Διεθνής Οικονομία

Τα ομόλογα στέλνουν SOS: Το χρέος τρομάζει τις αγορές – Στα ύψη το κόστος δανεισμού

Τα ομόλογα στέλνουν SOS: Το χρέος τρομάζει τις αγορές – Στα ύψη το κόστος δανεισμού
Από ΗΠΑ και Ευρώπη μέχρι Ιαπωνία, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις άγγιξαν υψηλά δεκαετιών – Τα $40 τρισ. αμερικανικού χρέους, ο πληθωρισμός και η Μέση Ανατολή αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού

Ένα προειδοποιητικό μήνυμα εκπέμπει η παγκόσμια αγορά ομολόγων.

Οι επενδυτές ζητούν πλέον υψηλότερη αμοιβή για να δανείσουν κυβερνήσεις για 10, 20 ή 30 χρόνια, καθώς ο συνδυασμός τεράστιων κρατικών χρεών, επίμονου πληθωρισμού, γεωπολιτικών κινδύνων και αβεβαιότητας για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον στις διεθνείς αγορές.

Την προηγούμενη εβδομάδα οι αποδόσεις μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων σε ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία και Ιαπωνία κινήθηκαν σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν εδώ και πολλά χρόνια. Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 30ετούς Treasury έφθασε ενδοσυνεδριακά περίπου στο 5,34%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007.

Οι αγορές έχουν ηρεμήσει κάπως σήμερα, με το αμερικανικό 10ετές γύρω στο 4,7% και το 30ετές κοντά στο 5,23%, όμως το βασικό πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί.

Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στα dealing rooms είναι απλό:

ποιος θα χρηματοδοτήσει όλο αυτό το χρέος — και με ποια τιμή;

Η Αμερική στο επίκεντρο – Χρέος πάνω από $40 τρισ.

Το μεγαλύτερο καμπανάκι έρχεται από την αγορά των αμερικανικών Treasuries, την αγορά πάνω στην οποία στηρίζεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει πλέον τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ οι επενδυτές ανησυχούν ότι τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα θα απαιτήσουν τεράστιες νέες εκδόσεις ομολόγων τα επόμενα χρόνια.

Και εδώ αλλάζει κάτι θεμελιώδες.

Για πολλά χρόνια οι αγορές αντιμετώπιζαν το αμερικανικό δημόσιο χρέος σχεδόν ως απεριόριστη δεξαμενή ασφαλών assets.

Τώρα αρχίζουν να απαιτούν μεγαλύτερο premium για να δεσμεύσουν χρήματα σε μακροχρόνιους τίτλους.

Η παρέμβαση Bessent δεν έλυσε το πρόβλημα

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη επιχειρήσει να περιορίσει την πίεση.

Η κυβέρνηση διπλασίασε τις επαναγορές μακροπρόθεσμων τίτλων, από περίπου 2 δισ. σε περισσότερα από 4 δισ. δολάρια ανά πράξη, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη ρευστότητα και να περιορίσει την άνοδο των yields.

Η παρέμβαση έφερε αρχικά κάποια ανακούφιση.

Όχι όμως λύση.

Ο διάσημος επενδυτής Stanley Druckenmiller άσκησε δημόσια κριτική στη στρατηγική, ενώ αναλυτές επισημαίνουν ότι οι επαναγορές μπορούν να επηρεάσουν βραχυπρόθεσμα τη λειτουργία της αγοράς, αλλά δεν μπορούν να εξαφανίσουν το πραγματικό πρόβλημα: τη διαρκή αύξηση του αμερικανικού χρέους.

$100 δισ. τον μήνα μόνο για τόκους

Η αύξηση των yields δημιουργεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο.

Μεγαλύτερο χρέος σημαίνει περισσότερες εκδόσεις.

Περισσότερες εκδόσεις σημαίνουν μεγαλύτερη προσφορά ομολόγων.

Και εάν οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να τα αγοράσουν, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.

Οι αμερικανικές δαπάνες για τόκους έχουν πλέον ξεπεράσει σε ορισμένες μετρήσεις τα 100 δισ. δολάρια τον μήνα, αυξάνοντας την πίεση στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο το bond story μετατρέπεται σε δημοσιονομικό story.

Από τη Wall Street στο Βερολίνο και το Παρίσι

Η αναταραχή δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ.

Στις 21 Αυγούστου, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund κινούνταν περίπου στο 3,25%, κοντά σε υψηλό 15 ετών, ενώ το γαλλικό 10ετές είχε ξεπεράσει το 4,13%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το 2008. Το ιταλικό 10ετές βρισκόταν περίπου στο 4,08%.

Το μήνυμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ευρώπη.

Η Γερμανία χρειάζεται τεράστια κεφάλαια για άμυνα και υποδομές. Η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξημένες δημοσιονομικές πιέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά σχεδιάζει περισσότερες επενδύσεις σε άμυνα, ενέργεια, δίκτυα και βιομηχανική πολιτική.

Όλα αυτά απαιτούν χρήμα.

Και το χρήμα γίνεται ακριβότερο.

Ιαπωνία: Τέλος στην εποχή του σχεδόν δωρεάν χρήματος

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μεταβολή στην Ιαπωνία.

Η απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου πλησίασε το 3%, φθάνοντας σε υψηλά περίπου τριών δεκαετιών, καθώς οι αγορές τιμολογούν πληθωριστικές πιέσεις και την πιθανότητα νέας αύξησης επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας.

Η εξέλιξη έχει παγκόσμια σημασία.

Για δεκαετίες, τα εξαιρετικά χαμηλά ιαπωνικά επιτόκια ενθάρρυναν τεράστιες ροές ιαπωνικών κεφαλαίων προς ξένα assets.

Όσο οι αποδόσεις στην Ιαπωνία γίνονται ελκυστικότερες, μέρος αυτού του κεφαλαίου μπορεί να έχει λιγότερο κίνητρο να κυνηγά αμερικανικά ή ευρωπαϊκά ομόλογα.

Ο πόλεμος περνά κατευθείαν στα yields

Υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας: η ενέργεια.

Η αναζωπύρωση των ανησυχιών γύρω από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν και το Στενό του Ορμούζ είχε οδηγήσει το πετρέλαιο πάνω από τα 90 δολάρια, ενισχύοντας τους φόβους ότι η ενεργειακή κρίση θα διατηρήσει τον πληθωρισμό υψηλότερα για μεγαλύτερο διάστημα.

Σήμερα η αποκλιμάκωση του πετρελαίου βοήθησε τις αγορές να πάρουν ανάσα: το Brent υποχώρησε κατά περίπου 2,7%, στα 88,10 δολάρια, και το αμερικανικό 10ετές Treasury υποχώρησε προς το 4,66%.

Αυτό δείχνει πόσο άμεσα συνδέονται πλέον:

Ορμούζ → πετρέλαιο → πληθωρισμός → κεντρικές τράπεζες → yields → κόστος παγκόσμιου χρέους.

Μια γεωπολιτική κρίση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί να αυξήσει σχεδόν αμέσως το κόστος με το οποίο δανείζεται μια κυβέρνηση ή μια επιχείρηση στην Ευρώπη.

Και η AI εμφανίζεται ως νέος ανταγωνιστής για κεφάλαια

Υπάρχει όμως μια εντελώς νέα μεταβλητή στην εξίσωση.

Οι κυβερνήσεις δεν είναι πλέον οι μόνες που χρειάζονται τεράστιες ποσότητες κεφαλαίου.

Το AI boom απαιτεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια για data centers, chips, ηλεκτρικά δίκτυα και ενεργειακές υποδομές. Αυτό οδηγεί τεχνολογικές εταιρείες, utilities και developers σε αυξημένο εταιρικό δανεισμό.

Αναλυτές συνδέουν πλέον τις τεράστιες εκδόσεις εταιρικού χρέους για AI infrastructure με την πίεση που δέχεται το long end των κρατικών αγορών.

Δημιουργείται έτσι κάτι ασυνήθιστο:

κυβερνήσεις και μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου ανταγωνίζονται ταυτόχρονα για το ίδιο παγκόσμιο κεφάλαιο.

Το πραγματικό μήνυμα των ομολόγων

Η σημερινή σταθεροποίηση δεν σημαίνει ότι ο συναγερμός τελείωσε.

Αντίθετα, η μεγάλη κίνηση των τελευταίων εβδομάδων δείχνει ότι η αγορά αρχίζει να επανεξετάζει μια από τις σημαντικότερες παραδοχές της προηγούμενης δεκαετίας: ότι τα κράτη μπορούν να αυξάνουν συνεχώς τον δανεισμό τους χωρίς σημαντική επιβάρυνση στο μακροπρόθεσμο κόστος χρηματοδότησης.

Οι επενδυτές φαίνεται να λένε πλέον κάτι διαφορετικό:

το χρέος έχει ξανά τιμή.

Και όσο οι κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερα χρήματα για άμυνα, πράσινη μετάβαση, κοινωνικές δαπάνες και υποδομές, τόσο μεγαλύτερη σημασία θα έχει το ποιος διαθέτει αξιόπιστο δημοσιονομικό σχέδιο.

Τι σημαίνει για μετοχές, επιχειρήσεις και νοικοκυριά

Οι υψηλότερες αποδόσεις δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα που αφορά μόνο traders ομολόγων.

Μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.

Ανεβάζουν το κόστος των στεγαστικών δανείων, αυξάνουν τα επιτόκια χρηματοδότησης επιχειρήσεων, κάνουν ακριβότερα μεγάλα επενδυτικά projects και αυξάνουν το discount rate με το οποίο οι αγορές αποτιμούν τις μετοχές.

Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι επιχειρήσεις και οι επενδύσεις που βασίζονται σε πολύ μακροπρόθεσμες μελλοντικές ταμειακές ροές.

Και όσο ακριβότερο γίνεται το χρήμα, τόσο ψηλότερα ανεβαίνει ο πήχης για να θεωρηθεί μια επένδυση οικονομικά βιώσιμη.

Η μεγάλη επιστροφή των bond vigilantes;

Για χρόνια, η έννοια των bond vigilantes —των επενδυτών που «τιμωρούν» κυβερνήσεις για υπερβολικά ελλείμματα απαιτώντας υψηλότερες αποδόσεις— έμοιαζε σχεδόν ξεχασμένη.

Η σημερινή αγορά αρχίζει να θυμίζει γιατί ο όρος δημιουργήθηκε.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να επηρεάζουν τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια. Τα υπουργεία Οικονομικών μπορούν να αλλάζουν το πρόγραμμα εκδόσεων ή να πραγματοποιούν επαναγορές.

Αλλά στο τέλος, η αγορά αποφασίζει πόσο πρέπει να πληρωθεί για να αναλάβει τον κίνδυνο 30 ετών.

Και αυτή τη στιγμή ζητά περισσότερα.

Αν αυτή η τάση παγιωθεί, το μεγάλο οικονομικό story της επόμενης περιόδου μπορεί να μην είναι απλώς το πότε θα μειωθούν ή θα αυξηθούν τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών.

Μπορεί να είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο:

πόσο ακριβό γίνεται ξανά το χρήμα όταν ολόκληρος ο κόσμος θέλει να δανειστεί ταυτόχρονα.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο