Τέλος στα «ήρεμα νερά»; Γιατί η Άγκυρα ξανανεβάζει την ένταση σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Τέλος στα «ήρεμα νερά»; Γιατί η Άγκυρα ξανανεβάζει την ένταση σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο
Η περίοδος των «ήρεμων νερών» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχει επισήμως τελειώσει. Βρίσκεται όμως στην πιο σοβαρή δοκιμασία της από τη Διακήρυξη των Αθηνών του Δεκεμβρίου 2023.
Η νέα ένταση δεν θυμίζει ακόμη κρίσεις τύπου 2020. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή συγκέντρωση πολεμικών πλοίων ή άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση γύρω από ερευνητικό σκάφος.
Υπάρχει, όμως, κάτι διαφορετικό και ίσως πιο σύνθετο: μια σειρά παράλληλων τουρκικών κινήσεων σε θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, αεροπορική δραστηριότητα και ρητορική περί «αμφισβητούμενων» περιοχών, την ώρα που η Αθήνα επιχειρεί να μετατρέψει δικές της θέσεις σε συγκεκριμένες πολιτικές και έργα.
Στις 15 Αυγούστου η Τουρκία θέσπισε δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα απάντησε ότι οι τουρκικές ζώνες επεκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και, σε ορισμένα σημεία, εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας, χαρακτηρίζοντας την κίνηση παράνομη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα.
Τρεις ημέρες αργότερα, επτά τουρκικά F-16, ένα CN-235 και τέσσερα UAV πραγματοποίησαν 25 παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και 14 παραβάσεις κανόνων εναέριας κυκλοφορίας. Δύο F-16 ήταν οπλισμένα και σημειώθηκε μία εμπλοκή με ελληνικά μαχητικά.
Και στις 19 Αυγούστου η Άγκυρα απάντησε επίσημα στο νέο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ, επαναφέροντας τη γνωστή θέση της περί «γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων η κυριαρχία δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες».
Το μοτίβο αρχίζει να γίνεται καθαρότερο.
Πρώτος λόγος: Η Τουρκία θεωρεί ότι έχει ενισχυθεί γεωπολιτικά
Η Άγκυρα αισθάνεται σήμερα ότι κινείται μέσα σε περιφερειακό περιβάλλον που της προσφέρει μεγαλύτερο διαπραγματευτικό βάρος.
Η Τουρκία έχει αποκτήσει κεντρικό ρόλο στη μεταπολεμική Συρία, διατηρεί κρίσιμη θέση στο ΝΑΤΟ, συνομιλεί ταυτόχρονα με Ευρώπη, ΗΠΑ και χώρες του Κόλπου και επιχειρεί να εμφανιστεί ως αυτόνομος περιφερειακός πόλος.
Η Συρία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η τουρκική στρατιωτική επιρροή στη νέα κυβέρνηση της Δαμασκού έχει γίνει τόσο σημαντική, ώστε το Ισραήλ να αντιμετωπίζει πλέον την πιθανή εγκατάσταση τουρκικών στρατηγικών συστημάτων στη χώρα ως απειλή για τη δική του ελευθερία κινήσεων.
Αυτή η αναβάθμιση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε μεγαλύτερη ισχύ απέναντι στην Ελλάδα.
Δίνει όμως στην Άγκυρα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να επαναφέρει τις διεκδικήσεις της χωρίς να κινδυνεύει με διεθνή απομόνωση.
Δεύτερος λόγος: Η Αθήνα περνά από τη θεωρία στις πράξεις
Η δεύτερη εξήγηση βρίσκεται στην ελληνική πλευρά.
Για χρόνια πολλές ελληνικές θέσεις παρέμεναν κυρίως διπλωματικές ή νομικές.
Τώρα ορισμένες αρχίζουν να μετατρέπονται σε συγκεκριμένο χωροταξικό, ενεργειακό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό.
Η Ελλάδα προχώρησε στην ίδρυση θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και στο Ιόνιο. Η Τουρκία είχε αντιδράσει ήδη από το 2024, προειδοποιώντας ότι δεν θα αποδεχθεί «τετελεσμένα» γύρω από νησίδες και βραχονησίδες των οποίων αμφισβητεί την κυριαρχία.
Τον Ιούλιο του 2025 επανέλαβε την ίδια θέση όταν η Αθήνα ανακοίνωσε επίσημα τα πάρκα, λέγοντας ότι αυτά δεν μπορούν να έχουν νομικές συνέπειες στα «αλληλένδετα ζητήματα του Αιγαίου».
Και τώρα η ίδια σύγκρουση μεταφέρεται στις ΑΠΕ.
Η επίσημη τουρκική ανακοίνωση της 19ης Αυγούστου αναφέρει ότι το ελληνικό χωροταξικό «δεν θα επιφέρει καμία νομική συνέπεια για την Τουρκία» και επαναφέρει ευθέως τις τουρκικές αμφισβητήσεις περί κυριαρχίας.
Άρα το πρόβλημα για την Άγκυρα δεν είναι μόνο ένα πάρκο ή ένα ενεργειακό project.
Είναι η σταδιακή μετατροπή της ελληνικής διοικητικής και οικονομικής δραστηριότητας σε μόνιμη πραγματικότητα στο Αιγαίο.
Τρίτος λόγος: Τα «ήρεμα νερά» δεν έλυσαν καμία από τις βασικές διαφορές
Η Διακήρυξη των Αθηνών μείωσε θεαματικά την ένταση.
Δεν έλυσε όμως τις διαφορές.
Η ίδια η Τουρκία εξακολουθεί επίσημα να μιλά για ένα πλέγμα «αλληλένδετων ζητημάτων» στο Αιγαίο και δεν αποδέχεται την ελληνική θέση ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνή δικαιοδοσία αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, δεν έχει αλλάξει θέση.
Άρα η αποκλιμάκωση ήταν ένας μηχανισμός διαχείρισης της έντασης, όχι συμφωνία επί των διαφορών.
Αυτό σημαίνει ότι μόλις μία από τις δύο πλευρές θεωρήσει πως η άλλη δημιουργεί πραγματικά δεδομένα, οι παλιές διαφωνίες επιστρέφουν πολύ γρήγορα στην επιφάνεια.
Τα θαλάσσια πάρκα έγιναν νέο πεδίο κυριαρχίας
Η αντιπαράθεση γύρω από τα θαλάσσια πάρκα είναι χαρακτηριστική.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι οι δικές της προστατευόμενες περιοχές βρίσκονται αποκλειστικά εντός ελληνικών χωρικών υδάτων και είναι συμβατές με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Τουρκία, αντίθετα, χρησιμοποιεί την περιβαλλοντική πολιτική για να επαναφέρει στο δημόσιο πεδίο τη θεωρία περί «αδιευκρίνιστης κυριαρχίας» σε νησίδες και βραχονησίδες.
Στη συνέχεια προχώρησε και η ίδια σε δύο εθνικά θαλάσσια πάρκα.
Το ένα εκτείνεται σε περισσότερα από 21.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα στο βορειοανατολικό Αιγαίο, μεταξύ άλλων κοντά στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, ενώ το δεύτερο καλύπτει περίπου 1.700 τετραγωνικά χιλιόμετρα κοντά στη Φετιγιέ, το Κας και το Καστελλόριζο.
Το ελληνικό ΥΠΕΞ απάντησε ότι κράτος δεν μπορεί να δημιουργεί μονομερώς «εθνικό» θαλάσσιο πάρκο σε περιοχές πέραν της δικαιοδοσίας του.
«Τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα ούτε να επηρεάσουν δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο», ήταν το μήνυμα της Αθήνας.
Η επιστροφή των F-16 είναι πιο ανησυχητική από τη ρητορική
Ακόμη πιο καθαρή ένδειξη μεταβολής του κλίματος ήταν η αεροπορική δραστηριότητα της 18ης Αυγούστου.
Επτά F-16 συμμετείχαν σε τρεις σχηματισμούς, δύο από αυτά ήταν οπλισμένα, ενώ τέσσερα UAV πραγματοποίησαν 17 από τις συνολικά 25 παραβιάσεις. Καταγράφηκε και μία εμπλοκή με ελληνικά μαχητικά
Δύο ημέρες αργότερα, η ένταση ήταν σαφώς χαμηλότερη, όμως τρία τουρκικά UAV συνέχισαν να επιχειρούν σε βορειοανατολικό, κεντρικό και νοτιοανατολικό Αιγαίο.
Δεν υπάρχει τεκμηρίωση ότι αυτές οι πτήσεις διατάχθηκαν ως άμεση απάντηση στα θαλάσσια πάρκα ή στο χωροταξικό.
Η χρονική σύμπτωση, όμως, ενισχύει την εικόνα ότι η Τουρκία ξαναχρησιμοποιεί στρατιωτικά εργαλεία πίεσης που είχαν περιοριστεί σημαντικά στην περίοδο της αποκλιμάκωσης.
Η Άγκυρα θέλει να δημιουργήσει μεγαλύτερη ατζέντα
Εδώ βρίσκεται ίσως το βαθύτερο πρόβλημα.
Η Τουρκία δεν επιδιώκει απαραίτητα στρατιωτική κρίση.
Επιδιώκει όμως να μην επιτρέψει στην Ελλάδα να εδραιώσει την αντίληψη ότι το Αιγαίο μπορεί να διαχειρίζεται αποκλειστικά μέσα από το ελληνικό νομικό πλαίσιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Γι’ αυτό επαναφέρει συνεχώς περισσότερα ζητήματα:
κυριαρχία νησίδων,
εναέριος χώρος,
FIR,
χωρικά ύδατα,
αποστρατιωτικοποίηση,
θαλάσσιες δικαιοδοσίες,
περιβαλλοντικός σχεδιασμός.
Η Αθήνα θέλει περιορισμένη ατζέντα.
Η Άγκυρα θέλει «πακέτο».
Και η νέα ένταση είναι σε μεγάλο βαθμό σύγκρουση πάνω στο ποια από τις δύο ατζέντες θα επικρατήσει.
Το τέταρτο μέτωπο είναι η Ανατολική Μεσόγειος
Το Αιγαίο δεν είναι το μοναδικό πεδίο.
Κύπρος, ενεργειακές υποδομές και Great Sea Interconnector παραμένουν μέρος της μεγαλύτερης εξίσωσης.
Εδώ χρειάζεται όμως ακρίβεια.
Οι πληροφορίες για συγκεκριμένη τρέχουσα αποστολή του Oruç Reis ή για NAVTEX που συνδέεται ευθέως με το καλώδιο απαιτούν ξεχωριστή επίσημη επιβεβαίωση πριν παρουσιαστούν ως δεδομένο.
Το βέβαιο είναι ότι η Τουρκία εξακολουθεί να απορρίπτει ενεργειακές και θαλάσσιες κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο όταν θεωρεί ότι παρακάμπτουν τις δικές της διεκδικήσεις και εκείνες της τουρκοκυπριακής πλευράς.
Άρα, εάν η Αθήνα και η Λευκωσία επιχειρήσουν νέα φάση εργασιών σε περιοχές που η Άγκυρα θεωρεί αμφισβητούμενες, η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί πολύ εύκολα να γίνει ξανά το πιο δύσκολο πεδίο.
Η Ουάσιγκτον δεν θα λύσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές
Υπάρχει επίσης μια παρανόηση που χρειάζεται να αποφεύγεται.
Οι ΗΠΑ έχουν ισχυρό συμφέρον να αποτρέψουν στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υιοθετήσουν αυτομάτως κάθε ελληνική θέση στις διμερείς διαφορές.
Η αμερικανική προτεραιότητα παραμένει η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα σε μια περίοδο πολέμων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Η Τουρκία γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα.
Και γνωρίζει ότι όσο πιο κρίσιμη γίνεται στρατηγικά για την Ουάσιγκτον τόσο μεγαλύτερο περιθώριο διαπραγμάτευσης θεωρεί ότι αποκτά.
Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με αμερικανική αποδοχή τουρκικών διεκδικήσεων.
Η Αθήνα απαντά χωρίς να κλείνει την πόρτα
Η ελληνική στρατηγική μέχρι στιγμής είναι να μην εγκαταλείψει τον διάλογο, αλλά ταυτόχρονα να μην αναστείλει τις δικές της πολιτικές λόγω τουρκικών αντιδράσεων.
Αυτό ήταν και το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η συνεργασία με την Τουρκία μπορεί να συνεχιστεί, αλλά όχι με όρους που θα δίνουν στην Άγκυρα δικαίωμα βέτο σε ελληνικές αποφάσεις.
Η θέση αυτή θα δοκιμαστεί εάν οι τουρκικές κινήσεις αποκτήσουν πιο επιχειρησιακό χαρακτήρα.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν επιστρέφουμε στο 2020
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν οι συνθήκες μιας κρίσης τύπου Oruç Reis του 2020.
Και αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά.
Όμως η σημερινή εικόνα είναι διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων δύο ετών.
Η Τουρκία:
- θεσμοποιεί θαλάσσιες διεκδικήσεις μέσω νέων διοικητικών εργαλείων,
- επαναφέρει αμφισβητήσεις για ελληνική κυριαρχία,
- αυξάνει περιοδικά την αεροπορική πίεση,
- και συνδέει όλο και περισσότερες ελληνικές κινήσεις με το συνολικό πακέτο διαφορών στο Αιγαίο.
Αυτό δείχνει ότι η Άγκυρα δοκιμάζει ξανά τα όρια της αποκλιμάκωσης.
Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα ο πόλεμος
Η πιο πιθανή τουρκική στρατηγική δεν είναι να προκαλέσει πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα.
Το κόστος θα ήταν τεράστιο και για τις δύο πλευρές.
Η πίεση έχει διαφορετική λογική: να εμποδίζεται η δημιουργία ελληνικών τετελεσμένων και να διατηρούνται αρκετές περιοχές πολιτικά «ανοιχτές», ώστε σε μια μελλοντική διαπραγμάτευση η Τουρκία να εμφανιστεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ατζέντα.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από πόλεμο.
Δεν είναι όμως και «ήρεμα νερά».
Είναι ελεγχόμενη στρατηγική πίεση.
Οι τρεις λόγοι σε μία εικόνα
Η νέα φάση των ελληνοτουρκικών μπορεί επομένως να συνοψιστεί σε τρεις παράγοντες.
Η Τουρκία αισθάνεται γεωπολιτικά ισχυρότερη.
Η Ελλάδα μετατρέπει σταδιακά τον σχεδιασμό της σε πράξη.
Και η αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών δεν έλυσε καμία από τις πραγματικές διαφορές.
Το επόμενο τεστ θα είναι αν η Άγκυρα περιοριστεί σε δηλώσεις, χάρτες, UAV και περιοδική στρατιωτική πίεση ή εάν επιχειρήσει να παρεμποδίσει στην πράξη κάποιο ελληνικό ή κυπριακό έργο.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική κόκκινη γραμμή.
Γιατί εάν η αντιπαράθεση μετακινηθεί από τις ανακοινώσεις και τους χάρτες στην επιχειρησιακή παρεμπόδιση δραστηριοτήτων, τότε τα «ήρεμα νερά» δεν θα βρίσκονται απλώς σε δοκιμασία.
Θα έχουν εισέλθει σε μια εντελώς νέα φάση.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο