Πολιτική

Δένδιας στη ΔΕΘ: Από «πελάτης» σε παραγωγό όπλων – Το ελληνικό στοίχημα για αμυντική ισχύ έως το 2030

Δένδιας στη ΔΕΘ: Από «πελάτης» σε παραγωγό όπλων – Το ελληνικό στοίχημα για αμυντική ισχύ έως το 2030
€1,5 δισ. από τα νέα εξοπλιστικά κατευθύνονται στην ελληνική βιομηχανία – 19 εταιρείες στον αντιαεροπορικό θόλο, ελληνική συμμετοχή στις Belharra και στόχος 15.000 drones τον χρόνο

Μια διαφορετική ανάγνωση της ελληνικής αμυντικής πολιτικής παρουσίασε από την 90ή ΔΕΘ ο Νίκος Δένδιας: η Ελλάδα δεν πρέπει πλέον να αγοράζει απλώς όπλα, αλλά να παράγει τεχνολογία, να συμμετέχει στις συμπαραγωγές και, τελικά, να εξάγει αμυντικά συστήματα.

Στα εγκαίνια του ενιαίου διακλαδικού περιπτέρου των Ενόπλων Δυνάμεων, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας τοποθέτησε την «Ατζέντα 2030» πολύ πέρα από ένα πρόγραμμα εξοπλισμών.

Την παρουσίασε ως σχέδιο μετασχηματισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και ως νέο οικονομικό μοντέλο για την ελληνική άμυνα, με στόχο μεγαλύτερο μέρος των δισεκατομμυρίων που δαπανώνται για την ασφάλεια της χώρας να επιστρέφει στην ελληνική οικονομία μέσω παραγωγής, τεχνολογίας, θέσεων εργασίας και εξαγωγών.

«Πνέουν άνεμοι αλλαγής και μεγάλης αλλαγής», ήταν το μήνυμα με το οποίο ο Νίκος Δένδιας περιέγραψε τη νέα εποχή.

Ο υπουργός αποχώρησε εσπευσμένα από τη ΔΕΘ μετά την πτώση του αεροσκάφους της Πολεμικής Αεροπορίας στην Τανάγρα.

Το νέο δόγμα: Όχι «αμυντικές δαπάνες», αλλά «αμυντικές επενδύσεις»

Η σημαντικότερη πολιτική φράση της ομιλίας Δένδια αφορά ίσως την αλλαγή ορολογίας.

«Εμείς στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, αλλά και στον προϋπολογισμό έτσι είναι γραμμένο, μιλάγαμε για αμυντικές δαπάνες. Εμείς επιδιώκουμε από εδώ και πέρα να μιλάμε για αμυντικές επενδύσεις», τόνισε.

Και εξήγησε τον στόχο:

«Μια νέα δηλαδή φιλοσοφία, που επιδιώκει να μετατρέψει την πατρίδα μας από απλό πελάτη αγοράς συστημάτων σε συμπαραγωγό».

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της νέας στρατηγικής.

Η Ελλάδα δαπανά σημαντικούς πόρους για την άμυνα λόγω της γεωγραφίας και του περιβάλλοντος ασφαλείας της. Η «Ατζέντα 2030» επιχειρεί μέρος αυτής της αναγκαστικής δαπάνης να μετατραπεί σε εγχώρια παραγωγική βάση.

Δένδιας: «Δεν θέλουμε πράκτορες – Θέλουμε εταιρείες που παράγουν στην Ελλάδα»

Η αλλαγή γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν ο υπουργός περιγράφει τι ζητά πλέον από την αγορά.

«Εμείς θέλουμε εταιρείες που παράγουν στην Ελλάδα, δεν θέλουμε πράκτορες, αντιπροσώπους ξένων εταιρειών», είπε.

Πρόκειται για μια σαφή μετατόπιση από το παραδοσιακό μοντέλο αγοράς έτοιμων οπλικών συστημάτων.

Ο στόχος είναι οι νέες συμβάσεις να δημιουργούν ελληνική προστιθέμενη αξία μέσω συμπαραγωγής, υποκατασκευαστικού έργου, έρευνας, λογισμικού, συντήρησης και τεχνογνωσίας.

€7 δισ. εξοπλιστικά – €1,5 δισ. στην ελληνική βιομηχανία

Ο Δένδιας έδωσε και αριθμούς για τη μεταβολή που επιχειρείται.

Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, από το 2023 μέχρι σήμερα έχουν συμβασιοποιηθεί εξοπλιστικά προγράμματα συνολικής αξίας περίπου €6,8-7 δισ.

Από αυτά, περίπου €1,5 δισ. κατευθύνονται στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Ο υπουργός ανακοίνωσε παράλληλα τη δημιουργία ειδικού γραφείου στη Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών, το οποίο θα παρακολουθεί την υλοποίηση αυτών των επενδύσεων.

Το μήνυμα είναι ότι η ελληνική συμμετοχή δεν πρέπει να παραμένει γενική συμβατική υπόσχεση, αλλά να μεταφράζεται σε πραγματικές παραγγελίες προς ελληνικές επιχειρήσεις.

Ο αντιαεροπορικός θόλος γίνεται βιομηχανικό project

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο πρόγραμμα του νέου αντιαεροπορικού και anti-drone θόλου.

Σύμφωνα με τον υπουργό, 19 ελληνικές εταιρείες συμμετέχουν ήδη στο πρόγραμμα, με την ελληνική παραγωγή να υπολογίζεται σε περίπου €753 εκατ.

Ο Δένδιας συνέδεσε το πρόγραμμα όχι μόνο με την προστασία της χώρας αλλά και με τη δυνατότητα εξαγωγών στην ευρωπαϊκή αγορά.

«Δηλαδή ό,τι παράγουμε μπορούμε να το εξαγάγουμε. Ο πρώτος θόλος στην Ευρώπη, ο πρώτος θόλος που θα έχει παραγωγή στην Ευρώπη. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι δυνατότητες ανοίγονται», ανέφερε.

Αυτό είναι ένα από τα πλέον φιλόδοξα στοιχεία της στρατηγικής: η Ελλάδα να αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή έκρηξη αμυντικών δαπανών όχι μόνο ως αγοραστής αλλά και ως προμηθευτής.

Belharra: Ελληνική συμμετοχή 25% στην τελευταία φρεγάτα

Ο υπουργός αναφέρθηκε και στο πρόγραμμα των γαλλικών φρεγατών FDI/Belharra.

Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά την αλλαγή της συμφωνίας, στην τελευταία φρεγάτα η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή φτάνει το 25%.

Το συγκεκριμένο παράδειγμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το Πολεμικό Ναυτικό αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αποδέκτες του νέου εξοπλιστικού σχεδιασμού.

Η κυβέρνηση θέλει πλέον οι μεγάλες προμήθειες να λειτουργούν ταυτόχρονα ως μοχλός ανάπτυξης μιας ελληνικής αμυντικής εφοδιαστικής αλυσίδας.

Ο στόχος που ξεχωρίζει: 15.000 drones ετησίως

Ακόμη πιο εντυπωσιακός είναι ο στόχος που έθεσε ο Νίκος Δένδιας για τα μη επανδρωμένα συστήματα.

«Τα ελληνικά εργοστάσια του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας –όχι συνυπολογίζοντας τον ιδιωτικό τομέα– στις 31/12 του 2026 θα παράγουν 15.000 drones ετησίως. Και αυτό είναι ακόμη η αρχή», ανέφερε.

Η επιλογή των drones δεν είναι τυχαία.

Οι σύγχρονες συγκρούσεις έχουν δείξει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά σε ακριβά μαχητικά, φρεγάτες και άρματα. Φθηνότερα μη επανδρωμένα συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικός πόλεμος, τεχνητή νοημοσύνη και anti-drone τεχνολογίες έχουν αποκτήσει καθοριστική σημασία.

Κένταυρος, Υπερίων, Τηλέμαχος και Τεύκρος: Η ελληνική anti-drone οικογένεια

Στο ίδιο πλαίσιο ο υπουργός παρουσίασε τέσσερα ελληνικά anti-drone συστήματα:

Κένταυρος, Υπερίων, Τηλέμαχος και Τεύκρος.

Όπως ανέφερε, πρόκειται για διαφορετικές λύσεις που φιλοδοξούν να καλύψουν διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον «Τεύκρο», σημειώνοντας ότι προηγούμενη έκδοσή του χρησιμοποιήθηκε στις φυλακές Λάρισας για την αντιμετώπιση drone που μετέφερε παράνομα κινητά και ναρκωτικά, ενώ στη ΔΕΘ παρουσιάζεται ο «Τεύκρος 3».

Για τον «Κένταυρο» ήταν ακόμη πιο χαρακτηριστικός:

«Ο “Κένταυρος” έχει δοκιμαστεί στη μάχη, δεν χρειάζεται άλλη διαφήμιση».

Το μεγάλο πρόβλημα: 0,7% εγχώρια αμυντική παραγωγή

Πίσω από τη νέα στρατηγική βρίσκεται, ωστόσο, μια αδυναμία την οποία ο ίδιος ο υπουργός περιέγραψε με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, η εγχώρια αμυντική παραγωγή αντιστοιχεί σήμερα περίπου στο 0,7% του ΑΕΠ.

«Το νούμερο είναι στα όρια του κωμικού», είπε, αντιπαραβάλλοντάς το με τα περίπου €270 δισ. που, κατά τον υπολογισμό που παρουσίασε, είχε δαπανήσει ιστορικά η Ελλάδα για την άμυνα έως το 2004 σε σημερινές τιμές.

Το ερώτημα που θέτει η «Ατζέντα 2030» είναι επομένως απλό: πώς μια χώρα που δαπανά τόσο πολλά για την άμυνα μπορεί να κρατά μεγαλύτερο μέρος αυτής της αξίας στο εσωτερικό της;

Για πρώτη φορά μακροπρόθεσμος χάρτης εξοπλισμών

Ο Δένδιας συνέδεσε τη βιομηχανική στρατηγική με τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των εξοπλισμών.

«Πρέπει να υπάρχει ορατότητα, πού πάμε και τι κάνουμε», υπογράμμισε.

Η λογική είναι ότι η ελληνική βιομηχανία δεν μπορεί να επενδύσει σε εργοστάσια, ανθρώπινο δυναμικό και έρευνα εάν δεν γνωρίζει ποιες θα είναι οι ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων σε βάθος χρόνου.

Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός λειτουργεί έτσι και ως σήμα προς την αγορά: επιτρέπει στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν πού μπορούν να επενδύσουν και ποιες τεχνολογικές δυνατότητες θα ζητήσει αύριο το κράτος.

Και μια κόκκινη γραμμή: «Δεν χαλάμε λεφτά που δεν έχουμε»

Παρά τη μεγάλη επενδυτική ατζέντα, ο Δένδιας επέμεινε στη δημοσιονομική πειθαρχία.

«Δεν χαλάμε λεφτά που δεν έχουμε. Οι δαπάνες μας είναι μέσα σε αυτά που έχουμε», είπε.

Και συνέδεσε ευθέως το ζήτημα με την εμπειρία της ελληνικής χρεοκοπίας:

«Ξέρετε πολύ καλά ότι ακριβώς επειδή χαλάγαμε αυτά που δεν έχουμε, χρεοκοπήσαμε. Αυτό δεν μπορεί να ξανασυμβεί».

Πρόκειται για μια κρίσιμη ισορροπία: η Ελλάδα καλείται να χρηματοδοτήσει έναν μεγάλο κύκλο στρατιωτικού εκσυγχρονισμού χωρίς να ανατρέψει τη δημοσιονομική της πορεία.

Η άμυνα ως απάντηση και στο παραγωγικό έλλειμμα

Εδώ η ομιλία Δένδια ξέφυγε από τα στενά όρια του Υπουργείου Άμυνας.

«Πρέπει λοιπόν και στον τομέα της άμυνας να παράξουμε προϊόντα, εξαγώγιμα προϊόντα, για να πετύχουμε, πρώτον, εξαγωγές, δεύτερον, μείωση των εισαγωγών. Αλλιώς δεν μπορούμε να πάμε μπροστά», ανέφερε.

Η αμυντική βιομηχανία συνδέεται έτσι με ένα από τα διαχρονικότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: το παραγωγικό και εμπορικό έλλειμμα.

Αν ένα μεγαλύτερο μέρος των αμυντικών προμηθειών κατασκευάζεται στην Ελλάδα και μέρος αυτής της παραγωγής εξάγεται, η άμυνα μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως πολιτική εθνικής ασφάλειας και βιομηχανικής ανάπτυξης.

Δένδιας και στρατιωτικοί: «Δεν είναι εθνικά ανεκτό να ωθούνται στους μη έχοντες»

Η «Ατζέντα 2030» δεν περιορίζεται, πάντως, στα οπλικά συστήματα.

Ο υπουργός έθεσε και το ζήτημα του βιοτικού επιπέδου των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.

«Δεν είναι εθνικά ανεκτό οι Έλληνες στρατιωτικοί να ωθούνται στους μη έχοντες. Και είναι υποχρέωση της Πολιτείας να βοηθήσει και να ανεβάσει το επίπεδο της ζωής τους», τόνισε.

Και διεύρυνε το μήνυμα:

«Είναι συνολικά υποχρέωση της Πολιτείας να ανασυστήσει τη μεσαία τάξη στην Ελλάδα».

Έτσι, ο Δένδιας συνέδεσε την αμυντική μεταρρύθμιση με μια ευρύτερη κοινωνική ατζέντα: εξοικονόμηση πόρων, αναδιανομή μέρους τους στο προσωπικό και αναβάθμιση των συνθηκών ζωής της στρατιωτικής οικογένειας.

Η «Ατζέντα 2030» γίνεται και βιομηχανικό δόγμα

Η μεγάλη πολιτική αλλαγή που περιέγραψε ο υπουργός είναι τελικά αυτή:

από την αγορά όπλων στην παραγωγή αμυντικής ισχύος.

Για δεκαετίες, η Ελλάδα υπήρξε ένας από τους σημαντικούς αγοραστές αμυντικού υλικού στην Ευρώπη λόγω των ιδιαίτερων απαιτήσεων ασφαλείας της.

Η «Ατζέντα 2030» φιλοδοξεί να αλλάξει αυτή τη σχέση.

Να δημιουργήσει ελληνικές εταιρείες που δεν περιμένουν απλώς μια ξένη σύμβαση για να λειτουργήσουν ως αντιπρόσωποι, αλλά αναπτύσσουν τεχνολογία, κατασκευάζουν υποσυστήματα, συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής και διεκδικούν εξαγωγές.

Μπορεί η Ελλάδα να γίνει αμυντική δύναμη παραγωγής;

Η ευκαιρία είναι μεγάλη.

Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται, η ζήτηση για drones και anti-drone συστήματα αυξάνεται και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν μεγαλύτερη παραγωγική αυτονομία.

Αυτό δημιουργεί ένα παράθυρο για την Ελλάδα που πριν από λίγα χρόνια θα ήταν πολύ μικρότερο.

Αλλά η επιτυχία δεν θα μετρηθεί από το πόσες συμβάσεις θα υπογραφούν.

Θα μετρηθεί από το πόσα από τα δισεκατομμύρια των εξοπλισμών θα γίνουν ελληνική τεχνογνωσία, εργοστάσια, εξαγωγές, υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και προϊόντα με ελληνική προστιθέμενη αξία.

Και ο Δένδιας έθεσε τον πήχη εξαιρετικά ψηλά:

«Αν η “Ατζέντα 2030” ακολουθηθεί […] τότε το 2030 η πατρίδα μας θα έχει όχι μόνο τις ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις στην ιστορία του Ελληνισμού, αλλά πιθανότατα μία από τις πιο ισχυρές […] στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Αυτή είναι ίσως η πραγματική είδηση της παρέμβασής του στη ΔΕΘ: η Αθήνα δεν θέλει πλέον μόνο να αγοράζει την ασφάλειά της. Θέλει να παράγει μεγαλύτερο μέρος της — και να το εξάγει.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο