Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να ανοίγει μέτωπα με την Τεχεράνη, το Πεκίνο και τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Υπάρχει όμως ένας αντίπαλος τον οποίο ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να βομβαρδίσει, να απειλήσει με δασμούς ή να υποχρεώσει σε διαπραγμάτευση: η αγορά αμερικανικών ομολόγων.
Και αυτή αρχίζει να στέλνει ένα εξαιρετικά δυσάρεστο μήνυμα στην Ουάσιγκτον.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων Treasuries έχουν επιστρέψει σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν σχεδόν δύο δεκαετίες. Το 30ετές άγγιξε περίπου το 5,33%-5,34%, υψηλό από το 2007, μετατρέποντας το κόστος χρηματοδότησης της αμερικανικής οικονομίας σε νέο πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ.
Και όταν ο Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να παρέμβει, η αγορά αρχικά υπάκουσε – αλλά όχι για πολύ.
Ο Μπέσεντ μπήκε στην αγορά – Η ανακούφιση κράτησε λίγο
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αιφνιδίασε τις αγορές ανακοινώνοντας ότι από τις 9 Σεπτεμβρίου θα αυξήσει από τα 2 δισ. σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη το ανώτατο ύψος των επαναγορών τίτλων στις ζώνες 10-20 και 20-30 ετών.
Η αντίδραση ήταν άμεση.
Η απόδοση του 30ετούς έπεσε σχεδόν 10 μονάδες βάσης, μέχρι περίπου το 5,19%, καθώς οι επενδυτές είδαν την κίνηση ως σαφές μήνυμα ότι το Treasury δεν είναι διατεθειμένο να παρακολουθεί παθητικά την εκτίναξη του κόστους δανεισμού.
Όμως η επιτυχία αποδείχθηκε προσωρινή.
Μέχρι την Πέμπτη οι αποδόσεις άρχισαν πάλι να ανεβαίνουν, καθώς η αγορά επανήλθε στο θεμελιώδες ερώτημα: ποιος θα αγοράσει τον τεράστιο όγκο αμερικανικού χρέους και με ποια απόδοση;
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τον Μπέσεντ. Οι επαναγορές μπορούν να βελτιώσουν τη ρευστότητα και να αντικαταστήσουν παλαιότερους, λιγότερο εμπορεύσιμους τίτλους. Δεν εξαφανίζουν όμως το χρέος ούτε αντιμετωπίζουν το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Το Council on Foreign Relations σημειώνει ότι τέτοιου είδους προσπάθειες περιορισμού των αποδόσεων δύσκολα μπορούν να έχουν μόνιμο αποτέλεσμα χωρίς ευρύτερη αλλαγή οικονομικής πολιτικής ή σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας.
Το πραγματικό μήνυμα των ομολόγων προς τον Τραμπ
Το πρόβλημα πλέον ξεπερνά κατά πολύ μια τεχνική αναταραχή στην αγορά.
Οι επενδυτές καλούνται να απορροφήσουν ένα εκρηκτικό μείγμα:
- δημόσιο χρέος άνω των 40 τρισ. δολαρίων,
- τεράστιες ανάγκες αναχρηματοδότησης,
- αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες,
- ενεργειακό κίνδυνο από τον πόλεμο με το Ιράν,
- αβεβαιότητα γύρω από τους δασμούς,
- και παράλληλα τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα για AI και data centers.
Η αγορά ζητά μεγαλύτερη απόδοση για να αναλάβει αυτόν τον κίνδυνο.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική παγίδα για τον Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει χαμηλότερα επιτόκια και φθηνότερο χρήμα. Η αγορά ομολόγων κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυξάνοντας στην πράξη το κόστος χρήματος για στεγαστικά δάνεια, επιχειρήσεις και το ίδιο το αμερικανικό Δημόσιο.
Από το Ιράν στα Treasuries
Το γεωπολιτικό και το οικονομικό μέτωπο έχουν πλέον συγχωνευθεί.
Η σύγκρουση με το Ιράν έχει μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για τον αμερικανικό πληθωρισμό.
Η κυβέρνηση Τραμπ χρειάζεται να πετύχει δύο φαινομενικά αντικρουόμενους στόχους: να περιορίσει τα έσοδα της Τεχεράνης, αλλά ταυτόχρονα να επαναφέρει αρκετό πετρέλαιο στην παγκόσμια αγορά ώστε να πέσουν οι τιμές.
Η σημασία του Ορμούζ φάνηκε καθαρά όταν μόνο η προοπτική συμφωνίας προκάλεσε ισχυρή αντίδραση στις αγορές: μετά τις δηλώσεις Μπέσεντ για πιθανή συμφωνία επαναλειτουργίας των Στενών, το Brent υποχώρησε κατά 5,3% στα 79,36 δολάρια και οι αμερικανικές μετοχές εκτινάχθηκαν.
Όμως οι συνομιλίες παραμένουν εύθραυστες. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον έλεγχο των θαλάσσιων ροών ως διαπραγματευτικό όπλο, ενώ οι ιρανικές εξαγωγές έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τον αμερικανικό αποκλεισμό.
Ο μεγάλος φόβος λέγεται Κίνα
Πίσω από το Ιράν βρίσκεται όμως η πολύ μεγαλύτερη γεωοικονομική αναμέτρηση ΗΠΑ–Κίνας.
Το Πεκίνο αποτελεί κρίσιμο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Επομένως, οι δευτερογενείς κυρώσεις σε τράπεζες, διυλιστήρια, ναυτιλιακές και ενδιάμεσους φορείς μπορούν να μετατρέψουν την πίεση προς την Τεχεράνη σε νέα σύγκρουση με την Κίνα.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη απειλή.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσει θεαματική μαζική πώληση αμερικανικών ομολόγων για να προκαλέσει νευρικότητα στην Ουάσιγκτον. Ακόμη και μια σταδιακή διαφοροποίηση αποθεματικών ή μικρότερη διάθεση απορρόφησης νέων αμερικανικών εκδόσεων μπορεί, σε μια ήδη πιεσμένη αγορά, να συμβάλει σε υψηλότερες απαιτούμενες αποδόσεις.
Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία που να αποδεικνύουν συντονισμένη κινεζική «επίθεση» στα Treasuries.
Αλλά αυτή ακριβώς είναι η νέα γεωοικονομική ευπάθεια των ΗΠΑ: όταν χρειάζεσαι συνεχώς αγοραστές για τεράστιες ποσότητες νέου χρέους, η συμπεριφορά των ξένων επενδυτών αποκτά στρατηγική σημασία.
Η Fed βρίσκεται ξανά μέσα στην παγίδα
Το τελευταίο κομμάτι του παζλ βρίσκεται στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα.
Η Fed διατηρεί το βασικό της επιτόκιο στο εύρος 3,50%-3,75%.
Η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων δεν σημαίνει από μόνη της ότι οι αγορές προεξοφλούν νέα αύξηση επιτοκίων. Δείχνει όμως ότι οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον μακροπρόθεσμο πληθωριστικό και δημοσιονομικό κίνδυνο.
Εάν ο πόλεμος στο Ιράν διατηρήσει υψηλές τις τιμές του πετρελαίου, η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
Η ενέργεια περνά στις μεταφορές, στην παραγωγή και τελικά στις τιμές καταναλωτή. Εάν οι πληθωριστικές προσδοκίες αρχίσουν ξανά να ανεβαίνουν, η Fed θα δυσκολευτεί όχι μόνο να μειώσει τα επιτόκια αλλά ακόμη και να διατηρήσει την υπόσχεση ότι η επόμενη κίνηση θα είναι προς τα κάτω.
Και τότε η αγορά ομολόγων θα έχει πετύχει κάτι που ο Λευκός Οίκος προσπαθεί απεγνωσμένα να αποφύγει: higher for longer.
Ο λογαριασμός του πολέμου έφτασε στην Ουάσιγκτον – Οι αγορές γύρισαν την πλάτη στον Τραμπ – Ομόλογα και πετρέλαιο τον σπρώχνουν στη γωνία
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ.
Η στρατηγική του προϋποθέτει ότι μπορεί να πιέζει ταυτόχρονα το Ιράν, την Κίνα και τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ χωρίς η γεωπολιτική αβεβαιότητα να επιστρέφει ως οικονομικό κόστος στο εσωτερικό.
Η αγορά των Treasuries αρχίζει να αμφισβητεί αυτή την υπόθεση.
Το αμερικανικό χρέος πέρασε τα 40 τρισ. δολάρια μόλις λίγους μήνες μετά τα 39 τρισ., ενώ οι αυξανόμενες πληρωμές τόκων δημιουργούν έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο φαύλο κύκλο: υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης, μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες και ακόμη περισσότερες εκδόσεις ομολόγων.
Ο Μπέσεντ μπορεί να αγοράζει ομόλογα.
Δεν μπορεί όμως να αγοράσει επ’ αόριστον την εμπιστοσύνη της αγοράς.
Το πραγματικό δίλημμα: Συμφωνία ή ακόμη ακριβότερο χρήμα
Το γεωοικονομικό θρίλερ καταλήγει έτσι σε μία εξαιρετικά απλή εξίσωση.
Ο Τραμπ χρειάζεται αποκλιμάκωση στο Ιράν ώστε να μειωθεί το γεωπολιτικό premium στο πετρέλαιο. Χρειάζεται χαμηλότερες ενεργειακές τιμές ώστε να περιοριστεί ο πληθωριστικός κίνδυνος. Χρειάζεται χαμηλότερο πληθωρισμό ώστε η Fed να αποκτήσει χώρο για χαλάρωση. Και χρειάζεται δημοσιονομική αξιοπιστία ώστε οι επενδυτές να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το αμερικανικό Δημόσιο χωρίς να απαιτούν ολοένα υψηλότερο επιτόκιο.
Προς το παρόν, η αγορά δεν έχει πειστεί.
Η πρώτη παρέμβαση Μπέσεντ αγόρασε χρόνο – όχι λύση.
Και εάν το 30ετές παραμείνει πάνω από το 5% ή κινηθεί ξανά προς τα πρόσφατα υψηλά, ο μεγαλύτερος μοχλός πίεσης προς τον Λευκό Οίκο μπορεί να μην βρίσκεται ούτε στην Τεχεράνη ούτε στο Πεκίνο.
Μπορεί να βρίσκεται στη Wall Street.
Γιατί τελικά ο Τραμπ μπορεί να επιβάλει δασμούς σε μια χώρα και κυρώσεις σε μια κυβέρνηση.
Δεν μπορεί να επιβάλει στους επενδυτές σε ποια τιμή θα του δανείσουν 40 τρισ. δολάρια.
Πηγή: pagenews.gr
