξεων;
Δεν πρόκειται απαραίτητα για κατηγορία περί αδιαφάνειας ή κακοδιαχείρισης.
Και θα ήταν λάθος να παρουσιαστεί έτσι χωρίς στοιχεία.
Πρόκειται για ένα αίτημα διεύρυνσης του υφιστάμενου μηχανισμού λογοδοσίας.
Τέσσερα ερωτήματα προς την κυβέρνηση
Η παρέμβαση Ακρίτα ζητά ουσιαστικά τέσσερις απαντήσεις:
- Γιατί η Προεδρία δεν περιλαμβάνεται ρητά στους υπόχρεους φορείς της ψηφιακής διαφάνειας;
- Υπάρχει συγκεκριμένη συνταγματική, νομοθετική ή άλλη θεσμική βάση για αυτό;
- Πώς μπορεί σήμερα ένας πολίτης να αποκτήσει αναλυτική και εύχρηστη εικόνα των δαπανών της Προεδρίας πέρα από τα συνολικά κονδύλια του προϋπολογισμού;
- Θα αλλάξει η κυβέρνηση τον νόμο ώστε οι οικονομικές πράξεις της Προεδρίας να ενταχθούν στη «Διαύγεια», διατηρώντας τις αναγκαίες εξαιρέσεις για απόρρητες πληροφορίες;
Η μπάλα περνά πλέον στην κυβέρνηση.
Η «Διαύγεια» ως πολιτικό σύμβολο
Υπάρχει όμως και ένας λόγος που η συγκεκριμένη παρέμβαση έχει μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από το ύψος των 4,951 εκατ. ευρώ.
Η «Διαύγεια» θεσπίστηκε το 2010 και εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία δημόσιας λογοδοσίας στην Ελλάδα.
Η βασική της φιλοσοφία είναι απλή:
ο πολίτης δεν χρειάζεται να γνωρίζει σε ποιο γραφείο πρέπει να απευθυνθεί για να πληροφορηθεί μια δημόσια απόφαση.
Μπορεί να την αναζητήσει ψηφιακά.
Γι’ αυτό και η συζήτηση που ανοίγει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά μόνο τα οικονομικά της Προεδρίας.
Αφορά το πού πρέπει να σταματούν τα όρια της ψηφιακής διαφάνειας στο ελληνικό κράτος.
Η δύσκολη θέση για την κυβέρνηση
Η κυβέρνηση θα πρέπει τώρα να απαντήσει σε ένα θεσμικά ενδιαφέρον δίλημμα.
Εάν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο η Προεδρία πρέπει να παραμένει εκτός του συγκεκριμένου καθεστώτος, θα πρέπει να τον εξηγήσει.
Εάν δεν υπάρχει, τότε τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί να μη γίνει μια στοχευμένη νομοθετική αλλαγή.
Ιδίως όταν η ίδια η κοινοβουλευτική πρόταση αφήνει εκτός δημοσιότητας ό,τι συνδέεται πραγματικά με την ασφάλεια ή άλλο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
Ακρίτα: Περισσότερη διαφάνεια, ισχυρότερος θεσμός
Η πολιτική γραμμή της παρέμβασης είναι προσεκτικά διατυπωμένη.
Δεν στρέφεται προσωπικά κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει παράνομη δαπάνη.
Δεν παρουσιάζει στοιχεία κακοδιαχείρισης.
Θέτει όμως ένα συγκεκριμένο θεσμικό ζήτημα λογοδοσίας:
γιατί ένας δημόσιος φορέας που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό να μην υπάγεται ρητά στο ίδιο ψηφιακό σύστημα δημοσιότητας για τις οικονομικές του πράξεις;
Και αυτή είναι ίσως η ισχυρότερη πλευρά της παρέμβασης.
Η Ακρίτα και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούν να αντιστρέψουν το επιχείρημα ότι η μεγαλύτερη δημοσιότητα θα μπορούσε να πλήξει το κύρος του θεσμού.
Η θέση τους είναι ακριβώς η αντίθετη:
όσο ισχυρότερος είναι ένας δημοκρατικός θεσμός, τόσο λιγότερο έχει να φοβηθεί από τη διαφάνεια.
Τώρα η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει εάν συμφωνεί – και κυρίως εάν είναι διατεθειμένη να το μετατρέψει σε νόμο.
Προς τους:
-Υπουργό Εσωτερικών
-Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Θέμα: Γιατί οι δαπάνες της Προεδρίας της Δημοκρατίας δεν υπάγονται στους
κανόνες δημοσιότητας του Προγράμματος «Διαύγεια»;
Το Πρόγραμμα «Διαύγεια» θεσπίστηκε με τον ν. 3861/2010 ως ένα από τα βασικότερα
εργαλεία διαφάνειας της δημόσιας διοίκησης, με θεμελιώδη αρχή ότι οι πράξεις των
κρατικών οργάνων και ιδίως εκείνες που αφορούν τη διαχείριση δημόσιου χρήματος
πρέπει να είναι προσβάσιμες στους πολίτες.
Το σχετικό θεσμικό πλαίσιο ενσωματώθηκε στη συνέχεια στον ν. 4727/2020 περί
Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Στο άρθρο 76 του νόμου προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής
της ψηφιακής διαφάνειας και απαριθμούνται τα όργανα και οι φορείς των οποίων οι
πράξεις και αποφάσεις υπάγονται στις σχετικές υποχρεώσεις δημοσιότητας.
Στην απαρίθμηση αυτή, ωστόσο, δεν περιλαμβάνεται ρητά η Προεδρία της Δημοκρατίας.
Η εξαίρεση αυτή προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 351/1991, η Προεδρία της Δημοκρατίας
αποτελεί αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, ενώ και η ίδια, στην επίσημη ιστοσελίδα της,
αυτοπροσδιορίζεται ως «αυτοτελής, διοικητικά και δημοσιονομικά, δημόσια υπηρεσία».
Πρόκειται συνεπώς για δημόσια υπηρεσία, η λειτουργία της οποίας χρηματοδοτείται από
τον Κρατικό Προϋπολογισμό και, ως εκ τούτου, αφορά ευθέως τη διαχείριση δημόσιου
χρήματος.
Παρά ταύτα, ο πολίτης δεν διαθέτει μέσω της «Διαύγειας» την ίδια δυνατότητα πρόσβασης
στις πράξεις οικονομικού αντικειμένου και στις επιμέρους δαπάνες της Προεδρίας της
Δημοκρατίας που διαθέτει για μεγάλο αριθμό άλλων φορέων του Δημοσίου.
Από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν προκύπτει ότι η μη υπαγωγή της Προεδρίας της
Δημοκρατίας επιβάλλεται από κάποια συνταγματική διάταξη. Ούτε προκύπτει κάποιος
γενικός λόγος για τον οποίο οι δαπάνες της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας θα
πρέπει, ως κατηγορία, να εξαιρούνται από την αρχή της ψηφιακής δημοσιότητας.
Αυτονόητο είναι ότι συγκεκριμένες πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλεια του
Προέδρου της Δημοκρατίας, την προστασία προσώπων ή άλλα ζητήματα που νομίμως
χαρακτηρίζονται απόρρητα μπορούν και πρέπει να προστατεύονται. Η ύπαρξη όμως
ειδικών εξαιρέσεων για λόγους ασφαλείας δεν εξηγεί γιατί δεν εφαρμόζεται η αρχή της
δημοσιότητας στις λοιπές, συνήθεις δαπάνες μιας δημόσιας υπηρεσίας.
Η διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος δεν θίγει το κύρος του θεσμού του
Προέδρου της Δημοκρατίας. Αντιθέτως, το ενισχύει.
Σε μια δημοκρατική Πολιτεία δεν μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές βαθμίδες λογοδοσίας
ως προς τη διάθεση των χρημάτων των φορολογουμένων χωρίς ειδική, σαφή και επαρκή
αιτιολόγηση.
Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
1. Ποιος είναι ο συγκεκριμένος νομικός και θεσμικός λόγος για τον οποίο η Προεδρία
της Δημοκρατίας δεν περιλαμβάνεται ρητά στους φορείς που υπάγονται στις
διατάξεις περί ψηφιακής διαφάνειας του ν. 4727/2020;
2. Υφίσταται ειδική νομοθετική, συνταγματική ή άλλη θεσμική αιτιολογία για τη μη
δημοσιοποίηση μέσω της «Διαύγειας» των πράξεων οικονομικού αντικειμένου και
των δαπανών της Προεδρίας της Δημοκρατίας και, εφόσον υφίσταται, ποια ακριβώς
είναι αυτή;
3. Με ποιον τρόπο εξασφαλίζεται σήμερα η δυνατότητα των πολιτών να έχουν
αναλυτική και εύχρηστη πρόσβαση στις δαπάνες της Προεδρίας της Δημοκρατίας
και όχι μόνο στα συνολικά ποσά που προβλέπονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό;
4. Προτίθεται η κυβέρνηση να αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρητή
υπαγωγή της Προεδρίας της Δημοκρατίας στις διατάξεις του Προγράμματος
«Διαύγεια», τουλάχιστον ως προς τις πράξεις οικονομικού αντικειμένου, με εξαίρεση
αποκλειστικά όσες πληροφορίες επιβάλλεται από ειδική διάταξη νόμου να
παραμένουν απόρρητες για λόγους ασφαλείας ή άλλου υπέρτερου δημοσίου
συμφέροντος;
Οι Ερωτώσες Βουλεύτριες και οι Ερωτώντες Βουλευτές
Ακρίτα Έλενα
Ακριώτου Θεοδώρα
Δούρου Ρένα
Παπαηλιού Γεώργιος
