Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται να έχει καταλήξει σε μια νέα φόρμουλα για τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση: θέλει την Ευρώπη, αλλά όχι απαραίτητα την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως αυτή λειτουργεί σήμερα.
Θέλει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή οικονομία, βαθύτερη τελωνειακή συνεργασία, ευκολότερες θεωρήσεις εισόδου, χρηματοπιστωτική διασύνδεση, συμμετοχή στις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες και πολιτικό ρόλο στις μεγάλες κρίσεις της ηπείρου.
Αλλά δεν εμφανίζεται πλέον διατεθειμένος να παρουσιάζει την πλήρη ένταξη ως υπαρξιακό στρατηγικό στόχο.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί προτεραιότητα για εμάς», είπε ο Τούρκος πρόεδρος σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Al Muqabala» του Al Jazeera Arabic, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι εάν η Τουρκία παραμείνει εκτός, εκείνη που θα χάσει θα είναι η Ευρώπη.
Πίσω από τη ρητορική βρίσκεται μια πολύ πιο φιλόδοξη στρατηγική.
Η Τουρκία του 2026 δεν θέλει απλώς να περιμένει έξω από την πόρτα των Βρυξελλών.
Επιχειρεί να καταστεί αρκετά ισχυρή ώστε η Ευρώπη να χρειάζεται την Τουρκία, ακόμη και χωρίς τουρκική ένταξη.
Και η Συρία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της νέας στρατηγικής.
Από τον «φιλοευρωπαίο» Ερντογάν στο «αν θέλετε, καλώς»
Η αλλαγή είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν.
Η Τουρκία είναι επίσημα υποψήφια προς ένταξη χώρα από το 1999 και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2005.
Από τα 35 κεφάλαια των διαπραγματεύσεων έχουν ανοίξει 16 και μόλις ένα έχει κλείσει προσωρινά. Η διαδικασία βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο εδώ και χρόνια, με την ΕΕ να επικαλείται μεταξύ άλλων ζητήματα κράτους δικαίου, θεμελιωδών δικαιωμάτων και δημοκρατικών προτύπων.
Ο Ερντογάν πλέον δεν κρύβει την απογοήτευση – ή την αποστασιοποίησή του.
«Εξακολουθούμε να εξετάζουμε την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν μας δεχθούν, τόσο το καλύτερο. Αν όχι, και πάλι καλά», ανέφερε στην ίδια συνέντευξη.
Αυτή η φράση περιγράφει σχεδόν ολόκληρη τη νέα τουρκική στρατηγική.
Δεν κλείνει την πόρτα.
Αλλά δεν περιμένει πλέον μπροστά της.
Το παράδοξο Φιντάν
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Μόλις στις 30 Ιουνίου, όταν ο Χακάν Φιντάν συναντήθηκε στην Άγκυρα με την Κάγια Κάλας και τους επιτρόπους Μάρτα Κος και Μάγκνους Μπρούνερ, η επίσημη γλώσσα ήταν πολύ διαφορετική.
Η κοινή ανακοίνωση επαναβεβαίωνε το καθεστώς της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας και τη στρατηγική αξία των σχέσεων ΕΕ–Τουρκίας.
Στο τραπέζι βρίσκονταν η Τελωνειακή Ένωση, οι θεωρήσεις εισόδου, η πιθανή συμμετοχή της Τουρκίας στο SEPA, η ασφάλεια, η άμυνα, η μετανάστευση, η ενέργεια, οι μεταφορές και η ψηφιακή οικονομία.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό τουρκικό παιχνίδι.
Η πλήρης ένταξη μπορεί να απομακρύνεται.
Τα ενδιάμεσα οφέλη, όμως, όχι.
Η Τουρκία θέλει μια Ευρώπη «à la carte»
Η Άγκυρα φαίνεται πλέον να επιδιώκει μια λειτουργική σχέση με την ΕΕ στην οποία θα μπορεί να επιλέγει τα πεδία που εξυπηρετούν τα συμφέροντά της.
Τελωνειακή Ένωση και εμπόριο.
SEPA και χρηματοπιστωτική διασύνδεση.
Βίζες.
Ενέργεια και connectivity.
Μετανάστευση.
Ασφάλεια και ευρωπαϊκή άμυνα.
Η κοινή ανακοίνωση της 30ής Ιουνίου δείχνει ότι και οι Βρυξέλλες έχουν λόγους να διατηρούν αυτόν τον δίαυλο ανοιχτό. Η ΕΕ χαρακτηρίζει τη σχέση στρατηγικά σημαντική για την περιφερειακή σταθερότητα και την οικονομική ανθεκτικότητα.
Άρα η πραγματική σχέση είναι πιο περίπλοκη από τη ρητορική Ερντογάν.
Η Τουρκία μπορεί να μη θεωρεί πλέον την ένταξη «προτεραιότητα».
Θεωρεί όμως την Ευρώπη προτεραιότητα.
Και στη μέση παραμένει η Κύπρος
Υπάρχει όμως ένα ζήτημα που δεν μπορεί να εξαφανιστεί από αυτή τη συναλλαγή.
Το Κυπριακό.
Στην κοινή ανακοίνωση της Άγκυρας, οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και επανέλαβαν τη σημασία των σχέσεων καλής γειτονίας.
Για την Τουρκία, επομένως, η προσπάθεια αναβάθμισης της σχέσης με την ΕΕ δεν πραγματοποιείται σε γεωπολιτικό κενό.
Και αυτό περιορίζει τη δυνατότητα της Άγκυρας να αποκτήσει όλα τα οικονομικά και στρατηγικά οφέλη που επιθυμεί χωρίς παράλληλες πολιτικές απαιτήσεις.
Η Συρία αποκαλύπτει όμως τη νέα Τουρκία
Εάν η Ευρώπη δείχνει πώς η Άγκυρα θέλει να συναλλάσσεται με τη Δύση, η Συρία δείχνει πώς θέλει να ασκεί ισχύ.
Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της νέας κυβέρνησης στη Δαμασκό.
Παρέχει στρατιωτική συνεργασία και εκπαίδευση και επιδιώκει κεντρικό ρόλο στην αναδιοργάνωση των συριακών δυνάμεων.
Αυτό ακριβώς αρχίζει να συγκρούεται με τις ισραηλινές επιδιώξεις.
Το Ισραήλ βλέπει την πιθανή εγκατάσταση τουρκικών radar, drones, πυραύλων και συστημάτων αεράμυνας στη Συρία ως ενδεχόμενο περιορισμό της δικής του ελευθερίας στρατιωτικής δράσης.
Και πλέον έδειξε ότι είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να το αποτρέψει.
Η Abu al-Duhur ήταν η προειδοποίηση
Στις 18 Αυγούστου, το Ισραήλ βομβάρδισε την αεροπορική βάση Abu al-Duhur στη βορειοδυτική Συρία.
Το Ισραήλ υποστήριξε ότι διέθετε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Τουρκία ετοιμαζόταν να αναπτύξει στρατιωτική παρουσία στη βάση.
Τουρκία και Συρία το διέψευσαν.
Ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών Ασάντ αλ Σαϊμπάνι υποστήριξε μάλιστα ότι η Δαμασκός είχε ενημερώσει προηγουμένως το Ισραήλ πως δεν σχεδιαζόταν μόνιμη τουρκική βάση.
Το Ισραήλ χτύπησε παρ’ όλα αυτά.
Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Γιατί η Συρία μετατρέπεται πλέον σε χώρο όπου δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής δοκιμάζουν τα όρια η μία της άλλης.
Νετανιάχου εναντίον Ερντογάν
Η αντιπαράθεση δεν είναι μόνο προσωπική, παρότι η σχέση των δύο ηγετών έχει φθάσει σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο.
Πίσω από τη σύγκρουση Νετανιάχου–Ερντογάν υπάρχει ένα πραγματικό γεωπολιτικό πρόβλημα.
Το Ισραήλ θέλει να εμποδίσει τη δημιουργία μιας ισχυρής τουρκικής στρατιωτικής υποδομής στη Συρία.
Η Τουρκία θέλει να αποκτήσει μακροχρόνιο στρατηγικό βάθος στη χώρα.
Η νέα κυβέρνηση της Δαμασκού χρειάζεται την τουρκική στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη, αλλά ταυτόχρονα θέλει να σταματήσει τα ισραηλινά πλήγματα.
Και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στη μέση.
Η Ουάσιγκτον φοβάται το ατύχημα
Η αμερικανική ανησυχία έγινε δημόσια μετά το ισραηλινό πλήγμα.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία και πρεσβευτής στην Τουρκία Τομ Μπάρακ χαρακτήρισε την επίθεση περιττή κλιμάκωση και αμφισβήτησε δημόσια τις πληροφορίες περί επικείμενης τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Abu al-Duhur.
Το Ισραήλ αντέδρασε έντονα.
Ο υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς επέμεινε ότι υπήρχαν αξιόπιστες πληροφορίες και ότι σχετικά στοιχεία είχαν διαβιβαστεί στην αμερικανική πλευρά.
Πίσω από τη δημόσια διαφωνία υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος φόβος:
ένα ισραηλινό πλήγμα να σκοτώσει κάποια στιγμή Τούρκους στρατιωτικούς.
Και τότε η κρίση θα πάψει να αφορά μόνο τη Συρία.
Η Αμερική στήνει «κόκκινο τηλέφωνο»
Γι’ αυτό η Ουάσιγκτον πιέζει πλέον για τη δημιουργία μηχανισμού αποκλιμάκωσης μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας.
Η προσπάθεια απέκτησε νέα δυναμική σήμερα στην Ιορδανία.
Ο Ασάντ αλ Σαϊμπάνι συναντήθηκε με ισραηλινή αντιπροσωπεία υπό τον επικεφαλής της Μοσάντ Ρόμαν Γκόφμαν, σε αμερικανικής διαμεσολάβησης συνομιλίες για την αποκλιμάκωση μετά το πλήγμα στην Abu al-Duhur.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει κανόνες πριν συμβεί το ατύχημα που όλοι φοβούνται.
Ποιος μπορεί να αναπτύξει στρατεύματα.
Πού μπορούν να βρίσκονται τουρκικά συστήματα.
Ποιες περιοχές θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένες.
Και πώς θα ενημερώνεται το Ισραήλ ώστε να μην καταφεύγει αυτομάτως σε αεροπορικά πλήγματα.
Η Συρία γίνεται το νέο μεγάλο παζάρι της Μέσης Ανατολής
Το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ μια αεροπορική βάση.
Στην πραγματικότητα διαπραγματεύεται ολόκληρη η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Συρίας.
Το Ισραήλ θέλει στρατηγικό βάθος στα νότια και περιορισμούς στη στρατιωτική ισχύ της νέας Συρίας.
Η Τουρκία θέλει επιρροή στον βορρά αλλά και πρόσβαση στην ανοικοδόμηση του συριακού κράτους και των ενόπλων δυνάμεών του.
Η Δαμασκός θέλει να ανακτήσει κυριαρχία και έδαφος.
Οι ΗΠΑ θέλουν να εμποδίσουν τη σύγκρουση δύο σημαντικών εταίρων τους.
Και ο Ερντογάν βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της εξίσωσης.
Από την Ευρώπη στη Συρία, η ίδια στρατηγική
Εδώ τελικά ενώνονται τα δύο φαινομενικά διαφορετικά μέτωπα.
Στις Βρυξέλλες, ο Ερντογάν λέει ότι δεν χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση με οποιοδήποτε τίμημα.
Στη Συρία, δείχνει ότι η Τουρκία θέλει να συμμετέχει στη διαμόρφωση της νέας περιφερειακής τάξης και όχι απλώς να ακολουθεί τις επιλογές των ΗΠΑ, της Ευρώπης ή του Ισραήλ.
Στην άμυνα, θέλει συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.
Στο εμπόριο, θέλει βαθύτερη πρόσβαση στην ενιαία αγορά.
Στη χρηματοπιστωτική οικονομία, θέλει SEPA.
Στη μετανάστευση, παραμένει αναντικατάστατος συνομιλητής των Βρυξελλών.
Στη Συρία, θέλει στρατηγικό αποτύπωμα.
Στη Μέση Ανατολή, διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης.
Δεν πρόκειται επομένως για απομάκρυνση από τη Δύση με την κλασική έννοια.
Πρόκειται για προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης από θέση ισχύος.
Ο Ερντογάν θέλει να είναι απαραίτητος
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής τουρκικής στρατηγικής.
Ο Ερντογάν δεν χρειάζεται πλέον να πείσει ότι η Τουρκία είναι «ευρωπαϊκή».
Θέλει να πείσει ότι είναι απαραίτητη.
Απαραίτητη για το ΝΑΤΟ.
Απαραίτητη για τη Μαύρη Θάλασσα.
Απαραίτητη για τη μετανάστευση.
Απαραίτητη για τη Συρία.
Απαραίτητη για την ενεργειακή και εμπορική διασύνδεση Ευρώπης–Ασίας.
Και όσο περισσότερο η διεθνής τάξη κατακερματίζεται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία μιας χώρας που μπορεί να συνομιλεί με διαφορετικά στρατόπεδα.
Το στοίχημα του Ερντογάν είναι ότι κάποια στιγμή η Ευρώπη θα χρειάζεται περισσότερο την Τουρκία απ’ όσο η Τουρκία θα χρειάζεται την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Συρία, όμως, δείχνει και το ρίσκο αυτής της πολιτικής.
Όσο περισσότερο η Άγκυρα μετατρέπεται από περιφερειακό διαμεσολαβητή σε περιφερειακή στρατιωτική δύναμη, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να συγκρουστεί με άλλους παίκτες που διεκδικούν τον ίδιο χώρο.
Και αυτή τη στιγμή ο σημαντικότερος από αυτούς λέγεται Ισραήλ.
Η Τουρκία του Ερντογάν θέλει λοιπόν μια Ευρώπη «à la carte» και μια Μέση Ανατολή στην οποία η Άγκυρα θα βρίσκεται στο τραπέζι κάθε μεγάλης συμφωνίας. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να κερδίσει και τα δύο χωρίς κάποια στιγμή να αναγκαστεί να επιλέξει πλευρά.
Πηγές: Al Jazeera, AP, Axios, Le Monde.
