Ευρωπαϊκή άμυνα: €454 δισ. στο τραπέζι, αλλά οι «τρύπες» μένουν – Καμπανάκι από τους ελεγκτές
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Ευρωπαϊκή άμυνα: €454 δισ. στο τραπέζι, αλλά οι «τρύπες» μένουν – Καμπανάκι από τους ελεγκτές
Η Ευρώπη μπαίνει σε μια νέα εποχή επανεξοπλισμού με πρωτοφανείς πόρους, αλλά με ένα ερώτημα που γίνεται ολοένα πιο πιεστικό: μπορεί να μετατρέψει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε πραγματική στρατιωτική ισχύ μέχρι το 2030;
Η νέα εικόνα που αποτυπώνεται από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο είναι εντυπωσιακή ως προς την κλίμακα των χρημάτων, αλλά πολύ πιο σύνθετη ως προς το αποτέλεσμα.
Οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια και, σύμφωνα με την επισκόπηση, αναμένεται να φτάσουν περίπου τα 454 δισ. ευρώ το 2026. Η ίδια τάση φαίνεται καθαρά στα στοιχεία που συνοδεύουν την έκθεση: από τα 288 δισ. ευρώ το 2023 και τα 343 δισ. το 2024, οι δαπάνες έφτασαν τα 418 δισ. το 2025.
Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν αγοράζει ακόμη άμυνα ως μία ενιαία δύναμη.
Αγοράζει σε μεγάλο βαθμό ως 27 διαφορετικά κράτη.
Και αυτή ακριβώς είναι η «τρύπα» που τα περισσότερα χρήματα από μόνα τους δεν μπορούν να κλείσουν.
€454 δισ. δεν σημαίνουν αυτομάτως ευρωπαϊκή στρατιωτική ισχύ
Το ευρωπαϊκό rearmament βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη.
Η αλλαγή είναι τόσο μεγάλη ώστε η Κομισιόν έχει δημιουργήσει το ευρύτερο πλαίσιο ReArm Europe/Readiness 2030, το οποίο φιλοδοξεί να κινητοποιήσει πάνω από 800 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο εστιάζει σε κάτι διαφορετικό: όχι πόσα χρήματα υπάρχουν, αλλά πόσο αποτελεσματικά μετατρέπονται σε δυνατότητες.
Οι ευρωπαϊκοί στρατοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε πυρομαχικά, πυραύλους, αεράμυνα, στρατηγικές μεταφορές και άλλες κρίσιμες δυνατότητες.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία καλείται μέσα σε ελάχιστα χρόνια να αυξήσει θεαματικά την παραγωγική της ικανότητα, έπειτα από δεκαετίες χαμηλότερης ζήτησης.
Με απλά λόγια:
η Ευρώπη έχει βρει περισσότερα χρήματα πολύ γρηγορότερα απ’ όσο μπορεί να δημιουργήσει νέες γραμμές παραγωγής.
Το πρόβλημα των «27 στρατών»
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη διαρθρωτική αδυναμία.
Οι αποφάσεις για τις στρατιωτικές δυνατότητες παραμένουν πρωτίστως εθνικές. Αυτό σημαίνει διαφορετικές προδιαγραφές, διαφορετικά οπλικά συστήματα, διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και πολλές φορές διαφορετικές βιομηχανικές προτεραιότητες.
Το αποτέλεσμα είναι ένας κατακερματισμένος ευρωπαϊκός αμυντικός χώρος.
Η Κομισιόν επιχειρεί πλέον να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση μέσω κοινών προμηθειών, μεγαλύτερης διαλειτουργικότητας και συγκέντρωσης της ζήτησης. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς στόχους του SAFE: να μειώσει τον κατακερματισμό και να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας.
Το πραγματικό τεστ, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η Ευρώπη θα δαπανήσει περισσότερα.
Είναι εάν θα αρχίσει να αγοράζει μαζί.
SAFE: Τα €150 δισ. που αλλάζουν την ευρωπαϊκή αγορά όπλων
Στο κέντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκεται το SAFE – Security Action for Europe.
Το μέγεθός του φτάνει τα 150 δισ. ευρώ.
Υπάρχει όμως μία κρίσιμη λεπτομέρεια: δεν πρόκειται για επιχορηγήσεις αλλά για δάνεια προς τα κράτη-μέλη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δανείζεται από τις κεφαλαιαγορές εκ μέρους της ΕΕ και στη συνέχεια χρηματοδοτεί τα εθνικά αμυντικά επενδυτικά σχέδια. Τα δάνεια αποπληρώνονται από τα κράτη που τα λαμβάνουν.
Αυτό έχει διπλή σημασία.
Από τη μία πλευρά, δίνει στις κυβερνήσεις πρόσβαση σε μεγάλης διάρκειας και ανταγωνιστική χρηματοδότηση για επείγοντα εξοπλιστικά προγράμματα.
Από την άλλη, το SAFE δεν εξαφανίζει το δημοσιονομικό κόστος της άμυνας.
Το μεταφέρει στον χρόνο.
Το 65% που θέλει να κρατήσει τα δισεκατομμύρια στην Ευρώπη
Το SAFE είναι επίσης ένα εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής.
Οι σημερινοί κανόνες προβλέπουν ότι τουλάχιστον 65% του κόστους των εξαρτημάτων πρέπει να προέρχεται από την ΕΕ, την Ουκρανία ή επιλέξιμες χώρες ΕΟΧ/ΕΖΕΣ.
Άρα το μήνυμα των Βρυξελλών είναι σαφές:
η Ευρώπη δεν θέλει απλώς να αγοράσει περισσότερα όπλα.
Θέλει όσο μεγαλύτερο μέρος γίνεται από τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια του νέου εξοπλιστικού κύκλου να δημιουργήσει εργοστάσια, θέσεις εργασίας, τεχνολογία και εφοδιαστικές αλυσίδες μέσα στην Ευρώπη.
Και εδώ αρχίζει μία από τις μεγαλύτερες γεωοικονομικές μάχες της επόμενης δεκαετίας.
Η αμερικανική εξάρτηση είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο
Η Ευρώπη θέλει ταχύτητα.
Αλλά θέλει ταυτόχρονα και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Οι δύο στόχοι δεν συμβαδίζουν πάντοτε.
Σε αρκετές κατηγορίες στρατιωτικού εξοπλισμού, η αμερικανική βιομηχανία διαθέτει ώριμες γραμμές παραγωγής, αποδεδειγμένα συστήματα και δυνατότητα ταχύτερης παράδοσης.
Η ευρωπαϊκή επιλογή μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη βιομηχανική αυτονομία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτεί χρόνο για ανάπτυξη και αύξηση παραγωγής.
Έτσι δημιουργείται το μεγάλο δίλημμα του Readiness 2030:
αγοράζεις γρήγορα από εκεί όπου υπάρχει διαθέσιμο υλικό ή επενδύεις περισσότερο χρόνο ώστε να δημιουργήσεις ευρωπαϊκή παραγωγική αυτονομία;
Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο τη στρατιωτική αλλά και τη βιομηχανική σχέση Ευρώπης–ΗΠΑ για την επόμενη δεκαετία.
Και υπάρχει μια ακόμη «τρύπα»: στρατιωτική κινητικότητα
Ένας στρατός δεν αρκεί να διαθέτει άρματα, πυραύλους και συστήματα αεράμυνας.
Πρέπει να μπορεί να τα μετακινήσει.
Η δυνατότητα μεταφοράς βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού από τη δυτική Ευρώπη προς την ανατολική πτέρυγα αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Γέφυρες, σιδηρόδρομοι, λιμάνια, δρόμοι και συνοριακές διαδικασίες πρέπει να μπορούν να υποστηρίξουν ταχεία μεταφορά μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων.
Και η εμπειρία του ΕΕΣ από τις μεγάλες ευρωπαϊκές υποδομές είναι ήδη προειδοποιητική: σε πρόσφατο έλεγχό του διαπίστωσε νέες καθυστερήσεις και αυξήσεις κόστους σε στρατηγικά διασυνοριακά έργα, καταλήγοντας ότι ο βασικός πυρήνας του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών δεν θα ολοκληρωθεί έως το 2030.
Άρα η στρατιωτική ετοιμότητα δεν κρίνεται μόνο στα εργοστάσια όπλων.
Κρίνεται και στις γέφυρες και στους σιδηροδρόμους της Ευρώπης.
Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή του νέου ευρωπαϊκού rearmament
Για την Αθήνα, η συγκεκριμένη συζήτηση είναι εξαιρετικά σημαντική.
Τα στοιχεία της έκθεσης τοποθετούν την Ελλάδα μεταξύ των κρατών με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ: το 2024 καταγράφονται περίπου 6,5 δισ. ευρώ, ή 2,8% του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα είχε ήδη εισέλθει σε υψηλό επίπεδο αμυντικών δαπανών πριν η υπόλοιπη Ευρώπη επιταχύνει δραματικά.
Τώρα όμως αλλάζει το ερώτημα.
Δεν είναι μόνο πόσα θα δαπανήσει η Αθήνα.
Είναι πόσο από αυτά τα χρήματα θα επιστρέψει στην ελληνική οικονομία.
Η Ελλάδα πήρε ήδη τα πρώτα χρήματα από το SAFE
Και εδώ έχουμε πλέον μια πολύ συγκεκριμένη εξέλιξη.
Στις 23 Ιουλίου 2026, η Ελλάδα έλαβε την πρώτη πληρωμή της από το SAFE: 118,2 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 15% της συνολικής ελληνικής κατανομής των 787,7 εκατ. ευρώ.
Άρα για την Αθήνα το SAFE δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό ευρωπαϊκό σχέδιο.
Τα χρήματα έχουν αρχίσει να εκταμιεύονται.
Το ελληνικό στοίχημα είναι τι ακριβώς θα αγοραστεί με αυτά και, κυρίως, ποια θα είναι η εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή.
ΕΑΒ, ΕΑΣ, ναυπηγεία: Εδώ θα κριθεί το ελληνικό όφελος
Η πραγματική απόδοση του νέου εξοπλιστικού κύκλου δεν πρέπει να μετρηθεί μόνο σε αριθμό νέων συστημάτων.
Για την Ελλάδα πρέπει να μετρηθεί και σε:
ελληνική προστιθέμενη αξία, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμπαραγωγή, δυνατότητα συντήρησης και ένταξη ελληνικών εταιρειών στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού.
Η ΕΑΒ, τα ΕΑΣ, η ΕΛΒΟ, τα ελληνικά ναυπηγεία και το ταχέως αναπτυσσόμενο οικοσύστημα ιδιωτικών αμυντικών εταιρειών μπορούν να διεκδικήσουν ρόλο σε τομείς όπως drones και anti-drone, ηλεκτρονικά, επικοινωνίες, πυρομαχικά, ναυτικές πλατφόρμες, αισθητήρες και συστήματα επιτήρησης.
Εάν η Ελλάδα περιοριστεί στον ρόλο του αγοραστή, ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής αξίας του εξοπλιστικού κύκλου θα φύγει στο εξωτερικό.
Εάν όμως χρησιμοποιήσει το SAFE και τα κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα ως εισιτήριο για τις νέες αμυντικές αλυσίδες παραγωγής, τότε η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών μπορεί να αποκτήσει και βιομηχανικό πολλαπλασιαστή.
Τα €454 δισ. ανοίγουν και έναν πόλεμο για τα εργοστάσια
Αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο οικονομικό story πίσω από την ευρωπαϊκή άμυνα.
Η Ευρώπη δεν αναδιανέμει απλώς στρατιωτικούς προϋπολογισμούς.
Αναδιανέμει βιομηχανική ισχύ.
Τα κράτη που θα κερδίσουν νέες γραμμές παραγωγής πυραύλων, πυρομαχικών, drones, ραντάρ, πολεμικών πλοίων και ηλεκτρονικών συστημάτων θα αποκτήσουν επενδύσεις και τεχνογνωσία που μπορεί να παραμείνουν στις οικονομίες τους για δεκαετίες.
Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία και οι σκανδιναβικές χώρες έχουν ήδη ισχυρά συμφέροντα σε αυτή τη μάχη.
Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει εάν θα βρίσκεται απλώς στην πλευρά της ζήτησης ή και στην πλευρά της παραγωγής.
Το μεγάλο παράδοξο της Ευρώπης
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο φέρνει τελικά στο προσκήνιο ένα παράδοξο.
Η Ευρώπη μπορεί να φτάσει να διαθέτει περισσότερα χρήματα για άμυνα από ποτέ και ταυτόχρονα να εξακολουθεί να έχει κρίσιμα κενά στρατιωτικής ετοιμότητας.
Γιατί στον πόλεμο δεν μετρά το ύψος του προϋπολογισμού.
Μετρά πόσα πυρομαχικά υπάρχουν στις αποθήκες, πόσο γρήγορα παράγονται νέοι πύραυλοι, πόσο γρήγορα μετακινούνται δυνάμεις, εάν τα διαφορετικά συστήματα μπορούν να επιχειρήσουν μαζί και εάν η βιομηχανία μπορεί να αντικαταστήσει τις απώλειες ενός πολέμου υψηλής έντασης.
Το Readiness 2030, επομένως, δεν θα κριθεί στα δισεκατομμύρια που θα ανακοινωθούν στις Βρυξέλλες.
Θα κριθεί στο εάν μέχρι το τέλος της δεκαετίας η Ευρώπη θα έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτά τα δισεκατομμύρια σε πυραύλους, drones, εργοστάσια, αποθέματα, υποδομές και πραγματική δυνατότητα αποτροπής.
Και για την Ελλάδα το στοίχημα είναι ακόμη μεγαλύτερο: να μετατρέψει τον νέο εξοπλιστικό κύκλο όχι μόνο σε ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και σε μόνιμη θέση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μέσα στον νέο ευρωπαϊκό χάρτη παραγωγής.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο